Μία κρύα βραδιά στις αρχές του 1993, την πρώτη σεζόν της Premier League, πήγαμε με έναν φίλο να παρακολουθήσουμε την Άρσεναλ που έπαιζε εναντίον της Λιντς. Εμφανιστήκαμε στο στάδιο του Χάιμπερι χωρίς εισιτήρια, πληρώσαμε περίπου 5 λίρες ο καθένας και κάτσαμε κοντά στο Clock End (σ.σ. διάσημο, ιστορικό ρολόι στο γήπεδο της Άρσεναλ). Το μικρό αυτό γήπεδο είχε γεμίσει μόλις κατά δύο τρίτα, με 26.516 θεατές. Δυστυχώς, πολλοί από τους θεατές στέκονταν μπροστά μας, οπότε ίσα ίσα που μπορούσα να δω το γήπεδο, ενώ δεν μπόρεσα να δω κανένα από τα γκολ που βάλαμε. Στον αγώνα αυτόν βάλαμε και τα τέσσερα γκολ.

Ο Γκόρντον Στράχαν ήταν εξαιρετικός για τη Λιντς. «Πραγματικά, δεν ξέρω τι τον ταΐζουν», είπε ο άντρας δίπλα μας και φώναξε στην άμυνα της Άρσεναλ: «Άντε! Κάντε τάκλιν! Τι είστε, φαν κλαμπ του Γκόρντον Στράχαν;» Ο Ντέιβιντ Χίλιερ της Άρσεναλ, που δεν ήταν αγαπημένος του κοινού, έλαβε επικριτικά σχόλια για την πολλοστή αδέξια κίνησή του. «Ξαπόστειλέ τον, διαιτητή!» φώναξε ένας οπαδός της Άρσεναλ. «Αποκλείστε τον μόνιμα!» είπε ένας άλλος. «Ή και για περισσότερο αν είναι δυνατόν!» πρόσθεσε ένα τρίτο άτομο. Βλέποντας τα highlights του αγώνα στο YouTube (είναι εύκολο, πλέον, να κάνεις ταξίδι στον χρόνο), αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν ότι σχεδόν όλοι οι παίκτες ήταν λευκοί και Βρετανοί και ότι οι αγώνες ποδοσφαίρου ήταν φριχτοί.

Την ίδια ακριβώς περίοδο, πριν τριάντα χρόνια, οι ομάδες πρώτης κατηγορίας της Αγγλίας παραιτήθηκαν από τη Football League, με σκοπό να δημιουργήσουν την Premier League, η οποία, εν τέλει, έγινε το πρωτάθλημα με τις περισσότερες προβολές παγκοσμίως στην ιστορία του αθλητισμού. Με βάση τα αποτελέσματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Premier League ξεπέρασε την Ισπανία ως το ισχυρότερο πρωτάθλημα στην Ευρώπη, άρα και στον κόσμο, το 2017.

Σχεδόν σε κάθε αγώνα της Premier League, αυτό το Σαββατοκύριακο, θα παίζουν διάφοροι παίκτες του κύρους του Στράχαν. Όλα αυτά συνέβησαν σε ένα έθνος μεσαίου μεγέθους που δεν βγάζει πολλούς σπουδαίους ποδοσφαιριστές. Η ιστορία της Premier League αποτελεί την εναλλακτική ιστορία της σύγχρονης Αγγλίας. Το πρωτάθλημα πέτυχε χάρη στις δυνατότητες και τις ιδιαιτερότητες της Αγγλίας, όπως, για παράδειγμα, τη σχέση της χώρας με το χρήμα.

Οι σύλλογοι της Αγγλίας είχαν κυριαρχήσει στους ευρωπαϊκούς αγώνες, στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980, με τη συμβολή Σκωτσέζων, Ουαλών και Ιρλανδών παικτών. Ωστόσο, η δεκαετία του 1990 ξεκίνησε για το αγγλικό παιχνίδι στον απόηχο δύο σημαντικών επεισοδίων που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια αγώνων. Τριάντα εννέα άνθρωποι σκοτώθηκαν στο στάδιο Χέιζελ, στις Βρυξέλες, το 1985, με οπαδούς της Γιουβέντους να προσπαθούν να ξεφύγουν από οπαδούς της Λίβερπουλ. Τέσσερα χρόνια αργότερα, παρόμοια γεγονότα συνέβησαν και στο Χίλσμπορο, εξαιτίας της κακής αστυνόμευσης και είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο 97 πολιτών.

