Πυρετώδεις είναι οι διαπραγματεύσεις σε πολιτικό, διπλωματικό και οικονομικό επίπεδο, εν όψει της 15ης συνεδρίασης της Διάσκεψης των Μερών της Σύμβασης για τη Βιοποικιλότητα, η οποία έχει προγραμματιστεί να διεξαχθεί τον Οκτώβριο στην πόλη Kunming της Κίνας. Όπως αναφέρουν καλά πληροφορημένες πηγές, μια από τις προτάσεις, που βρίσκει σύμφωνες όλες τις πλευρές και αναμένεται να υιοθετηθεί, αφορά στη δέσμευση πόρων για τη δημιουργία ασπίδας προστασίας των περιβαλλοντικά σημαντικών και ευαίσθητων οικοσυστημάτων του πλανήτη.

Ειδικότερα, ένας από τους στόχους που αναμένεται να υιοθετηθεί στην παγκόσμια συνδιάσκεψη για τη φύση που θα γίνει στην Κίνα είναι να τεθεί υπό αποτελεσματικό καθεστώς προστασίας το 30% του πλανήτη έως το 2030, δράση που «μεταφράζεται» σε συνολικές επενδύσεις της τάξης των 1,4 τρισ. δολαρίων, δηλαδή 140 δισ. ετησίως, ποσό που ισοδυναμεί μόλις στο 0,16% του παγκόσμιου ΑΕΠ ή στο ένα τρίτο των επιβλαβών για τη φύση επιδοτήσεων. Τα οικονομικά οφέλη ωστόσο αναμένονται μεγαλύτερα, ειδικά εάν συνυπολογιστούν οι ευεργετικές επιπτώσεις από τη μείωση των κινδύνων για τη δημόσια υγεία, όπως είναι η διασπορά μεταδοτικών ασθενειών. Εάν δεν ληφθούν μέτρα, έχει υπολογιστεί ότι η ανθρωπότητα θα χρειαστεί 1,6 πλανήτες για να διατηρήσει το σημερινό αναπτυξιακό και βιοτικό επίπεδο. Με άλλα λόγια θα πρέπει να μεταναστεύσουμε σε άλλους γαλαξίες.

Κίνδυνοι και αβεβαιότητες για την οικονομία

Οι απαιτήσεις μας από τη φύση – ή αλλιώς η ζήτηση – υπερκαλύπτουν τις δυνατότητές της, με συνέπεια να προκύπτουν σημαντικοί κίνδυνοι και αβεβαιότητες για την οικονομία, όπως κατέδειξε και η έκθεση Ντασγκούπτα για τα οικονομικά της βιοποικιλότητας, η οποία είχε ανατεθεί το 2019 από το Υπουργείο Οικονομικών της Βρετανίας, ενόψει της Συνδιάσκεψης του Οκτωβρίου, και παραδόθηκε τον περασμένο Φεβρουάριο. Η επιστημονική ομάδα του καθηγητή του Πανεπιστημίου Κέιμπριτζ Sir Partha Dasgupta, επισημαίνει ότι η ανάγκη για βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη απαιτεί αλλαγή πορείας προς μια πιο βιώσιμη σχέση με τη φύση, μια στροφή που απαιτεί έναν μετασχηματισμό, ο οποίος προϋποθέτει φιλοδοξία, συντονισμό και πολιτική βούληση, ανάλογη με εκείνη του Σχεδίου Μάρσαλ. Βασική παράμετρος ο μετασχηματισμός των θεσμών και των συστημάτων– ειδικά των οικονομικών και των εκπαιδευτικών – ώστε να καταστούν δυνατές οι αλλαγές και να διατηρηθούν από τις επόμενες γενιές.

Αξιοσημείωτο είναι ότι η έκθεση αντιμετωπίζει όλους τους πολίτες ως διαχειριστές κεφαλαίων και περιουσιακών στοιχείων (asset managers) και τους προκαλεί να σκεφθούν το φυσικό περιβάλλον ως ένα κοινό περιουσιακό στοιχείο, το οποίο θα πρέπει να εντάξουν στις αποφάσεις τους.

