Με αφορμή τα πρόσφατα γεγονότα στη Βενεζουέλα, τα ενεργειακά ζητήματα επανήλθαν και πάλι στο προσκήνιο της διεθνούς πολιτικής. Η κυρίαρχη ερμηνεία των ημερών θέλει τις εξελίξεις να συνδέονται άμεσα με τη θέση της Βενεζουέλας στον παγκόσμιο ενεργειακό χάρτη και, ειδικότερα, με τα τεράστια αποθέματα πετρελαίου που διαθέτει η χώρα. Μια τέτοια προσέγγιση όμως είναι τραγικά επιφανειακή.
Είναι αλήθεια ότι η Βενεζουέλα διαθέτει περίπου 300 δισεκατομμύρια βαρέλια αποδεδειγμένων αποθεμάτων, ποσοστό που αντιστοιχεί σχεδόν στο 20% των παγκόσμιων αποθεμάτων. Όμως τα αποθέματα από μόνα τους δεν παράγουν ισχύ. Αυτό που μετρά στη διεθνή αγορά είναι η παραγωγή, η εξαγωγική δυνατότητα και –κυρίως– η διάρκεια των παραγωγικών και εξαγωγικών αυτών δυνατοτήτων.
Μικρά νούμερα με μικρές προοπτικές
Σήμερα, η παραγωγή πετρελαίου της Βενεζουέλας κινείται στα 900.000 βαρέλια ημερησίως, δηλαδή λιγότερο από το 1% της παγκόσμιας παραγωγής, ενώ οι εξαγωγές της δεν ξεπερνούν τα 600.000 βαρέλια την ημέρα. Με αυτά τα μεγέθη, η χώρα είναι πρακτικά μη υπολογίσιμη στη λειτουργία και σταθερότητα της διεθνούς πετρελαϊκής αγοράς.
Ακόμη και στο υποθετικό –και εξαιρετικά δύσκολο στην πράξη– σενάριο πλήρους ελέγχου της ιδιοκτησίας των πετρελαϊκών πόρων της χώρας από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τα περιθώρια ουσιαστικής αλλαγής του παραγωγικού και εξαγωγικού δυναμικού της Βενεζουέλας για την επόμενη πενταετία είναι ιδιαιτέρως περιορισμένα καθώς οι διαλυμένες εγκαταστάσεις απαιτούν τεράστια ποσά και χρόνο για να έρθουν σε αξιοποιήσιμη κατάσταση και να ξεπεράσουν τις δομικές αδυναμίες των προηγούμενων πενήντα ετών.
Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι ακόμα και στην καλύτερη ιστορικά της φάση ως πετρελαιοπαραγωγός χώρα τη δεκαετία του ’80, και με πλήρη συνεργασία με τις αμερικανικές εταιρείες, η Βενεζουέλα δεν ξεπέρασε ποτέ τα 3 εκατομμύρια βαρέλια ημερήσιας παραγωγής και αντίστοιχα τα 2 εκατομμύρια βαρέλια εξαγωγών. Και ενώ τότε αυτά τα νούμερα ήταν πιο υπολογίσιμα (καθώς η παγκόσμια παραγωγή ήταν μικρότερη) σήμερα πλέον, ακόμα και αν έφτανε πάλι σε αυτά τα επίπεδα, τα πετρέλαια της Βενεζουέλας δεν θα ήταν κάτι το αξιόλογο.
Η στρατηγική θα οδηγούσε τις ΗΠΑ αλλού
Αν οι ΗΠΑ είχαν πράγματι μια συνεκτική στρατηγική στόχευση ελέγχου ενεργειακών πόρων εκτός των συνόρων τους, αυτή θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως προσπάθεια μείωσης της τρωτότητάς τους από τη γεωγραφική συγκέντρωση των εξαγωγικών τους υποδομών στον Κόλπο του Μεξικού που όντως αποτελεί μια περιοχή με αυξανόμενους κλιματικούς κινδύνους. Σε μια τέτοια λογική, η απόκτηση ή ο έλεγχος ενεργειακών assets τρίτων χωρών, ακόμη και δια της βίας, θα μπορούσε να θεωρηθεί μια κυνικά «αναμενόμενη» επιλογή. Ακόμη και τότε, όμως, η Βενεζουέλα δεν θα ήταν η προφανής επιλογή.