Δεν υπήρχαν πολλές ελπίδες, τον Οκτώβριο του 1990, όταν ο Γκρεγκ Ντάικ, επικεφαλής του ITV Sport, του καναλιού που μετέδιδε αγώνες κορυφαίας κατηγορίας, παρέθεσε ένα δείπνο για τους προέδρους των αυτοαποκαλούμενων συλλόγων «Big Five» της Αγγλίας. Σκόπευαν να φύγουν από τη Football League, για να σταματήσουν να μοιράζονται τα έσοδα από τα τηλεοπτικά δικαιώματα με τους υπόλοιπους 87 συλλόγους. Το σχέδιό τους ήταν η ITV να αγόραζε απευθείας τα δικαιώματα των πέντε συλλόγων. Οι πρόεδροι αποφάσισαν, τελικά, να δημιουργήσουν την Premier League. Ο Ντάικ, μερικές δεκαετίες μετά, μου είπε: «Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί ότι θα φτάναμε στο σημείο το αγγλικό ποδόσφαιρο να ανήκει σε ξένους, να έχει ξένους προπονητές και να υπάρχουν περισσότεροι ξένοι παρά Βρετανοί παίκτες;»

Οι αρχικές επιτυχίες της Premier League ήταν, εν μέρει, τυχαίες και oφείλονταν, κυρίως, σε αουτσάιντερ. Ένας νέος δορυφορικός τηλεοπτικός σταθμός, το Sky Sports του Ρούπερτ Μέρντοχ, πλειοδότησε το κανάλι ITV, αγοράζοντας τα τηλεοπτικά δικαιώματα του πρωταθλήματος για 60,8 εκατομμύρια λίρες τη σεζόν – τιμή ευκαιρία για εκείνη την εποχή, που οι περισσότεροι δεν πίστευαν.

Μόνο όσοι αγόρασαν δορυφορικά πιάτα μπορούσαν να παρακολουθήσουν το νέο πρωτάθλημα, κάτι που επέτρεψε και η κυβέρνηση, καθώς η Βρετανία, μετά τη Θάτσερ, έδινε ιδιαίτερη σημασία στην ελεύθερη αγορά – βασική προϋπόθεση για την επιτυχία της Premier League. Η σοσιαλδημοκρατική Γερμανία προβάλλει περισσότερους αγώνες του πρωταθλήματος σε διάφορα δωρεάν κανάλια. Όσο αξιοθαύμαστο κι αν είναι αυτό, σημαίνει ότι η μεγαλύτερη χώρα ποδοσφαίρου και οικονομία της Ευρώπης δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει το καλύτερο πρωτάθλημα της ηπείρου.

Εν τω μεταξύ, μετά το Χίλσμπορο, η κυβέρνηση της Βρετανίας είπε στους συλλόγους να ανακαινίσουν τα γήπεδά τους, τα οποία ήταν υπό κατάρρευση, και να τα γεμίσουν με θέσεις, ώστε να μπορούν όλοι οι θεατές να κάθονται. Ήταν μια προφανής επιχειρηματική ιδέα, με τους ποδοσφαιρικούς συλλόγους να αντιτίθενται σε αυτή. Όταν, όμως, αναγκάστηκαν να εκσυγχρονίσουν τους χώρους τους (και τις τουαλέτες), οι θεατές αυξήθηκαν, ενώ, μεταξύ αυτών, υπήρχαν, πλέον, και γυναίκες και οικογένειες.

Μόλις τα αγγλικά γήπεδα έγιναν ασφαλή, αποδείχθηκε ότι είναι φοβερά μέρη. Ο Σάιμον Ίνγκλις, χρονικογράφος των ποδοσφαιρικών σταδίων, αναφέρει ότι αυτό που βρίσκει ιδιοφυές στους Βρετανούς είναι το χαμηλό κόστος, με το οποίο κατάφεραν να εκσυγχρονίσουν τα γήπεδά τους.

