Όταν το «Δόγμα Μονρόε» γίνεται «Δόγμα Τραμπ»

Ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επιλέγει μια ιδιαίτερα επιθετική εκδοχή του «Δόγματος Μονρόε» και μάλιστα χωρίς να το περιορίζει στη Λατινική Αμερική

Όταν το «Δόγμα Μονρόε» γίνεται «Δόγμα Τραμπ»

Στις 23 Δεκεμβρίου αμερικανικά μέσα ενημέρωσης ανέφεραν ότι είχαν μετασταθμεύσει στο Πουέρτο Ρίκο δύο μονάδες αεροπορικής υποστήριξης επιχειρήσεων ειδικών δυνάμεων των ΗΠΑ, η 27η Πτέρυγα Ειδικών Επιχειρήσεων και το 160ο Αερομεταφερόμενο Σύνταγμα Ειδικών Επιχειρήσεων. Και οι δύο ειδικεύονται σε επιχειρήσεις διείσδυσης και απαγωγής / φυγάδευσης, παρέχοντας την αναγκαία αεροπορική υποστήριξη την ώρα που ειδικές δυνάμεις (όπως η «Δύναμη Δέλτα») διεξάγουν ειδικές επιχειρήσεις εξόντωσης ή απαγωγής. Η κίνηση, τμήμα αυτή μιας ευρύτερης ανάπτυξης αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων γύρω από τη Βενεζουέλα – είχαν άλλωστε προηγηθεί οι επιθέσεις σε σκάφη στην Καραϊβική – έδειχνε ότι πλέον και οι απαγωγές ή οι στοχευμένες δολοφονίες συμπεριλαμβάνονταν στο ρεπερτόριο των σχεδίων των ΗΠΑ για τη Βενεζουέλα. Δύο μέρες, μετά, σύμφωνα με τις επίσημες αμερικανικές ανακοινώσεις, ο Πρόεδρος Τραμπ έδωσε το πράσινο φως για την επιχείρηση απαγωγής του Προέδρο της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο.

Λίγο νωρίτερα η αναθεωρημένη Στρατηγική Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ, υπογεγραμμένη από τον Ντόναλντ Τραμπ περιλάμβανε την ακόλουθη αναφορά: «Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επαναβεβαιώσουν και θα επιβάλουν το Δόγμα Μονρόε για να αποκαταστήσουν την αμερικανική υπεροχή στο Δυτικό Ημισφαίριο και να προστατεύσουν την πατρίδα μας και την πρόσβασή μας σε βασικές γεωγραφικές περιοχές σε ολόκληρη την περιοχή. Θα αρνηθούμε στους ανταγωνιστές εκτός του ημισφαιρίου τη δυνατότητα να τοποθετήσουν δυνάμεις ή άλλες απειλητικές δυνατότητες, ή να κατέχουν ή να ελέγχουν στρατηγικά ζωτικά περιουσιακά στοιχεία στο ημισφαίριό μας. Αυτό το “Συμπλήρωμα Τραμπ” στο Δόγμα Μονρόε είναι μια λογική και ισχυρή αποκατάσταση της αμερικανικής ισχύος και των προτεραιοτήτων, σύμφωνη με τα αμερικανικά συμφέροντα ασφάλειας.»

Ο Τζέιμς Μονρόε, πέμπτος Πρόεδρος των ΗΠΑ, είχε διατυπώσει τη σχετική θέση το 1823, ξεκαθαρίζοντας ότι το δυτικό ημισφαίριο και ειδικά η Λατινική Αμερική δεν θα μπορούσε να είναι ζώνη επιρροής των δυνάμεων του «Παλαιού Κόσμου», δηλαδή των ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών, αλλά των ΗΠΑ. Παρότι θα πάρει αρκετό καιρό στις ΗΠΑ για να επιβάλουν αυτή την πολιτική, καθώς δεν είχαν την αναγκαία στρατιωτική ισχύ, εντούτοις θα μεταφραστεί, ήδη από το τέλος του 19ου αιώνα σε όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα, στο δικαίωμα ένοπλης παρέμβασης των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική.