Στη Λατινική Αμερική υπάρχουν χώρες με σαφώς μεγαλύτερη και πιο αξιόπιστη ενεργειακή δυναμική. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Γουιάνα, στα ανατολικά σύνορα της Βενεζουέλας, με παραγωγή που ήδη αγγίζει τα 900.000 βαρέλια ημερησίως, έντονα αυξητικές τάσεις και σημαντικά αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, η οποία με λιγότερο από 800 χιλιάδες κατοίκους και σχεδόν καθόλου στρατό, θα μπορούσε να αποτελεί σαφώς πιο ελκυστικό στόχο σε όρους επιθετικής, κυνικής, ενεργειακής στρατηγικής αν αυτό ήταν το ζητούμενο των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα.
Ο κόσμος έχει αλλάξει προ πολλού
Η προσπάθεια λοιπόν να ερμηνευθεί η αμερικανική επιχείρηση στη Βενεζουέλα αποκλειστικά –ή έστω κυρίως– ως κίνηση ελέγχου πετρελαϊκών πόρων αποτελεί μια αναλυτική προσέγγιση εγκλωβισμένη σε δεδομένα του παρελθόντος και σε μια ξεπερασμένη χαρτογράφηση της παγκόσμιας ενεργειακής ισχύος καθώς οι παίχτες που καθορίζουν σήμερα τους όρους του παιχνιδιού δεν είναι αυτοί που ξέραμε.
Οι «παραδοσιακές» ενεργειακές δυνάμεις του παρελθόντος, η Σαουδική Αραβία, η Ρωσία, η Βενεζουέλα, το Ιράν και το Ιράκ, δεν αποτελούν πλέον ρυθμιστές του παγκόσμιου ενεργειακού συστήματος, αλλά διαβαθμισμένους, συχνά ευάλωτους δρώντες σε ένα πολύ πιο σύνθετο περιβάλλον. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Βενεζουέλα -όπως και το Ιράν- (για το οποίο υποθέτω θα αρχίσουμε να ακούμε πάλι όλο και περισσότερο στη συνέχεια) συγκαταλέγονται στους μικρότερους και πιο περιορισμένους από αυτούς τους παίκτες. Υπό αυτή την έννοια, η επιμονή σε μια «πετρελαϊκή» εξήγηση των εξελίξεων στη Βενεζουέλα δεν απλοποιεί την ανάλυση αλλά μάλλον τη στρεβλώνει.
Επίπτωση στις τιμές
Σε κάθε περίπτωση πάντως, αν κάτι μπορεί να προκύψει στα ενεργειακά από την πρόσφατη κίνηση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα αυτό νομίζω θα ήταν μια περαιτέρω πτώση των διεθνών τιμών του πετρελαίου αφού έστω και η προσδοκία για μια κάποια αύξηση της παραγωγής και των εξαγωγών της Βενεζουέλας (που δεν θα ήταν δύσκολο να πάει από τα τωρινά 900.000 βαρέλια/μέρα στα 1,2 – 1,3 εκ. βαρέλια/μέρα) θα ήταν αρκετή για να σπρώξει την ήδη άσχημη ψυχολογία των traders πετρελαίου σε ακόμα χαμηλότερα επίπεδα και μαζί της να φέρει και τις τιμές κοντύτερα στα 55 δολ./βαρέλι τους επόμενους μήνες.
Η Ευρώπη και πάλι δεμένη
Από τις πρόσφατες όμως εξελίξεις, το πραγματικά ανησυχητικό στοιχείο των ημερών δεν βρίσκεται στη Λατινική Αμερική αλλά στην Ευρώπη. Η ΕΕ, σε επίπεδο Κομισιόν και κρατών-μελών, έχοντας οδηγηθεί σε μια υπερβολικά υψηλή εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες, περιορίζει πλέον δραστικά το εύρος των πολιτικών και διπλωματικών αντιδράσεών της. Στην υπόθεση της Βενεζουέλας, αυτό μεταφράζεται σε αμηχανία, σιωπή ή έμμεση ευθυγράμμιση – ανεξαρτήτως αρχών, διεθνούς δικαίου ή στρατηγικών συμφερόντων.
Και αυτό, σε έναν κόσμο αυξανόμενης γεωπολιτικής αστάθειας και ενεργειακής μετάβασης, δεν είναι καθόλου καλό σημάδι.
Ο Μιχάλης Μαθιουλάκης είναι Αναλυτής Ενεργειακής Στρατηγικής, Διδάκτορας Ενεργειακών θεμάτων του Τμήματος Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Ακαδημαϊκός Διευθυντής του Greek Energy Forum και Επιστημονικός Συνεργάτης του ΕΛΙΑΜΕΠ.







