Για εξοικονόμηση χώρου, οι κερκίδες ξεκινούσαν να υψώνονται αμέσως εκεί που τελείωνε ο αγωνιστικός χώρος. Δεν υπήρχε, δηλαδή, κάποιος διάδρομος στίβου, μεταξύ του αγωνιστικού χώρου και των κερκίδων, καθώς θεωρούσαν ότι ο στίβος δεν θα έφερνε χρήμα, με αποτέλεσμα οι οπαδοί να κάθονται ο ένας κολλητά στον άλλον, σε απόσταση «αναπνοής» από τον αγωνιστικό χώρο. Τα χαμηλά, φθηνά στέγαστρα  έκαναν τους ύμνους που τραγουδούσαν οι οπαδοί να ακούγονται ακόμη πιο δυνατά. Έτσι, αυτός ο θόρυβος έκανε τους παίκτες να συμπεριφέρονται ξέφρενα – χαρακτηριστικό γνώρισμα της Premier League.

Ο Ελβετός αρχιτέκτονας Ζακ Χερζόγκ, της Herzog & de Meuron, ο οποίος έχει κατασκευάσει στάδια, όπως το “Bird’s Nest” στο Πεκίνο, όπου έγιναν οι Ολυμπιακοί Αγώνες, και το Allianz Arena, στο Μόναχο, μου είπε κάποτε: «Όταν δημιουργούσα με τόσο πάθος τα γήπεδα είχα στο μυαλό μου το κλασικό αγγλικό στάδιο. Μερικά γήπεδα βγήκαν άσχημα, όπως το Old Trafford ή το Liverpool. Ωστόσο, διαθέτουν πολύ ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες, όπως πύλες ή τούνελ ή και άλλα χαρακτηριστικά που τα κάνουν να μοιάζουν με σπίτι για τους φιλάθλους. Για παράδειγμα, το τούνελ στο Liverpool [με την πινακίδα «This is Anfield»], μέσω του οποίου οι παίκτες μπαίνουν στο γήπεδο, είναι άκρως αρχιτεκτονικό». Ο Χέρτζογκ λάτρευε την οικειότητα που έβγαζαν τα «κατάμεστα» γήπεδα στην Αγγλία: «Το θέατρο του Σέξπιρ – ήταν, πιθανότατα, πρότυπο για τα γήπεδα ποδοσφαίρου στην Αγγλία».

Όπως στις αρχές της εποχής του Σέξπιρ, οι Άγγλοι φίλαθλοι θεωρούν ότι συμμετέχουν κι αυτοί στον αγώνα, συμβάλλοντας με τις επευφημίες και τα τραγούδια τους. Δεν έχουν εμμονή με τη νίκη. Οι ήττες αποτελούν «τροφή» για το αυτοσαρκαστικό τους χιούμορ, όπως ο κωμικός, Τζάσπερ Κάροτ, ο οποίος αντιμετωπίζει τη ζωή με την ιδεολογία ενός οπαδού της Μπέρμιγχαμ Σίτι, αναφέροντας ότι στη ζωή: «Κάτι χάνεις, κάτι κερδίζεις». Οι οπαδοί της Μάντσεστερ Σίτι, τη δύσκολη εποχή που έβλεπαν την ομάδα τους να παίζει με μικροσκοπικούς συλλόγους σε χαμηλότερες κατηγορίες, τραγουδούσαν σουρεαλιστικά: «Δεν είμαστε πραγματικά εδώ».

Ο σπουδαίος Ολλανδός ποδοσφαιριστής, Γιόχαν Κρόιφ, μου είπε το 2000: «Αν κοιτάξουμε άλλες χώρες, θα δούμε ότι έχουν διαφορετικές αξίες: η νίκη είναι ιερή. Στην Αγγλία, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτό που είναι ιερό είναι ο ίδιος ο αθλητισμός». Εφόσον επιτρέπεται στις ομάδες της Premier League να χάσουν, τολμούν να παίζουν ανοιχτά.

