Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το μικρότερο μέσο μέγεθος επιχείρησης, με περιορισμένη συγκέντρωση κύκλου εργασιών σε μεγάλες εταιρείες και με ελάχιστο αριθμό επιχειρήσεων που μπορούν να επενδύσουν συστηματικά σε τεχνολογία και να σταθούν ανταγωνιστικά στις διεθνείς αγορές.
Στην Ελλάδα, πάνω από το 95% των επιχειρήσεων απασχολεί λιγότερους από 10 εργαζόμενους. Οι πολύ μικρές μονάδες κυριαρχούν όχι μόνο στην απασχόληση, αλλά και στη διάρθρωση της αγοράς. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι μεγάλες επιχειρήσεις συγκεντρώνουν δυσανάλογα μεγάλο μέρος του κύκλου εργασιών, των επενδύσεων και των εξαγωγών. Στην ελληνική οικονομία, το βάρος αυτό κατανέμεται εντελώς διαφορετικά.
Στην Ελλάδα, πάνω από το 95% των επιχειρήσεων απασχολεί λιγότερους από 10 εργαζόμενους
Το αποτέλεσμα είναι μια οικονομία με έντονη επιχειρηματική κινητικότητα, αλλά χαμηλή ικανότητα συσσώρευσης. Πολλές επιχειρήσεις, αλλά λίγες που μεγαλώνουν πραγματικά. Πολλές δραστηριότητες, λίγες που δημιουργούν σταθερό πλεόνασμα για επένδυση.
Ανάπτυξη χωρίς δυνάμεις
Η έλλειψη επιχειρήσεων κλίμακας δημιουργεί ένα διαρκές αναπτυξιακό παράδοξο. Η οικονομία μπορεί να αναπτύσσεται μέσω κατανάλωσης, τουρισμού ή κατασκευών, αλλά δυσκολεύεται να δημιουργήσει εκείνες τις συνθήκες που τραβούν προς τα πάνω την παραγωγικότητα.
Οι επιχειρήσεις μικρής κλίμακας:
● επενδύουν λιγότερο σε τεχνολογία και εξοπλισμό,
● έχουν περιορισμένη πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση,
● λειτουργούν με χαμηλότερα περιθώρια κέρδους,
● και αποφεύγουν το ρίσκο της επέκτασης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, πάνω από το 95% των επιχειρήσεων στη χώρα απασχολούν έως 9 εργαζομένους, ενώ ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση κινείται κοντά στο 92%. Η διαφορά γίνεται πιο έντονη αν εξεταστεί το μέσο μέγεθος επιχείρησης, καθώς στην Ελλάδα αντιστοιχούν περίπου 4 εργαζόμενοι ανά επιχείρηση, έναντι περίπου 6 στην ΕΕ και πάνω από 10 στη Γερμανία. Πρόκειται για μία από τις χαμηλότερες επιδόσεις στην Ευρωζώνη, συγκρίσιμη μόνο με χώρες της νότιας και ανατολικής περιφέρειας.
Η κατανομή της απασχόλησης αποτυπώνει ακόμη πιο καθαρά το πρόβλημα κλίμακας. Στην Ελλάδα, περίπου το 58% των εργαζομένων απασχολείται σε πολύ μικρές επιχειρήσεις έως 9 ατόμων, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαμορφώνεται κοντά στο 30% και στη Γερμανία υποχωρεί κάτω από το 20%. Αντίστροφα, οι μεγάλες επιχειρήσεις άνω των 250 εργαζομένων απασχολούν στην Ελλάδα λιγότερο από το 20% του εργατικού δυναμικού, ενώ στην Ευρωζώνη το ποσοστό αυτό προσεγγίζει το 35% και σε χώρες όπως η Γερμανία και η Γαλλία ξεπερνά το 40%.
Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στον κύκλο εργασιών. Στην Ελλάδα, οι μεγάλες επιχειρήσεις παράγουν περίπου το ένα τρίτο του συνολικού κύκλου εργασιών της οικονομίας, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση το ποσοστό αυτό υπερβαίνει το 50% και στη Γερμανία προσεγγίζει τα δύο τρίτα. Το μεγαλύτερο μέρος του τζίρου στην Ελλάδα παραμένει διασπαρμένο σε μικρές και πολύ μικρές μονάδες, περιορίζοντας τη συγκέντρωση κεφαλαίων, τη δυνατότητα μεγάλων επενδύσεων και την ανάπτυξη επιχειρήσεων με διεθνή παρουσία.
Το τίμημα του κατακερματισμού
Η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα παραμένει σταθερά χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, όχι επειδή οι εργαζόμενοι υστερούν, αλλά επειδή εργάζονται σε επιχειρήσεις που δεν μπορούν να αξιοποιήσουν πλήρως τον χρόνο και τις δεξιότητές τους. Έτσι, η αύξηση της απασχόλησης δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη αύξηση της παραγόμενης αξίας ανά εργαζόμενο. Η εργασία πολλαπλασιάζεται, αλλά δεν αποδίδει περισσότερο.
Η αδύναμη παραγωγικότητα εξηγεί γιατί οι μισθοί δυσκολεύονται να συγκλίνουν. Οι μικρές επιχειρήσεις δεν διαθέτουν τη δυναμική να αυξήσουν τις αποδοχές χωρίς να πιέσουν ασφυκτικά τη βιωσιμότητά τους. Έτσι, ακόμη και σε περιόδους ανάπτυξης, οι αυξήσεις κινούνται αργά.
Το πρόβλημα δεν είναι μεμονωμένα η αγορά εργασίας. Είναι η παραγωγική βάση που τη στηρίζει. Χωρίς επιχειρήσεις κλίμακας, η άνοδος των μισθών δεν γίνεται σε σταθερό έδαφος.
Το φίλτρο της χρηματοδότησης
Ο τραπεζικός δανεισμός λειτουργεί ως επιταχυντής, αλλά μόνο για όσους μπορούν να τον απορροφήσουν. Οι μεγαλύτερες και πιο οργανωμένες επιχειρήσεις έχουν πρόσβαση σε χρηματοδότηση, επενδύουν και ενισχύουν τη θέση τους. Οι μικρές παραμένουν εγκλωβισμένες σε περιορισμένο κεφάλαιο κίνησης και στις βραχυπρόθεσμες ανάγκες.
Έτσι, αντί να μειώνεται ο κατακερματισμός, συχνά αναπαράγεται. Η ανάπτυξη περνά από φίλτρα που ευνοούν τους ήδη ισχυρούς, χωρίς να δημιουργούν συνθήκες μεγέθυνσης για τους υπόλοιπους.
Το πραγματικό στοίχημα της σύγκλισης
Το κρίσιμο ερώτημα βέβαια για την Ελληνική οικονομία δεν είναι αν μπορεί να συνεχίσει να αναπτύσσεται, αλλά με τι επιχειρήσεις θα το πετυχει. Με λίγα λόγια θα πρέπει να δοθούν τα κίνητρα ώστε να δημιουργηθούν οι συνθήκες για να δημιουργηθούν επιχειρήσεις που μεγαλώνουν. Χωρίς αυτό, η ανάπτυξη θα παραμένει ρηχή.
Αυτό σημαίνει ότι η χώρα δεν πρέπει να ενδιαφερθεί μόνο για τη δημοσιονομική σύγκλιση με την Ευρώπη, αλλά και με την επιχειρηματική σύγκλιση.











![Κρασί: Πώς αλλάζει η αγορά – Σε φάση μετάβασης έως το 2035 [γραφήματα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/10/ot_wines-1.jpg)


























