Μετρητά: Πολύ σκληρά για να πεθάνουν στην Ελλάδα του 2026 

Τα στοιχεία για το 2025 δείχνουν ότι περισσότερο από το 50% των συναλλαγών Ελλάδα εξακολουθεί να γίνεται με μετρητά

Μετρητά: Πολύ σκληρά για να πεθάνουν στην Ελλάδα του 2026 

Το 2025 ήταν μια χρονιά-ορόσημο για τις πληρωμές στην Ελλάδα με τις κάρτες, τα instant payments και τα ψηφιακά πορτοφόλια να μπαίνουν για τα καλά στην καθημερινότητα, με τον αριθμό των ηλεκτρονικών συναλλαγών να αυξάνεται με διψήφιο ρυθμό. Κι όμως παρά την πρόοδο τα μετρητά εξακολουθούν να καλύπτουν μεγάλο μέρος των καθημερινών συναλλαγών.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι στην Ελλάδα οι μεγαλύτερες συναλλαγές είναι ψηφιακές, και αναλογικες οι μικρές και επαναλαμβανόμενες. Η διάκριση αυτή επηρεάζει τόσο τα φορολογικά έσοδα, όσο και τον ανταγωνισμό στην αγορά.

Τα στοιχεία για το 2025 δείχνουν ότι περισσότερο από το 50% των συναλλαγών Ελλάδα εξακολουθεί να γίνεται με μετρητά. Αντίθετα, όταν η μέτρηση γίνεται με βάση την αξία, οι κάρτες περνούν μπροστά, καλύπτοντας σχεδόν το 47% του συνολικού τζίρου, έναντι περίπου 42% για τα μετρητά.

Η εικόνα αυτή αποκλίνει αισθητά από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Σε χώρες όπως η Ολλανδία ή η Φινλανδία, οι ηλεκτρονικές πληρωμές καλύπτουν πάνω από 70% των συναλλαγών κατά αριθμό, ενώ τα μετρητά έχουν περιοριστεί κυρίως σε περιθωριακή χρήση. Στον ευρωπαϊκό Νότο και ιδιαίτερα στην Ελλάδα, το φυσικό χρήμα παραμένει βασικό μέσο στην καθημερινή κατανάλωση.

Η διαφορά γίνεται ακόμη πιο έντονη στις μικρές συναλλαγές. Για αγορές κάτω των 10 ή 20 ευρώ, το μετρητό παραμένει το κυρίαρχο μέσο πληρωμής. Με απλά λόγια, οι Έλληνες πληρώνουν με κάρτα τα “μεγάλα”, αλλά με μετρητά τα “πολλά”.

Επιμένουν τα μετρητά

Σύμφωνα με μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), οι Έλληνες καταναλωτές επεκτείνουν τόσο τη χρήση πλαστικού χρήματος, όσο και των διαδικτυακών αγορών και πληρωμών, έναντι των συναλλαγών με φυσική παρουσία. Παρόλα αυτά το ποσοστό των καταναλωτών που προτιμούν στις συναλλαγές τους τα μετρητά, παραμένει το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωζώνη. Οι λόγοι είναι κυρίως πρακτικοί.

Πρώτον, σε μια χρονιά έντονης ακρίβειας, αρκετοί νιώθουν οτι με τα μετρητά έχουν μεγαλύτερο έλεγχο των εξόδων τους. Όταν το διαθέσιμο εισόδημα πιέζεται από τρόφιμα, ενέργεια και ενοίκια, το φυσικό χρήμα βοηθά πολλά νοικοκυριά να ορίζουν καλύτερα τα όριά τους.

Δεύτερον, τα μετρητά προσφέρουν αμεσότητα κα δεν απαιτούν εξοπλισμό, σύνδεση ή τεχνική υποστήριξη, παράγοντες που εξακολουθούν να παίζουν ρόλο, ειδικά για μικρές επιχειρήσεις ή περιοχές με λιγότερο ανεπτυγμένες υποδομές.

Τρίτον τα μετρητά προσφέρουν ανωνυμία και αυτό έχει να κάνει με το λεγόμενο «μαύρο χρήμα».

Ψηφιακή ανισότητα

Ένας από τους λιγότερο προφανής λόγους για την επιμονή στα μετρητά στην Ελλάδα είναι η έλλειψη ψηφιακών δεξιοτήτων, κυρίως σε μεγαλύτερες ηλικίες αλλά και σε μικρές επιχειρήσεις χαμηλής τεχνολογικής έντασης. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η πρόσβαση σε εργαλεία, αλλά η ικανότητα καθημερινής χρήσης τους, που σημαίνει εφαρμογές τραπεζών, ψηφιακά πορτοφόλια, ηλεκτρονικές αποδείξεις, ακόμη και βασικές λειτουργίες POS.

Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι ένα μέρος της οικονομίας λειτουργεί φοβικά απέναντι στην ψηφιοποίηση. Για χιλιάδες μικρούς επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους, τα μετρητά θεωρούνται πιο «ασφαλή» επειδή δεν απαιτούν εξοικείωση, εκπαίδευση ή τεχνική υποστήριξη.

Μετρητά και φορολογικά έσοδα

Το 2025, η καθολική χρήση POS, η διασύνδεση ταμειακών μηχανών και τα ψηφιακά συστήματα διαβίβασης στοιχείων έχουν ενισχύσει σημαντικά τη φορολογική συμμόρφωση. Εκτιμάται ότι η εξάπλωση των ηλεκτρονικών πληρωμών έχει προσθέσει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ σε ετήσια έσοδα ΦΠΑ.