Το πρωτάθλημα βασίστηκε σε δύο άλλα, φαινομενικά αντιφατικά πλεονεκτήματα της αγγλικής κουλτούρας: την παράδοση και την κουλτούρα της νεολαίας. Οι παλαιότεροι χρονολογικά σύλλογοι του κόσμου αποτελούνται από άνδρες με άποψη και avant-garde κουρέματα. Τον Σεπτέμβριο του 1992, για παράδειγμα, ο 17χρονος Ντέιβιντ Μπέκαμ έκανε το ντεμπούτο του στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, η οποία τότε μετρούσε ήδη 114 χρόνια από την ίδρυσή της. Όπως φάνηκε και από τον γάμο του με τη Βικτόρια Άνταμς, τραγουδίστρια των Spice Girls, εκείνη την εποχή, το αγγλικό ποδόσφαιρο συνεργάζεται και με το άλλο στοιχείο της βρετανικής νεανικής κουλτούρας, τη μουσική. Η μικρή τότε πόλη-λιμάνι της Λίβερπουλ μάς έδωσε τους Beatles και τον σύλλογο της Λίβερπουλ. Οι οπαδοί της Μάντσεστερ Σίτι τραγουδούσαν διασκευασμένα τα τραγούδια του συγκροτήματος Oasis, το οποίο υποστήριζε τη Σίτι.

Ο Γάλλος Καντονά άρχισε να παίζει στη Λιντς τον Ιανουάριο του 1992. Στα 25 του, είχε ήδη παίξει σε έξι συλλόγους και μάλιστα είχε αποσυρθεί για λίγο από το ποδόσφαιρο, γιατί είχε πάει κοντά στα μέλη της πειθαρχικής επιτροπής του γαλλικού πρωταθλήματος και τους είχε αποκάλεσε «ηλίθιους». Για αυτή του την ενέργεια πήρε πολλές κόκκινες κάρτες. Ωστόσο, η Premier League τον είχε ανάγκη.

Ως αυτοαποκαλούμενος «καλλιτέχνης», ο Καντονά, όταν έπαιζε ποδόσφαιρο, συμπεριφερόταν σαν να έδινε παράσταση μπροστά σε κοινό. Θεωρούσε ότι οι Γάλλοι θεατές ήταν σκληροί και επικριτικοί. Αναθεώρησε, όμως, όταν είδε και τους Άγγλους φιλάθλους.

Ο Φέργκιουσον ήξερε ότι η Γιουνάιτεντ – χωρίς κάποιο τίτλο πρωταθλήματος από το 1967 – έπρεπε να εγκαταλείψει το πρωτόγονο «βρετανικό» ποδόσφαιρο με τις «μεγάλες μπαλιές». Ο Καντονά τού έδειξε τον τρόπο. Το 1993, ο Γάλλος οδήγησε τη Γιουνάιτεντ στον πρώτο τίτλο της «παρθενικής» Premier League (σεζόν 1992-93) και, εν τέλει, κατέληξε να αποτελεί «φιγούρα» πρωταθλήματος.

Το 1996, ο συμπατριώτης του Καντονά, Βενγκέρ, έγινε μάνατζερ της Άρσεναλ. «Ένιωθα σαν να τους άνοιγα μία πόρτα στον κόσμο», είπε αργότερα ο Βενγκέρ. Τους μετέδωσε τη γνώση που δεν είχε κανένας άλλος στην τότε νησιωτική Αγγλία. Για παράδειγμα, ο Μάικλ Κοξ στο The Mixer περιγράφει τη διατροφή της Arsenal πριν από τον Βενγκέρ με τα εξής λόγια:

«Πριν την προπόνηση, έτρωγαν ένα πλήρες αγγλικό πρωινό, ενώ, πριν από τον αγώνα, οι επιλογές που είχαν για να φάνε ήταν fish and chips, μπριζόλα, ομελέτα και φασόλια σε τοστ. Μετά τον αγώνα, τα πράγματα έγιναν ακόμη χειρότερα: ενώ επέστρεφαν με πούλμαν από το Νιούκαστλ, για παράδειγμα, ορισμένοι παίκτες έκαναν διαγωνισμό φαγητού, χωρίς κανένας να μπορεί να ξεπεράσει σε αριθμό τα εννέα πιάτα φαγητού που κατανάλωσε ο κεντρικός αμυντικός Στιβ Μπουλντ.»

