Για πρώτη φορά μετά από σχεδόν δεκαπέντε χρόνια, η ευρωπαϊκή οικονομία μπαίνει σε μια χρονιά χωρίς κρίση και ταυτόχρονα χωρίς χρηματοδοτικό δίχτυ ασφαλείας. Δεν υπάρχει πρόγραμμα διάσωσης, ούτε πανδημικό πακέτο, ούτε ενεργειακή έκτακτη στήριξη. Ο πληθωρισμός έχει υποχωρήσει, τα ελλείμματα περιορίζονται και οι μηχανισμοί εξαίρεσης τερματίζονται. Το 2026 ξεκινά ως χρονιά κανονικότητας και αυτό ίσως αποδειχθεί η πιο απαιτητική δοκιμασία για την Ευρώπη.
Η πρόκληση δεν είναι αν η οικονομία θα αποφύγει την ύφεση. Είναι αν μπορεί να διατηρήσει ανάπτυξη χωρίς να στηρίζεται σε έκτακτες παρεμβάσεις, ειδικά σε ένα περιβάλλον περιορισμένου δημοσιονομικού χώρου, υψηλότερων επιτοκίων και αυξημένου διεθνούς ανταγωνισμού.
Από την κρίση χρέους και μετά, η ευρωπαϊκή ανάπτυξη σχεδόν πάντα συνοδευόταν από κάποιο καθεστώς έκτακτης ανάγκης. Πρώτα η νομισματική χαλάρωση, έπειτα η δημοσιονομική ευελιξία, στη συνέχεια τα πανδημικά πακέτα, αργότερα οι ενεργειακές επιδοτήσεις. Το 2026 δεν μοιάζει με καμία από αυτές τις περιόδους.
Ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη κινείται κοντά στο 2%, αφαιρώντας την πίεση για νέες αυξήσεις επιτοκίων. Ταυτόχρονα, όμως, δεν έχει αποκλιμακωθεί αρκετά ώστε να επιτρέψει έναν νέο κύκλο επιθετικής χαλάρωσης. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βρίσκεται σε στάση αναμονής. , Τα βασικά επιτόκια παραμένουν σε επίπεδα υψηλότερα του μέσου όρου της προηγούμενης δεκαετίας, επηρεάζοντας άμεσα το κόστος χρηματοδότησης για κράτη και επιχειρήσεις.
Δημοσιονομικά όρια
Στο δημοσιονομικό πεδίο, οι κανόνες επανέρχονται. Η ανοχή στα ελλείμματα μειώνεται και η συζήτηση στις Βρυξέλλες μετατοπίζεται από τη στήριξη προς την πειθαρχία και την ανταγωνιστικότητα. Οι κυβερνήσεις καλούνται να διατηρήσουν ανάπτυξη χωρίς τη δυνατότητα οριζόντιων πακέτων στήριξης μεγάλης κλίμακας.
Το αποτέλεσμα είναι ένα περιβάλλον χαμηλής έντασης. Η Ευρωζώνη αναπτύσσεται με ρυθμούς κοντά στο 1%, χωρίς σαφή μοχλό επιτάχυνσης. Οι υπηρεσίες κρατούν την οικονομία σε θετικό έδαφος, ενώ η μεταποίηση παραμένει οριακή, με χαμηλή επενδυτική ένταση και περιορισμένες νέες παραγγελίες.
Σε αυτό το περιβάλλον, η ελληνική περίπτωση αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η Ελλάδα μπαίνει στο 2026 με καλύτερη μακροοικονομική εικόνα από ό,τι στο παρελθόν. Οι ρυθμοί ανάπτυξης υπερέβησαν τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, η ανεργία υποχώρησε και οι επενδύσεις αυξήθηκαν με ρυθμούς που δεν είχαν καταγραφεί για πάνω από μία δεκαετία.
Πίσω από αυτή την εικόνα, όμως, υπάρχει το Ταμείο Ανάκαμψης που είναι ένας καθοριστικός παράγοντας με ημερομηνία λήξης.
Οι πόροι του Ταμείου λειτούργησαν ως ισχυρός επιταχυντής. Δημόσια έργα, ιδιωτικές επενδύσεις με συγχρηματοδότηση και τραπεζικός δανεισμός που «κούμπωσε» στα έργα του Ταμείου, ενίσχυσαν τον σχηματισμό παγίου κεφαλαίου. Το 2026 αποτελεί την κορύφωση αυτής της δυναμικής.
Ήδη, όμως, οι προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του ΔΝΤ δείχνουν ότι μετά την εξασθένιση της ώθησης του Ταμείου, ο ρυθμός ανάπτυξης τείνει να συγκλίνει προς το 1%–1,5%.
Τι μένει πίσω από τα κονδύλια
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης «έπιασαν τόπο». Το ερώτημα είναι τι αφήνουν πίσω τους. Ένα μέρος των επενδύσεων αφορά υποδομές με μακροχρόνιο αποτύπωμα. Ένα άλλο, όμως, συνδέεται με αναβαθμίσεις που βελτιώνουν την τρέχουσα λειτουργία χωρίς να αλλάζουν ριζικά το παραγωγικό υπόδειγμα. Σε ένα περιβάλλον χωρίς νέα δημοσιονομικά εργαλεία, αυτή η διάκριση γίνεται κρίσιμη.
Τράπεζες και πιστωτικός κύκλος
Σε καθεστώς κανονικότητας, η ανάπτυξη δεν περνά πια από τα υπουργεία, αλλά από τις τράπεζες. Χωρίς νέα ευρωπαϊκά πακέτα στήριξης, ο πιστωτικός κύκλος γίνεται ο βασικός μηχανισμός μετάδοσης της ανάπτυξης ή της επιβράδυνσης.
Η τραπεζική χρηματοδότηση στην Ελλάδα στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στα έργα του Ταμείου Ανάκαμψης. Καθώς όμως η κορύφωση των έργων πλησιάζει, το ερώτημα είναι αν μπορούν οι τράπεζες να στηρίξουν τις επενδύσεις χωρίς το «μαξιλάρι» των ευρωπαϊκών πόρων;
Παρά τη βελτίωση των ισολογισμών και τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, η πιστωτική επέκταση παραμένει επιλεκτική. Το κόστος δανεισμού είναι υψηλότερο από το παρελθόν και τα κριτήρια αυστηρότερα, ιδιαίτερα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι έρευνες της ΕΚΤ δείχνουν ότι η χαλάρωση των πιστωτικών συνθηκών είναι περιορισμένη και κύκλος του φθηνού χρήματος δεν επιστρέφει.
Αυτό σημαίνει ότι το 2026 δεν είναι χρονιά απολογισμού, αλλά χρονιά μετάβασης. Η Ευρώπη εισέρχεται σε μια πιο απαιτητική αλλά και πιο ειλικρινή φάση, χωρίς έκτακτα εργαλεία και η Ελλάδα, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, καλείται να δοκιμαστεί όχι απέναντι σε μια κρίση, αλλά απέναντι στην κανονικότητα.






![Χρυσές λίρες: Πόσες αγόρασαν και πούλησαν οι Έλληνες το 2025 [πίνακες]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/01/ot_gold_lires_26_2-300x300.png)




























![Χρυσές λίρες: Πόσες αγόρασαν και πούλησαν οι Έλληνες το 2025 [πίνακες]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/01/ot_gold_lires_26_2.png)