Η φύση αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της οικονομίας, παρέχοντας αγαθά και υπηρεσίες, πάραυτα οι ανθρώπινες δραστηριότητες διαρκώς την υποβαθμίζουν. Στην πορεία των προηγούμενων τριών δεκαετιών, από το 1992, οπότε διεξήχθη η πρώτη συνδιάσκεψη για τη βιοποικιλότητα στο Ρίο της Βραζιλίας, έως σήμερα, το κατά κεφαλήν φυσικό κεφάλαιο μειώθηκε κατά 40% ενώ την ίδια στιγμή το παγκόσμιο κατά κεφαλήν ΑΕΠ διπλασιάστηκε.

Η έκθεση προτείνει μία πιο ευρεία έννοια του πλούτου, στην οποία θα ενσωματώνονται καλύτερα και θα αποτυπώνονται οι διαφορετικές πτυχές του κεφαλαίου (παραγωγικού, ανθρώπινου και φυσικού). Γι΄ αυτό χρειάζονται νέες μεθοδολογικές προσεγγίσεις, που δεν περιορίζονται στον δείκτη του ΑΕΠ. Αν και η έκθεση δεν προτείνει έναν συγκεκριμένο νέο δείκτη αναγνωρίζει δείκτες οι οποίοι σήμερα δοκιμάζονται σε διάφορες χώρες όπως στην Κίνα το Ακαθάριστο Οικοσυστημικό Προϊόν (Gross Ecosystem Product) και στη Νέα Ζηλανδία το Πλαίσιο Επιπέδου Διαβίωσης (Living Standards Framework) καθώς και τις δοκιμαστικές εφαρμογές που έχει αναλάβει ο ΟΟΣΑ ώστε να ενσωματωθεί η αξία της φύσης στα λογιστικά συστήματα.

«Θα περίμενε ίσως κανείς ότι σε μία έκθεση την οποία ηγείται ένας οικονομολόγος να βρει πολλές εκτιμήσεις, νούμερα και υπολογισμούς. Όμως η συγκεκριμένη έκθεση θέτει έναν βαθύτερο προβληματισμό, και τονίζει την ανάγκη να σκεφτούμε με διαφορετικό τρόπο τη σχέση μας με τη φύση αλλά και πώς την αντιμετωπίζουμε μέχρι σήμερα. Αναδεικνύει πώς η φύση έχει μέχρι σήμερα αγνοηθεί, παρόλο που αποτελεί τη βάση στην οποία βασίζεται όλη η οικονομία μας και η κοινωνία. Μας παροτρύνει να σκεφτούμε τη σχέση ανθρώπου – φύσης, στη βάση όχι όσων μπορεί ο άνθρωπος να αντλήσει από εκείνη, αλλά στη βάση όσων εκείνη μπορεί να παρέχει», σημειώνει η διευθύντρια πολιτικής στη δεξαμενή σκέψης «The Green Tank», Ιόλη Χριστοπούλου.

Το ιστορικό

Η έκθεση Ντασγκούπτα δεν είναι η πρώτη απόπειρα σύνδεσης φύσης/βιοποικιλότητας και οικονομίας. Η πρώτη εκτίμηση είχε δημοσιεύτηκε το 1997 στο περιοδικό Nature, από την ομάδα του Robert Costanza, η οποία για πρώτη φορά επιχείρησε να εκτιμήσει την αξία των φυσικών οικοσυστημάτων και του φυσικού κεφαλαίου. Ακολούθησε σειρά εκθέσεων για τα οικονομικά της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων (TEEB), που ανατέθηκαν από τους Υπουργούς Περιβάλλοντος των G8+5, το 2007 και εκπονήθηκαν, υπό την αιγίδα του Προγράμματος του ΟΗΕ για το Περιβάλλον (UNEP). Οι συγκεκριμένες εκθέσεις επιχείρησαν να αναδείξουν ότι η απώλεια της βιοποικιλότητας έχει και οικονομικές επιπτώσεις και άρα είναι σημαντικό η αξία της φύσης να ενσωματωθεί σε όλα τα επίπεδα αποφάσεων – τοπικό, εθνικό και διεθνές – καθώς και στις επιχειρήσεις.

Latest News

Πρόσφατα Άρθρα Green