Ο Βενγκέρ ήταν αυτός που είπε στους παίκτες της Άρσεναλ ότι θα ήταν καλό να τρώνε ψάρια και λαχανικά στον ατμό. Όντας πρωτοπόρος, ενθάρρυνε τη χρήση συμπληρωμάτων, όπως η κρεατίνη. Χρησιμοποίησε στατιστικά στοιχεία για να αναλύσει την απόδοση των παικτών, ενώ ήξερε και τα πάντα για τις μεταγραφές. Δεν χρειαζόταν μυστικιστική διορατικότητα για να αντιληφθούμε τη λαμπρότητα του παίκτη ρεζέρβα της Μίλαν, Πάτρικ Βιέιρα και του ρεζέρβα της Γιουβέντους, Τιερί Ανρί – το πλήθος του Χάιμπουρι το είδε μέσα σε 45 λεπτά στο ντεμπούτο του Βιέιρα εναντίον της Σέφιλντ Γουένσντεϊ – αλλά σχεδόν κανένας άλλος προπονητής στην Αγγλία δεν φαινόταν να έχει ακούσει για τους παίκτες αυτούς. Οι αγγλικοί σύλλογοι της εποχής σπάνια έψαχναν για παίκτες στο εξωτερικό.

Σύντομα, οι περισσότεροι προσέλαβαν τους δικούς τους ξένους μάνατζερ. (Μέχρι σήμερα, κανένας Άγγλος προπονητής δεν έχει κερδίσει την Premier League.) Ωστόσο, σημαντικό ρόλο στην επιτυχία του τηλεοπτικού show, στο οποίο μετατράπηκε το εν λόγω πρωτάθλημα, είναι ότι οι παίκτες μιλούσαν την παγκόσμια γλώσσα. Δεδομένου του ότι οι ποδοσφαιριστές στην Αγγλία δεν προβαίνουν συχνά σε δηλώσεις, επειδή τα ταμπλόιντ μετατρέπουν τα λόγια τους σε σκανδαλώδη πρωτοσέλιδα, οι κύριοι χαρακτήρες της σειράς είναι οι μάνατζερ. Τα παράπονα μεταξύ ανδρών όπως ο Βενγκέρ, ο Ζοσέ Μουρίνιο και ο Πεπ Γκουαρδιόλα προκάλεσαν το παγκόσμιο ενδιαφέρον. Κάτι τέτοιο δεν θα είχε το ίδιο αποτέλεσμα αν μιλούσαν Γερμανικά.

Από το 2003, οι ιδιοκτήτες συλλόγων, επίσης, διεθνοποιήθηκαν. Όταν ο Ρώσος ολιγάρχης, Αμπράμοβιτς, αποφάσισε να αγοράσει έναν ποδοσφαιρικό σύλλογο, σκέφτηκε να ψάξει στην Ισπανία και την Ιταλία. Ωστόσο, η διαδικασία απόκτησης των συλλόγων στις χώρες αυτές φαινόταν αρκετά περίπλοκη. Στην Ιταλία, πολλές οικογένειες που είχαν συλλόγους τούς περνούσαν από γενιά σε γενιά. Στην Ισπανία, οι μεγαλύτεροι σύλλογοι ανήκαν στους ίδιους τους φιλάθλους. Ο Αμπράμοβιτς, τελικά, κατέληξε να κυνηγάει συλλόγους στο Λονδίνο. Έχοντας πληροφορηθεί λανθασμένα ότι η Άρσεναλ δεν ήταν προς πώληση, ταξίδεψε στα προάστια του βόρειου Λονδίνου για να επιθεωρήσει την ομάδα των Spurs.

Το στάδιο της Τσέλσι βρισκόταν κοντά στο Νάιτσμπριντζ. Αγόρασε τον σύλλογο, από τον Κεν Μπέιτς, το 2003, και έκλεισε τη συμφωνία, πίνοντας ένα μπουκάλι νερό Evian στο ξενοδοχείο Ντόρτσεστερ. Αυτή η συμφωνία σήμανε την έναρξη μίας νέας εποχής για την Premier League: οι ξένοι να αγοράζουν και να χρηματοδοτούν τους παλιούς αγγλικούς συλλόγους.