Ο Πρόεδρος Τραμπ επιστρέφει σε αυτή την παράδοση ενός αμερικανικού ένοπλου παρεμβατισμού, παρότι υποτίθεται ότι ήταν αντίθετος στις αμερικανικές πολεμικές εμπλοκές εκτός συνόρων και το ίδιο ισχύει ακόμη περισσότερο για ένα μέρος της εκλογικής του βάσης. Αλλά και οι ίδιες οι ΗΠΑ πλήρωσαν αρκετά ακριβό τίμημα για τις «αυτοκρατορικές» επεμβάσεις τους και την αλαζονεία της πεποίθησης ότι μπορούν ένοπλα να εξάγουν «δημοκρατία και οικονομία της αγοράς». Οι πόλεμοι στο Αφγανιστάν και το Ιράκ είχαν τεράστιο κόστος όχι μόνο για τις χώρες που υπέστησαν την ένοπλη επέμβαση και κατοχή, αλλά και για τις ίδιες τις ΗΠΑ, χωρίς τελικά να έχουν το αποτέλεσμα που ήθελαν, με συμβολικό αποκορύφωμα την επιστροφή του Αφγανιστάν στον έλεγχο των Ταλιμπάν τον Αύγουστο το 2021.

Ωστόσο, παρά την ρητορική του ο Ντόναλντ Τραμπ έχει εμπλακεί σε πολεμικές επιχειρήσεις στο εξωτερικό, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν, ενώ πολύ πρόσφατα έγιναν αμερικανικοί βομβαρδισμοί στη Νιγηρία εναντίον θέσεων ισλαμιστών ανταρτών.

Αυτό αποτυπώνεται και σε μια ρητορική που συχνά «υπόσχεται» στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ σε οτιδήποτε ο Τραμπ θεωρεί προβληματικό. Πιο πρόσφατο παράδειγμα οι αναφορές του ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να παρέμβουν ένοπλα στο Ιράν, στο φόντο των κινητοποιήσεων διαμαρτυρίας για την κακή οικονομική κατάσταση της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Και βέβαια οι ΗΠΑ επιμένουν να ενισχύουν στρατιωτικά την Ταϊβάν, παρότι αυτό παγίως αντιμετωπίζεται ως πρόκληση από το Πεκίνο.

Όμως, ειδικά στη Λατινική Αμερική είναι σαφές ότι οι ΗΠΑ και ο ίδιος ο Τραμπ θεωρούν ότι αποτελεί μια «ειδική» ζώνη επιρροής, στην οποία δεν μπορούν να έχουν ιδιαίτερη παρουσία άλλες ανταγωνιστικές δυνάμεις και ιδιαίτερα η Κίνα. Αν προσθέσουμε σε αυτό ότι ο Τραμπ έχει αντιστρέψει εν πολλοίς την αμερικανική πολιτική υπέρ της Πράσινης Μετάβασης δίνοντας έμφασης στις εξορύξεις, τα τεράστια κοιτάσματα πετρελαίου της Βενεζουέλας, εθνικοποιημένα από το Ούγκο Τσάβες, γίνεται σαφές ότι έχουμε να κάνουμε και με «ζωτικής σημασίας περιουσιακά στοιχεία» για τις ΗΠΑ.

Από την άλλη, ο Τραμπ έχει κλιμακώσει μια πολιτική επιλογή που έχουν κάνει από δεκαετίες οι ΗΠΑ, που είναι η αξιοποίηση του «πολέμου κατά των ναρκωτικών» ως εργαλείου άσκησης πολιτικής στη Λατινική Αμερική. Βεβαίως, αυτό στην περίπτωση της Βενεζουέλας έχει και τη μορφή προσχήματος, εάν σκεφτούμε ότι μικρό μέρος των παράνομων ουσιών που φτάνουν στις ΗΠΑ έχουν προέλευση αυτή τη χώρα.

Σε αυτό το φόντο, η Βενεζουέλα, μια χώρα που πρωτίστως στην περίοδο της διακυβέρνησης του Ούγκο Τσάβες ήταν το πιο προχωρημένο παράδειγμα μετασχηματισμού στη Λατινική Αμερική ήταν αρκετά χρόνια για τις ΗΠΑ μια ενοχλητική ανορθογραφία. Συνέβαλαν σε αυτό και οι σχέσεις της με τη Ρωσία και την Κίνα. Βεβαίως, ήταν μια χώρα με τεράστια κοινωνικά προβλήματα, σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα και των πολυετών αμερικανικών κυρώσεων, ενώ οι χώρες της Δύσης χρόνια τώρα είχαν επιλέξει να αναγνωρίζουν φιγούρες της αντιπολίτευσης ως «νόμιμους εκπροσώπους» της χώρας. Ωστόσο, φάνηκε ότι πολιτικό ρεύμα του «τσαβισμού» και η ιδεολογία της «Βολιβαριανής Επανάστασης» διατηρούσε επαρκή λαϊκή υποστήριξη και το κυβερνών PSUV διατηρούσε επαρκή έλεγχο του κράτους και του στρατού, ώστε να μην έχουν ευοδωθεί οι όποιες προσπάθειες για πραξικόπημα.

