Οι αγορές ξεκινούν το 2026 κοντά σε ιστορικά υψηλά, γεγονός που σημαίνει ότι το γεωπολιτικό ρίσκο δεν αποτυπώνεται πια στους βασικούς δείκτες, αλλά στα ασφάλιστρα κινδύνου, στα spreads και στο κόστος ενέργειας.
Ενδεικτικές είναι οι μεταβολές στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, όχι επειδή υπάρχει έλλειψη προσφοράς, αλλά επειδή η αγορά τιμολογεί το κόστος ενδεχόμενων διαταραχών.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι επενδυτές δεν φοβούνται την ύφεση, αλλά προετοιμάζονται για αστάθεια
Παράλληλα, τα κρατικά ομόλογα των ισχυρών οικονομιών διατηρούν ισχυρή ζήτηση, ενώ τα spreads στην περιφέρεια δεν ακολουθούν την αισιοδοξία των μετοχών. Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι επενδυτές δεν φοβούνται την ύφεση, αλλά προετοιμάζονται για αστάθεια.
Οι επενδυτές δεν αποσύρονται, απλά επανασχεδιάζουν τις κινησεις τους και επιλέγουν τοποθετήσεις με χαμηλότερο γεωπολιτικό ρίσκο
Αυτή η μετατόπιση εξηγεί και τη φαινομενική αντίφαση των τελευταίων εβδομάδων. Οι ευρωπαϊκές αγορές κινούνται ανοδικά, αλλά οι προβλέψεις για τον ρυθμό ανάπτυξης της Ευρωζώνης το 2026 αναθεωρούνται οριακά προς τα κάτω.
Οι επενδυτές δεν αποσύρονται, απλά επανασχεδιάζουν τις κινησεις τους. Επιλέγουν τοποθετήσεις με χαμηλότερο γεωπολιτικό ρίσκο, περιορίζουν την έκθεση σε χώρες και κλάδους με υψηλή αβεβαιότητα και απαιτούν υψηλότερη απόδοση για να αναλάβουν ρίσκο στην περιφέρεια.
Τα δύσκολα της αγοράς
Η αγορά ενέργειας έχει επανέλθει ως βασικός δείκτης ανασφάλειας. Παρότι οι αποθήκες φυσικού αερίου στην Ευρώπη παραμένουν σε καλά επίπεδα, τα συμβόλαια προεξοφλούν γεωπολιτικά σενάρια που θα μπορούσαν να ανατρέψουν την ισορροπία.
Η ανησυχια είναι η αγορά να στείλει σήμα ανησυχίας για το κόστος παραγωγής και μεταφοράς, κάτι που επηρεάζει άμεσα την αποτίμηση των επενδύσεων
Το ίδιο ισχύει και για το πετρέλαιο, όπου οι τιμές δεν αντανακλούν τόσο τα θεμελιώδη της ζήτησης όσο την πιθανότητα διακοπών στην εφοδιαστική αλυσίδα. Η ανησυχια είναι η αγορά να στείλει σήμα ανησυχίας για το κόστος παραγωγής και μεταφοράς, κάτι που επηρεάζει άμεσα την αποτίμηση των επενδύσεων.
Την ίδια στιγμή, παρά τη γενική άνοδο των ευρωπαϊκών μετοχών, τα περιθώρια απόδοσης μεταξύ των μεγάλων οικονομιών και της περιφέρειας δεν περιορίζονται με τον ίδιο ρυθμό. Η Γερμανία και η Γαλλία εξακολουθούν να απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος των «ασφαλών» ροών, ενώ χώρες όπως η Ελλάδα παραμένουν εκτεθειμένες σε κάθε μεταβολή του διεθνούς κλίματος. Με λίγα λόγια, αρκεί η αβεβαιότητα να διατηρηθεί για να επανεκτιμηθεί το ρίσκο και να γίνει το χρήμα ακριβότερο.
Πού κατευθύνονται τα «ασφαλή» κεφάλαια
Η αναζήτηση ασφαλών λιμανιών δεν σημαίνει φυγή κεφαλαίων από την Ευρώπη. Ο σχεδιασμός των επενδυτών αναπροσαρμόζεται, αναζητώντας κρατικά ομόλογα υψηλής πιστοληπτικής διαβάθμισης, σε μεγάλες εταιρείες με σταθερές ταμειακές ροές και σε κλάδους που θεωρούνται λιγότερο εκτεθειμένοι σε ενεργειακές και γεωπολιτικές αναταράξεις. Αντίστοιχα, υποδομές, άμυνα, ενέργεια και μεγάλες χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις απορροφούν δυσανάλογα μεγάλο μέρος των ροών.
Οι μεγάλες οικονομίες ακόμη και με χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης, θεωρούνται πιο ανθεκτικές σε εξωτερικούς κραδασμούς
Αντίθετα, μικρότερες αγορές, εταιρείες με υψηλό δανεισμό, επενδύσεις που εξαρτώνται από το κόστος ενέργειας ή από την εσωτερική ζήτηση, αυτή την εποχή αντιμετωπίζονται με αυξημένη επιφυλακτικότητα. Αυτό δεν σημαίνει οτι παρατηρείται μαζική αποεπένδυση, αλλά οι επενδυτές λειτουργούν με μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα, αναζητώντας μεγαλύτερη ασφάλεια και υψηλότερη απόδοση για να κινηθεί εκτός των μεγάλων αγορών.
