Το Μάριο Σεντένο, πρώην επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας προτείνει το υπουργείο Οικονομικών της Πορτογαλίας, ως υποψήφιο για τη θέση του επόμενου αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, όπως ανακοίνωσε την Παρασκευή.
Ο Σεντένο μιλώντας στο πορτογαλικό ειδησεογραφικό πρακτορείο Eco ανέφερε ότι είχε ενθαρρυντικές συζητήσεις σε όλη την Ευρώπη σχετικά με τη θέση, αλλά αναγνώρισε ότι το αποτέλεσμα δεν είναι καθόλου βέβαιο σε ένα δύσκολο πολιτικό πλαίσιο.
Πέντε άλλοι κεντρικοί τραπεζίτες είναι υποψήφιοι, συμπεριλαμβανομένου του πρώην Ευρωπαίου Επιτρόπου Όλι Ρεν, του επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας της Κροατίας Μπόρις Βούισιτς, του Λετονού Μάρτινς Κάζακς, του Εσθονού διοικητή Μάντις Μίλερ και του πρώην υπουργού Οικονομικών της Λιθουανίας Ριμάντας Σάντζιους.
Οι αλλαγές στο δ.σ της ΕΚΤ
Οι παρατηρητές της ΕΚΤ, όπως αναφέρει το Reuters πιστεύουν ότι ο Ρεν μπορεί να έχει πλεονέκτημα στην κούρσα, ενώ οι πιθανότητες του Σεντένο μπορεί να περιορίζονται από το γεγονός ότι ήταν μια ακραία περίπτωση σε πολλές πολιτικές συζητήσεις κατά τη διάρκεια της θητείας του.
Ο Σεντένο ηγήθηκε της πορτογαλικής κεντρικής τράπεζας από το 2020 έως τον Οκτώβριο του 2025, όταν τον διαδέχθηκε στο τέλος της θητείας του ο Άλβαρο Σάντος Περέιρα. Πριν από αυτό, ο Σεντένο διετέλεσε πρόεδρος του Eurogroup που αποτελείται από τους υπουργούς Οικονομικών της ευρωζώνης.
Ήταν μια ηχηρή φωνή του στρατοπέδου των περιστεριών στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ.
Οι υποψήφιοι για τη θέση του αντιπροέδρου της ΕΚΤ χρειάζονται την υποστήριξη των εθνικών κυβερνήσεών τους πριν προχωρήσουν στην διαδικασία επιλογής στην οποία συμμετέχουν το Eurogroup, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και οι ηγέτες της ΕΕ.
Τέσσερις από τις έξι έδρες στο εκτελεστικό συμβούλιο της ΕΚΤ θα είναι κενές μέχρι το τέλος του 2027, ξεκινώντας από τον Αντιπρόεδρο Luis de Guindos, η θητεία του οποίου λήγει τον Μάιο του 2026.
Οι θητείες της Προέδρου της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ, του επικεφαλής οικονομολόγου Φιλιπ Λέιν και του μέλους του διοικητικού συμβουλίου Ιζαμπέλ Σνάμπελ λήγουν το 2027, πιθανώς πυροδοτώντας ανταγωνισμό μεταξύ των πρωτευουσών της ευρωζώνης για τις κορυφαίες θέσεις νομισματικής πολιτικής του μπλοκ.
