Βεβαίως, την ίδια στιγμή ήταν σαφές ότι τα πράγματα είχαν φτάσει σε ένα οριακό σημείο και ως προς την εσωτερική κοινωνική κατάσταση και ως προς το νέο κύμα ένοπλων πιέσεων και κυρώσεων, ενώ φαίνεται ότι υπήρχαν και προσπάθειες από τη μεριά της Βενεζουελάνικης κυβέρνησης να βρεθεί κάποιου τύπου συμβιβασμός.

Ωστόσο, φαίνεται ότι στο εσωτερικό της κυβέρνησης Τραμπ «ωρίμασε» η σκέψη ότι αυτό που χρειαζόταν ήταν ένα «χειρουργικό χτύπημα» με όρους «αποκεφαλισμού» της ηγεσίας, κατά τρόπο ανάλογο της σύλληψης Νοριέγκα στον Παναμά (που ήταν βέβαια προηγουμένως κατεξοχήν υποστηρικτής των ΗΠΑ στην περιοχή), αν και χωρίς μια ανάλογης κλίμακας πολεμική επιχείρηση.

«Ενθαρρύνθηκαν» ο Τραμπ και η υπόλοιπη αμερικανική ηγεσία στην επιλογή τους και από το γεγονός ότι δεν θα υπήρχαν διεθνή εμπόδια από άλλες χώρες. Η Ρωσία όχι μόνο επικεντρώνει στην Ουκρανία αλλά και δεν επιθυμεί να διακινδυνεύσει τη συνεννόηση με τον Τραμπ για μια δυνητική υπέρ της ειρηνευτική διαδικασία, την ώρα που η Κίνα δεν έχει επιδείξει διαθέσεις κλιμάκωσης, πέραν ρητορικών καταγγελιών και επενδύει περισσότερο στο να στέλνει το μήνυμα ότι η ίδια δεν θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο. Όσο για την Ευρώπη ήταν ήδη πλήρως ευθυγραμμισμένη με τη ανάγκη «αλλαγής καθεστώτος» στη Βενεζουέλα – συμβολική έκφραση το βραβείο Νόμπελ σε εκπρόσωπο της αντιπολίτευσης –, κάτι που φάνηκε και στο πώς αρκετοί Ευρωπαίοι ηγέτες, απέφυγαν ακόμη και να σχολιάσουν την κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου από τις ΗΠΑ.

Και εδώ είναι που αρχίζουν οι αβεβαιότητες. Παρότι καθαυτή η απαγωγή και σύλληψη Μαδούρο, με όλες τις συνεπακόλουθες πρακτικές μηντιακής διαπόμπευσης, αποτελούν πλήγμα για τη Βενεζουέλα και «προβολή ισχύος» για τον Τραμπ, εντούτοις από μόνες τους δεν σημαίνουν «αλλαγή καθεστώτος».

