Μέσα σε λίγους μήνες, από την πρώτη εκτέλεση του προϋπολογισμού έως τις αξιολογήσεις των οίκων και τις ευρωπαϊκές προβλέψεις, το 2026 θα λειτουργήσει ως τεστ αξιοπιστίας για την ελληνική οικονομία. Πλέον δεν δοκιμάζεται η δημοσιονομική πειθαρχία της χώρας, αλλά αν η ανάπτυξη έχει βάθος χωρίς φθηνό χρήμα και ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά «μαξιλάρια».
Η χρονιά ξεκινά χωρίς δραματικά ρίσκα, αλλά και χωρίς περιθώρια εφησυχασμού. Τα βασικά μεγέθη είναι βελτιωμένα, οι αγορές αντιμετωπίζουν την Ελλάδα ως «κανονική» περίπτωση και η επενδυτική βαθμίδα δεν αμφισβητείται. Αυτό ακριβώς ανεβάζει τον πήχη. Το 2026 θα κριθεί από το αν η οικονομία μπορεί να παράγει επενδύσεις, ρευστότητα και ανάπτυξη με στήριξη από το εξωτερικό.
Το πρώτο φίλτρο εμπιστοσύνης
Οι πρώτοι μήνες του 2026 αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, γιατί εκεί θα φανεί αν τα δημοσιονομικά πλεονάσματα συνεχίζουν να προκύπτουν με τρόπο που δεν υπονομεύουν την ανάπτυξη. Η εκτέλεση του προϋπολογισμού στο πρώτο τρίμηνο θα διαβαστεί προσεκτικά από αγορές και οίκους αξιολόγησης, όχι μόνο ως προς το ύψος του πρωτογενούς αποτελέσματος, αλλά κυρίως ως προς τη σύνθεσή του.
Η ερώτηση είναι απλή, αλλά κρίσιμη. Τα πλεονάσματα στηρίζονται σε διατηρήσιμα έσοδα και σε κανονική οικονομική δραστηριότητα ή προκύπτουν μέσα από συγκράτηση δαπανών, ιδίως επενδυτικών; Σε ένα περιβάλλον όπου η νομισματική πολιτική παραμένει αυστηρή και το κόστος χρήματος υψηλότερο από την προηγούμενη δεκαετία, η ποιότητα της δημοσιονομικής ισορροπίας αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα από το απόλυτο μέγεθος.
Παράλληλα, οι κινήσεις διαχείρισης χρέους και ρευστότητας στις αρχές του έτους θα λειτουργήσουν ως έμμεσο σήμα για την εμπιστοσύνη των αγορών. Χωρίς την ενεργή στήριξη της ΕΚΤ κάθε μικρή μεταβολή στις αποδόσεις αποτυπώνεται πιο άμεσα στην επενδυτική ψυχολογία.
Οι προβλέψεις
Οι αξιολογήσεις από S&P, Fitch, Moody’s και DBRS δεν θα έχουν χαρακτήρα «επιβεβαίωσης» της δημοσιονομικής κατάστασης. Η επενδυτική βαθμίδα θεωρείται δεδομένη. Αυτό που θα κριθεί είναι η κατεύθυνση της οικονομίας.
Οι οίκοι θα αναζητήσουν ενδείξεις ότι η ανάπτυξη δεν εξαρτάται αποκλειστικά από δημόσιες επενδύσεις και ευρωπαϊκούς πόρους, αλλά ότι αποκτά ιδιωτικό πυρήνα. Θα εξετάσουν αν οι επενδύσεις συνεχίζονται καθώς οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης πλησιάζουν στο αποκορύφωμά τους και αν η οικονομία παράγει ρυθμούς μεγέθυνσης που μπορούν να διατηρηθούν και μετά.
Σημαντικό ρόλο θα παίξουν και οι εαρινές προβλέψεις της Κομισιόν, όχι τόσο για το αν η Ελλάδα θα έχει υψηλότερη ανάπτυξη από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, όσο για το πώς συγκρίνεται σε επενδύσεις και παραγωγικότητα. Σε μια Ευρώπη όπου οι μεγάλες οικονομίες σημειώνουν επενδυτική υποτονικότητα, η σύγκριση αποκτά μεγαλύτερη σημασία.
Επενδύσεις το πραγματικό στοίχημα του 2026
Το πιο απαιτητικό τεστ του 2026, δεν θα δοθεί στους πίνακες των αξιολογήσεων, αλλά στην πραγματική οικονομία. Η χρονιά αυτή είναι η πρώτη όπου ο τραπεζικός δανεισμός καλείται να στηρίξει την ανάπτυξη χωρίς φθηνό χρήμα και χωρίς εκτεταμένες εγγυήσεις ευρωπαϊκών προγραμμάτων.
Το ερώτημα πού θα κατευθυνθεί η ρευστότητα. Αν τα νέα δάνεια στηρίξουν παραγωγικούς κλάδους της βιομηχανίας, της ενέργειας, των εξαγωγών εξαγωγές και της τεχνολογίας τότε η ανάπτυξη μπορεί να αποκτήσει βάθος. Αν, αντίθετα, περιοριστούν σε αναχρηματοδοτήσεις και κεφάλαιο κίνησης χαμηλού ρίσκου, το αποτέλεσμα δεν αλλάξει επίπεδο στην οικονομία.
Σε αυτό το περιβάλλον, τα δημοσιονομικά όρια λειτουργούν ως επιπλέον φίλτρο. Η επιστροφή σε σκληρους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες σημαίνει λιγότερους ελιγμούς. Το στοίχημα είναι αν η χώρα μπορεί να συνδυάσει πλεονάσματα και επενδύσεις, χωρίς το ένα να υπονομεύει το άλλο.







![Χρυσές λίρες: Πόσες αγόρασαν και πούλησαν οι Έλληνες το 2025 [πίνακες]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/01/ot_gold_lires_26_2-300x300.png)











![Χρυσές λίρες: Πόσες αγόρασαν και πούλησαν οι Έλληνες το 2025 [πίνακες]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/01/ot_gold_lires_26_2.png)