Αυτή είναι και η εικόνα που ενισχύει τη διαφορετική αντιμετώπιση μεταξύ του πυρήνα και της περιφέρειας στην Ευρώπη. Οι μεγάλες οικονομίες ακόμη και με χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης, θεωρούνται πιο ανθεκτικές σε εξωτερικούς κραδασμούς. Αυτό εξηγεί γιατί οι αγορές δείχνουν ανοχή στις διαρθρωτικές αδυναμίες της Γερμανίας και της Γαλλίας, αλλά αντιδρούν πιο έντονα σε κάθε ένδειξη αστάθειας στην περιφέρεια. Για την Ευρωζώνη συνολικά, αυτό μεταφράζεται σε ένα περιβάλλον όπου αν και υπάρχουν επενδυτικά κεφάλαια, αυτά δεν τοποθετούνται αντίστοιχα σε όλες τις χώρες.
Οι συνέπειες για την Ελλάδα
Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια ενδιάμεση θέση, καθώς δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως ειδική περίπτωση, αλλά ούτε εντάσσεται αυτόματα στα «ασφαλή λιμάνια» για τα επενδυτικά κεφάλαια. Τα ελληνικά ομόλογα αν και έχουν αποδειχθεί το τελευταίο διάστημα ιδιαίτερα ανθεκτικά στις διεθνείς αναταράξεις, παραμένουν ευάλωτα στις αρνητικές μεταβολές που μπορεί να φέρουν οι γεωπολιτικές εντάσεις.
Ο ρόλος των τραπεζών ενισχύεται, καθώς δεν λειτουργούν μόνο ως οι φορείς που υλοποιούν τη νομισματική πολιτική, αλλά και ως δικλείδα ασφαλείας
Η συνέπεια είναι οι μεγάλες επιχειρήσεις με πρόσβαση στις αγορές να μπορούν να αντέξουν τις αναταράξεις. Οι μικρότερες, όμως, εξαρτώνται περισσότερο από τον τραπεζικό δανεισμό και από τη γενική «διάθεση» της αγοράς. Όταν τα spreads δεν συμπιέζονται και το γεωπολιτικό ρίσκο παραμένει ψηλά, δεν εξαφανίζεται η ρευστότητα, αλλά γίνεται πιο επιλεκτική και ακριβή.
Οι χορηγήσεις κατευθύνονται σε επιχειρήσεις με καθαρούς ισολογισμούς, σταθερά έσοδα και σαφή στρατηγική
Σε αυτό το περιβάλλον ο ρόλος των τραπεζών ενισχύεται, καθώς δεν λειτουργούν μόνο ως οι φορείς που υλοποιούν τη νομισματική πολιτική, αλλά και ως δικλείδα ασφαλείας σε ενδεχόμενο ρίσκο. Οι χορηγήσεις κατευθύνονται σε επιχειρήσεις με καθαρούς ισολογισμούς, σταθερά έσοδα και σαφή στρατηγική. Αντίθετα, σε αυτές τις περιόδους χαμένες είναι οι εταιρείες που εμφανίζονται ιδιαίτερα εκτεθειμένες στο ρίσκο.
Για την ελληνική οικονομία, αυτό σημαίνει ότι η συνολική ρευστότητα δεν είναι το βασικό πρόβλημα. Το κρίσιμο ζήτημα είναι ποιοι έχουν πρόσβαση σε αυτήν και με ποιους όρους. Η αναζήτηση ασφαλών λιμανιών από το διεθνές κεφάλαιο μεταφράζεται, στην πράξη, σε ένα στενότερο πλαίσιο χρηματοδότησης για όσους βρίσκονται εκτός του κύκλου των «προνομιούχων» που καλύπτουν το απαιτούμενο επενδυτικών προφίλ.
Η αντίφαση της ανόδου
Το παράδοξο της περιόδου είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν ενώ οι αγορές κινούνται ανοδικά. Οι δείκτες δίνουν την εικόνα αισιοδοξίας, αλλά η συμπεριφορά των επενδυτών αποκαλύπτει την ανησυχία τους, καθώς το ρίσκο τιμολογείται πιο προσεκτικά.
Αυτός είναι και ο λόγος που η συζήτηση για «ασφαλή λιμάνια» δεν αφορά μόνο τις αγορές, αλλά την πραγματική οικονομία. Καθορίζει ποιοι θα επενδύσουν, ποιοι θα αναπτυχθούν και ποιοι θα μείνουν σε στάση αναμονής. Και σε έναν κόσμο όπου η γεωπολιτική αβεβαιότητα παραμένει υψηλή, η επιλογή αυτή ευνοεί την ασφάλεια έναντι της απερίσκεπτης επέκτασης.







