Μερικές από αυτές τις περιουσίες δημιουργήθηκαν με έναν απροσδιόριστο τρόπο. Όταν ο Βινσέντ Κομπανί υπέγραψε στη Μάντσεστερ Σίτι, το 2008, του είπαν ότι η συνάντησή του με τον τότε ιδιοκτήτη του συλλόγου, πρώην πρωθυπουργό της Ταϊλάνδης, Τακσίν Σιναουάτρα, ακυρώθηκε, επειδή ο Τακσίν έπρεπε να κρυφτεί, μετά από κάποιο πρόβλημα που αντιμετώπιζε. Ωστόσο, δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας. Το κινητό του Κιθ Χάρις, επενδυτικού τραπεζίτη, χτυπούσε συνεχώς από ξένους που ρωτούσαν αν υπήρχαν αγγλικοί σύλλογοι που δεν είχαν ακόμη αγορασθεί. Ακόμη και η στρατιωτική χούντα της Μιανμάρ σκέφτηκε να αγοράσει τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ.

Η Premier League επωφελήθηκε από τη σύγχρονη αγγλική συνήθεια να καλωσορίζει το χρήμα από όπου κι αν αυτό προερχόταν. Αν το πρωτάθλημα θεωρείται ένα υπερτιμημένο μπαζάρ που ανήκει σε ξένους, ενώ και οι υπάλληλοί του είναι ξένης υπηκοότητας, το ίδιο ισχύει και για μεγάλο μέρος της οικονομίας του Ηνωμένου Βασιλείου. Η δυσπιστία προς το διεθνές κεφάλαιο, η οποία χαρακτηρίζει χώρες, όπως η Γαλλία ή η Γερμανία, δεν υπάρχει στην Αγγλία. Όταν το καθεστώς της Σαουδικής Αραβίας αγόρασε τη Νιούκαστλ, το περσινό έτος, οι φίλαθλοι το γιόρτασαν φορώντας μαντήλες. Οι ξένοι ιδιοκτήτες, οι οποίοι ξοδεύουν χωρίς ενδοιασμούς, έδωσαν τη δυνατότητας σε πολλές ομάδες να διεκδικήσουν τον τίτλο, αλλάζοντας, έτσι, τη μέχρι τότε συνήθεια των γερμανικών, ιταλικών και γαλλικών πρωταθλημάτων, όπου ένας μόνο σύλλογος κέρδιζε το πρωτάθλημα για πολλά χρόνια συνεχόμενα.

Ωστόσο, η μετατροπή του αγγλικού ποδοσφαίρου κορυφαίας κατηγορίας σε μια παγκοσμιοποιημένη πλουτοκρατία προκαλεί ανησυχίες. Μία θεωρία που υποστηρίζουν πολλοί είναι ότι η εθνική ομάδα της Αγγλίας απέτυχε επειδή η Premier League είχε πολύ λίγους Άγγλους παίκτες. Στο συγκεκριμένο σημείο μπορούν να παρατεθούν τα λόγια του μέσου της Αγγλίας, Στίβεν Τζέραρντ, ο οποίος λίγο πριν η ομάδα αποτύχει να προκριθεί στο Euro 2008 ανέφερε: «Νομίζω ότι αν έρθουν πάρα πολλοί ξένοι παίκτες, θα επηρεαστεί αρνητικά η εθνική μας ομάδα – αν δεν έχει ήδη επηρεαστεί».

Η σεζόν 2007-08 της Premier League είχε ξεκινήσει με τους Άγγλους να αποτελούν το 37% των πρώτων βασικών παικτών. Την περασμένη σεζόν, αντιπροσώπευαν το 38% του χρόνου παιχνιδιού. Το ερώτημα είναι: το 37-38% είναι λίγο ή πολύ; Ισοδυναμεί με περισσότερους από 70 Άγγλους ανά αγώνα – περισσότερους από οποιαδήποτε άλλη εθνικότητα σε αυτό που, σήμερα, αποκαλούμε το καλύτερο πρωτάθλημα του κόσμου. Οι πολύ επιτυχημένοι Κροάτες, Βέλγοι ή Πορτογάλοι ονειρεύονται να συγκεντρώνουν το 37-38% των λεπτών σε οποιοδήποτε μεγάλο πρωτάθλημα.