Παρά ταύτα, το λεγόμενο VAT gap (το κενό μεταξύ θεωρητικά και πραγματικά εισπραττόμενου ΦΠΑ) παραμένει υψηλό. Ακόμη και μετά τη βελτίωση, ξεπερνά τα 2 δισ. ευρώ ετησίως, ποσοστό αισθητά υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.

Η βασική αιτία δεν βρίσκεται στις μεγάλες συναλλαγές, όπου οι ψηφιακές πληρωμές κυριαρχούν. Βρίσκεται στις μικρές, καθημερινές πράξεις που γίνονται με μετρητά και είναι δυσκολότερο να ελεγχθούν σε πραγματικό χρόνο.

Για πολλές μικρές επιχειρήσεις, τα μετρητά παραμένουν εργαλείο ρευστότητας. Η άμεση είσπραξη χωρίς προμήθειες και καθυστερήσεις είναι κρίσιμη σε μια περίοδο περιορισμένων περιθωρίων κέρδους.

Ωστόσο, αυτή η πραγματικότητα δημιουργεί και στρεβλώσεις. Επιχειρήσεις που λειτουργούν πλήρως ψηφιακά έχουν υψηλότερη φορολογική διαφάνεια και μικρότερο περιθώριο ευελιξίας σε σχέση με εκείνες που διατηρούν μεγάλο μέρος των συναλλαγών τους σε μετρητά. Το αποτέλεσμα είναι ένας άνισος ανταγωνισμός μέσα στην ίδια αγορά.

Σε χώρες της Βόρειας Ευρώπης, όπου τα μετρητά έχουν σχεδόν εξαφανιστεί από την καθημερινή κατανάλωση, αυτό το πρόβλημα έχει σε μεγάλο βαθμό περιοριστεί, αντίθετα με όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα.

Ευρωπαϊκό παράδειγμα

Τα συγκριτικά στοιχεία από τις πιο πρόσφατες πανευρωπαϊκές έρευνες δείχνουν καθαρά ότι η Ελλάδα κινείται σε διαφορετική τροχιά από μεγάλο μέρος της Ευρωζώνης.

Στην Ελλάδα, πάνω από 50% των συναλλαγών εξακολουθούν να γίνονται με μετρητά, ακόμη και το 2025, ενώ οι κάρτες κυριαρχούν μόνο όταν η σύγκριση γίνεται σε επίπεδο αξίας συναλλαγών.

Στην Ισπανία, η εικόνα είναι πιο ισορροπημένη, με τις πληρωμές με κάρτα να καλύπτουν περίπου το 55 – 60% των συναλλαγών και τα μετρητά να υποχωρούν κυρίως στις αστικές περιοχές. Παρά την κοινή μεσογειακή κουλτούρα, η Ισπανία έχει κινηθεί ταχύτερα προς την ψηφιοποίηση, κυρίως μέσω εκτεταμένης χρήσης καρτών και mobile banking.

Στην Γερμανία, που συχνά θεωρείται «φιλική» στα μετρητά, η μετάβαση έχει επιταχυνθεί τα τελευταία χρόνια. Το 2025, οι ηλεκτρονικές πληρωμές ξεπερνούν το 60% των συναλλαγών, με τα μετρητά να διατηρούν ρόλο κυρίως σε πολύ μικρά ποσά. Η διαφορά με την Ελλάδα είναι ότι η χρήση μετρητών στη Γερμανία δεν συνδέεται τόσο με τη φοροδιαφυγή, όσο με την καταναλωτική συνήθεια.

Η πιο έντονη αντίθεση έρχεται από τη Σουηδία. Εκεί, πάνω από 85–90% των συναλλαγών γίνονται ψηφιακά, ενώ σε πολλές περιοχές τα μετρητά δεν γίνονται καν αποδεκτά. Η ψηφιακή επάρκεια του πληθυσμού, η εμπιστοσύνη στις υποδομές και η καθολική χρήση ηλεκτρονικών πληρωμών έχουν πρακτικά εξαλείψει τη φοροδιαφυγή.

Η «σκιά» στα έσοδα

Παρά την ψηφιακή πρόοδο, εκτιμάται ότι η παραοικονομία στην Ελλάδα εξακολουθεί να κινείται σε επίπεδα 16%–18% του ΑΕΠ, δηλαδή δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Δεν πρόκειται για φαινόμενο αποκλειστικά ελληνικό, αλλά η έκτασή του παραμένει υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Τα μετρητά δεν είναι η μοναδική αιτία, αλλά αποτελούν το βασικό μέσο από το οποίο λειτουργεί αυτή «μαύρη» οικονομία. Όσο ένα μεγάλο μέρος της καθημερινής κατανάλωσης παραμένει εκτός ψηφιακού ίχνους, η πλήρης φορολογική ενσωμάτωση παραμένει ζητούμενο.

OT Originals
Περισσότερα από Economy

ot.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθυντής Σύνταξης: Χρήστος Κολώνας

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ΟΝΕ DIGITAL SERVICES MONOΠΡΟΣΩΠΗ ΑΕ

Μέτοχος: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 801010853, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: ot@alteregomedia.org, Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

Μέλος

ened
ΜΗΤ

Aριθμός Πιστοποίησης
Μ.Η.Τ.232433

Απόρρητο