Την ίδια στιγμή οι δηλώσεις Τραμπ ότι οι ΗΠΑ θα «διοικήσουν τη Βενεζουέλα», περιέχουν υψηλό βαθμό ασάφειας καθώς αντιλαμβανόμαστε ότι δεν είναι εύκολο να διοικηθεί μια χώρα του μεγέθους της Βενεζουέλας «εξ αποστάσεως». Τα σημάδια από το Καράκας, παρά την προφανή ύπαρξη αμερικανικής διείσδυσης που επέτρεψε και την πραγματοποίηση της επιχείρησης, δεν παραπέμπουν σε αλλαγή πολιτικής, τουλάχιστον ρητά. Η αντιπολίτευση πανηγυρίζει, αλλά εκτός συνόρων, την ώρα που εντός συνόρων οι κινητοποιήσεις ήταν υπέρ της κυβέρνησης. Ούτε υπάρχουν, προς το παρόν τουλάχιστον, σημάδια ότι θα υπάρξει ανοιχτή μεταστροφή του κυβερνώντος κόμματος ή κάτι που θα παραπέμπει σε ανατροπή, την ώρα που η αντιπολίτευση παρά τις μεγάλες κινητοποιήσεις που οργάνωσε τα προηγούμενα χρόνια δεν δείχνει να μπορεί τώρα να εκμεταλλευτεί η νέα συγκυρία. Όσο για το εάν υπάρχουν παρασκηνιακές συνεννοήσεις, όπως αυτές στις οποίες παρέπεμπε η θετική αποστροφή Τραμπ για την αντιπρόεδρο Ροδρίγκες, αυτές σε επίπεδο δημόσιων διαβημάτων δεν έχουν επιβεβαιωθεί.

Προφανώς, υπάρχει η λύση «τύπου Ιράκ», δηλαδή η προσπάθεια οι ΗΠΑ να επιβάλουν ένοπλα αυτή την «αλλαγή καθεστώτος», μόνο που αυτό απαιτεί παρουσία στρατιωτικών δυνάμεων των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα και μάλιστα σε ικανό βαθμό ώστε να αντιμετωπίσει τυχόν αντίσταση από τις ένοπλες δυνάμεις και τις ένοπλες πολιτοφυλακές, με δεδομένη μάλιστα και την εμπειρία του Ιράκ όπου η φαινομενικά εύκολη κατίσχυση μετατράπηκε σε παρατεταμένη εμπλοκή. Αυτό θα προσκρούσει όχι μόνο στις επιχειρησιακές δυσκολίες, αλλά και στο γεγονός ότι η βάση του Τραμπ κατεξοχήν αντιτίθεται στην ιδέα ότι οι ΗΠΑ θα πρέπει να στέλνουν ένοπλες δυνάμεις σε πολεμικές συγκρούσεις χωρίς τέλος.

Είναι σαφές ότι το «Δόγμα Τραμπ» αποδεικνύει ότι ο ένοπλος παρεμβατισμός παραμένει, διαχρονικά, πυρήνας της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ. Η κλιμάκωσή του την ώρα που ο κόσμος με διάφορες μορφές γίνεται ολοένα πιο «πολυπολικός», έρχεται να υπενθυμίσει ένα μοτίβο που έχουμε δει συχνά, δηλαδή την τάση οι ΗΠΑ να αναπληρώνουν το πραγματικό ηγεμονικό τους έλλειμμα μέσα από την προβολή ισχύος, με την περιφρόνηση της όποιας νομιμοποίησης με όρους διεθνούς δικαίου – στη διολίσθηση από την απόφαση του ΟΗΕ για τον πρώτο πόλεμο του Ιράκ, στη λογική της «συμμαχίας των προθύμων» στον δεύτερο, στην απλή επίκληση διώξεων δικαστηρίων των ΗΠΑ σήμερα – να γίνεται οργανικό στοιχείο αυτής της προβολής.

Ωστόσο, το πώς μεταφράζεται το «Δόγμα Τραμπ» στη διακυβέρνηση κρατών που οι ΗΠΑ θεωρούν στρατηγικής σημασίας και σε ποιο βαθμό έχουν τη διάθεση ή και τη δυνατότητα να αναλάβουν το οικονομικό και στρατιωτικό κόστος μιας τέτοιας διαδικασίας, αυτή τη στιγμή σε κανένα βαθμό δεν έχουν αποσαφηνιστεί. Ούτε έχει αποσαφηνιστεί το σε ποιο βαθμό οι ΗΠΑ είναι προετοιμασμένες να διαχειριστούν τη νομιμοποίηση που δίνουν με τις ίδιες τις επιλογές τους στις «μονομερείς ενέργειες» και την περιφρόνηση του διεθνούς δικαίου.

Πηγή: in.gr

OT Originals

ot.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθυντής Σύνταξης: Χρήστος Κολώνας

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ΟΝΕ DIGITAL SERVICES MONOΠΡΟΣΩΠΗ ΑΕ

Μέτοχος: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 801010853, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: ot@alteregomedia.org, Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

Μέλος

ened
ΜΗΤ

Aριθμός Πιστοποίησης
Μ.Η.Τ.232433

Απόρρητο