Οι Άγγλοι διεθνείς μαθαίνουν ανταγωνιζόμενοι, κάθε εβδομάδα, με ξένους αστέρες. Με τον τρόπο αυτό, μαθαίνουν και οι σύλλογοί τους. Οι ακαδημίες νέων της Premier League έχουν αναδιαμορφωθεί, συχνά υπό ξένη επίβλεψη, και, σήμερα, παράγουν μαζικά ποδοσφαιριστές διεθνούς κύρους, όπως οι Φιλ Φόντεν, Μπουκαγιό Σακά και Μέισον Μάουντ .

Πράγματι, από τότε που η Premier League έγινε διεθνής, στα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1990, οι επιδόσεις της Αγγλίας έχουν βελτιωθεί. Στην εποχή του βρετανικού πρωταθλήματος, από το 1968 έως το 1992, η Αγγλία έφτασε στα προημιτελικά μεγάλων τουρνουά τέσσερις φορές, σε 13 προσπάθειές της.

Αντίθετα, στη «διεθνή» περίοδο από το 1998 έως το 2018, έφτασε σε πέντε προημιτελικούς, σε 11 προσπάθειές της. (Χωρίς να αναφερθώ στα τρία τουρνουά στα οποία η Αγγλία είχε πλεονέκτημα έδρας.) Οι τέσσερις κορυφαίοι προπονητές της μεταπολεμικής Αγγλίας, με το υψηλότερο ποσοστό νικών, περιλαμβάνουν τους Φάμπιο Καπέλλο, Ρόι Χόντζσον και Γκάρεθ Σάουθγκεϊτ, οι οποίοι «έγραψαν ιστορία» από το 2008 και μετά, αλλά και τον Αλφ Ράμσεϊ, παγκόσμιο πρωταθλητή το 1966. Ο διεθνισμός της Premier League φαίνεται ότι, τελικά, ωφέλησε τις εθνικές ομάδες. Μετά τα επιτυχημένα τουρνουά της Αγγλίας, το 2018 και το 2021, οι φόβοι και τα άγχη για την άφιξη των ξένων παικτών εξαφανίστηκαν.

Ωστόσο, η μεγαλύτερη πηγή αγωνίας για το πρωτάθλημα ήταν πάντα τα χρήματα. Ήδη από το 1995, ο αρχηγός του Εργατικού Κόμματος, Τόνι Μπλερ, είπε σε δείπνο που δόθηκε σε παίκτες και διευθυντές στο ξενοδοχείο Savoy του Λονδίνου ότι το νέο παιχνίδι κινδύνευε να «μολυνθεί από την απληστία». Αναρωτιόταν, επίσης, αν όντως υπήρχε ποδοσφαιριστής που να άξιζε πραγματικά τα 7 εκατομμύρια λίρες που πλήρωσε πρόσφατα η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ στη Νιούκαστλ για τον Άντι Κόουλ. Παραπονέθηκε, ακόμη, για την αύξηση των τιμών των εισιτηρίων.

Οι ίδιες ανησυχίες ισχύουν και σήμερα, με τα έξοδα μεταγραφής να φτάνουν τα 100 εκατομμύρια λίρες και το φθηνότερο εισιτήριο διαρκείας της Άρσεναλ να κοστίζει 891 λίρες. Η χειρότερη ομάδα της Premier League λαμβάνει περισσότερα έσοδα από τις τηλεοπτικές μεταδόσεις σε σύγκριση με οποιαδήποτε άλλη ομάδα στην ηπειρωτική Ευρώπη, εκτός από τη Ρεάλ Μαδρίτης, την Ατλέτικο Μαδρίτης και την Μπαρτσελόνα. Τα ετήσια έσοδα από την τηλεόραση των αγγλικών συλλόγων της κορυφαίας κατηγορίας αυξήθηκαν από 11 εκατομμύρια λίρες, το 1991-92, σε 2,5 δισεκατομμύρια λίρες, την περασμένη σεζόν – εκατονταπλάσια αύξηση σε πραγματικούς όρους. Φανταστείτε πόσο θα μπορούσε να αλλάξει ένα άτομο, εάν, ξαφνικά, το εισόδημά του εκατονταπλασιαζόταν. Οι κριτικοί προειδοποιούν ότι το αγγλικό ποδόσφαιρο έχει χάσει την ταυτότητά του ή, ενδεχομένως, την ψυχή του. Στις καθημερινές συζητήσεις σχετικά με το ποδόσφαιρο, η «φούσκα» της Premier League είναι πάντα έτοιμη να σκάσει.

Ωστόσο, οι οπαδοί φαίνονται, παραδόξως, απτόητοι. Και οι 20 σύλλογοι στην Premier League, το 2018-19, είχαν περισσότερους θεατές, κατά μέσο όρο, από ό,τι το 1992-93, υπολογίζει ο αθλητικός οικονομολόγος, Στέφαν Σιμάνσκι, συν-συγγραφέας μου στο Soccernomics. Από τους 78 συλλόγους, που ήταν παρόντες στις τέσσερις κορυφαίες κατηγορίες και τις δύο σεζόν, οι 64 είχαν μεγαλύτερη προσέλευση.

Αραιά και που οι σύλλογοι μπορεί να αντιμετωπίζουν ορισμένα οικονομικά προβλήματα, αλλά, τα αντιμετωπίζουν, γρήγορα, και συνεχίζουν απτόητοι, όπως συνέβη και με τους Μπέρι και Μάκλσφιλντ. Σχεδόν κάθε αγγλικός σύλλογος, που δημιουργήθηκε πριν 100 χρόνια, συνεχίζει κανονικά μέχρι και σήμερα.

Είναι αλήθεια ότι η αύξηση των τιμών των εισιτηρίων – το μέσο κόστος τους είναι, σήμερα, 32 λίρες ανά αγώνα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Premier League – αποκλείει τους φτωχότερους φιλάθλους από τα γήπεδα. Οι σύλλογοι ίσως να πρέπει να ακολουθήσουν το παράδειγμα των θεάτρων στις κρατήσεις εισιτηρίων, προσφέροντας εκπτώσεις για ανέργους, για άτομα με ειδικές ανάγκες και για το προσωπικό του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΝΗS). Ωστόσο, πριν από την Premier League, ένα άλλο είδος αποκλεισμού χαρακτήριζε το αγγλικό ποδόσφαιρο: βλέποντας φωτογραφίες από το κοινό, το 1992, αναρωτιέται κανείς: γιατί δεν υπάρχουν γυναίκες και μαύροι μεταξύ των οπαδών;

Παρά τις τιμές των εισιτηρίων, σήμερα, μπορεί να γεμίσουν και οι 60.000 θέσεις στο Emirates Stadium της Άρσεναλ, όποτε το επιτρέπουν τα μέτρα κατά του κορωνοϊού. Αν ένας οπαδός της Άρσεναλ από το 1992, ή ακόμη από το 1922, επέστρεφε για τον αγώνα του Σαββάτου με την Μπρέντφορντ, θα έβρισκε πολλές ομοιότητες με εκείνη την εποχή: το παιχνίδι, τα χρώματα του συλλόγου, το «δέσιμο» των οπαδών με την ομάδα τους, το εβδομαδιαίο τελετουργικό. Μόνο το ποδόσφαιρο έχει βελτιωθεί τόσο πολύ, σε σημείο που να είναι, πλέον, «αγνώριστο».

Πρόσφατα Άρθρα
Μουντιάλ: Ο τελικός της… Ισπανίας!
Business of Sport |

Ο τελικός της… Ισπανίας!

Η κατοχή ήταν συντριπτική υπέρ των Ισπανών και το πάνω από 80% επέτρεψε στην πρώην πρωταθλήτρια κόσμου να επιτίθεται κατά κύματα και ώρες ώρες να δημιουργεί καταστάσεις στην εστία του (γνώριμου στους Ισπανούς) γκολκίπερ Κέιλορ Νάβας