Η παραδοχή από τη μεριά ακόμη και του Ανώτατου Ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ ότι υπήρξαν θύματα στις διαδηλώσεις στο Ιράν ήρθε να υπογραμμίσει το πραγματικό κόστος ενός από τα μεγαλύτερα κινήματα διαμαρτυρίας στην ιστορία της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Και αυτό γιατί ούτε η μαζική παρουσία και σε διαδηλώσεις υπέρ της κυβέρνησης, ούτε η ύπαρξη σαφών ενδείξεων για δράση και υποκινούμενων προβοκατόρων δεν αναιρεί ότι η διαμαρτυρία ήταν αυθεντική, μαζική, και, σε αντίθεση με το κίνημα «Γυναίκα, ζωή ελευθερία» του 2022, συμπεριλάμβανε και κοινωνικά στρώματα που παραδοσιακά υποστήριζαν την Ισλαμική Δημοκρατία.
Στον πυρήνα των διαμαρτυριών, όπως και των περισσότερων εσωτερικών πολιτικών εξελίξεων τα τελευταία χρόνια στο Ιράν, η κατάσταση της οικονομίας. Το αυξανόμενο κόστος των κυρώσεων, με την εισροή συναλλάγματος από το πετρέλαιο να υποχωρεί γενικά και ένα μέρος να χάνεται εξαιτίας κακοδιαχείρισης, η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ που έκανε ακόμη πιο μακρινό το ενδεχόμενο άρσης των κυρώσεων, η δυσκολία μέχρι τώρα να μετατραπεί η αναβαθμισμένη σχέση με την Κίνα σε δυναμική ανάπτυξης, αλλά και η ανικανότητα διαδοχικών κυβερνήσεων να αντιμετωπίσουν τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα, απλώς τροφοδοτούσαν μια έντονη δυσαρέσκεια που αναζητούσε διέξοδο να εκφραστεί.
Την ίδια ώρα η όποια προσπάθεια του Ιράν να δείξει ότι παραμένει ένας ισχυρός πόλος στην περιοχή φάνηκε να δέχεται διαδοχικά πλήγματα με αποκορύφωμα τον πόλεμο με το Ισραήλ τον Ιούνιο, την ώρα που ο «άξονας της αντίστασης» φάνηκε να μην είναι τόσο ισχυρός, ιδίως από τη στιγμή που κατεδείχτηκε ότι το Ιράν δεν μπορούσε να σταματήσει ούτε τη γενοκτονία στη Γάζα ούτε την πίεση σε βάρος της Χεζμπολάχ.
Αυτό μπορεί να εξηγήσει εκτός των άλλων και γιατί το Ισραήλ φάνηκε σε αυτή τη φάση να θέλει τόσο πολύ η όλη συνθήκη με τις κινητοποιήσεις να οδηγήσει σε μια αμερικανική πολεμική επιχείρηση στο Ιράν.
Από τη μεριά τους οι ΗΠΑ, εξακολουθούν να βρίσκονται στον αστερισμό της προσωπικής διπλωματίας του Ντόναλντ Τραμπ, όπου οι ένοπλες επεμβάσεις ολοένα και περισσότερο αντιμετωπίζονται ως διαπραγματευτική διαδικασία, ακόμη και όταν αποφασίζονται (αλλά και ακυρώνονται) με βάση τάσεις στη δημόσια σφαίρα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Αυτό μπορεί να εξηγήσει τόσο τη σαφή απειλή για πολεμική επιχείρηση αλλά και την τελική απόφαση τελικά να μην πραγματοποιηθεί.
Βεβαίως, ανεξαρτήτως του πώς οι ΗΠΑ και ο ίδιος ο Τραμπ έβλεπαν ένα «τιμωρητικό» χτύπημα στην κυβέρνηση του Ιράν, είναι σαφές ότι η επιθυμία για «αλλαγή καθεστώτος» δύσκολα μπορούσε να αντιστοιχηθεί στην αντικειμενική δυνατότητα μιας τέτοιας εξέλιξης. Ούτε υπάρχει κάποια εναλλακτική πολιτική λύση απέναντι στο καθεστώς της Ισλαμικής Δημοκρατίας, ούτε κάποια κατεύθυνση να τροποποιηθεί ο συσχετισμός εντός των διαφορετικών τάσεων στο εσωτερικό της, ενώ είναι μάλλον σαφές ότι ούτε οι ΗΠΑ ούτε κάποια άλλη δύναμη έχει τη διάθεση μιας μεγάλης κλίμακας χερσαίας επέμβασης απέναντι σε ένα καθεστώς που εξακολουθεί να έχει ισχυρές ένοπλες δυνάμεις και την υποστήριξη ενός σημαντικού τμήματος του πληθυσμού. Όσο για την όποια προσπάθεια να ενισχυθούν αποσχιστικά ή άλλα κινήματα εντός Ιράν, θα μπορούσε να πυροδοτήσει το ενδεχόμενο ενός εμφυλίου πολέμου, αλλά όχι απαραίτητα «αλλαγή καθεστώτος».
Σε αυτό το φόντο, είναι σαφές ότι η κυβέρνηση του Ιράν κατάφερε από ένα σημείο και μετά να ξεδιπλώσει ένα σχέδιο σκληρής καταστολής των διαδηλώσεων, αλλά και μαζικής κινητοποίησης των υποστηρικτών της, εκμεταλλευόμενη και το γεγονός ότι οι πιο βίαιες πρακτικές στις διαμαρτυρίες δεν είχαν μεγάλη νομιμοποίηση και επιβάλλοντας έλεγχο στην πρόσβαση στο διαδίκτυο, που φαίνεται ότι έπαιξε μεγάλο ρόλο αρχικά στη διάχυση μας εικόνας καθολικής διαμαρτυρίας.
Όμως, το πρόβλημα για την Ισλαμική Δημοκρατία παραμένει. Εάν δεν μπορέσει να δώσει πραγματικές απαντήσεις στα οξυμένα κοινωνικά προβλήματα στο Ιράν, αλλά και να ακούσει πραγματικά τις απαιτήσεις της κοινωνίας για περισσότερη ελευθερία και δημοκρατία, θα συνεχίζει να αντιμετωπίζει μια σοβαρή κρίση νομιμοποίησης, είτε αυτή εκφράζεται ως πολιτική απάθεια και μειωμένη συμμετοχή στις εκλογές, είτε ως μεγάλα κύματα διαμαρτυρίας που θα οδηγούν σε καταστολή και άρα σε ακόμη μεγαλύτερη κρίση νομιμοποίησης. Την ίδια ώρα αποδεικνύεται ότι τόσο οι «συντηρητικοί» – που δέχτηκαν ένα σοβαρό πλήγμα με το θάνατο του Ραϊσί – δεν κατόρθωσαν να απαντήσουν στα κοινωνικά προβλήματα, ούτε οι «μεταρρυθμιστές» να πετύχουν την άρση των κυρώσεων στην οποία επένδυαν για να έρθει η οικονομική ανάπτυξη και κατά συνέπεια η βελτίωση της κοινωνικής κατάστασης για τον πληθυσμό.
Σε ένα τέτοιο φόντο η όποια επένδυση στον υπαρκτό πατριωτισμό πολλών ανθρώπων στο Ιράν απέναντι στις απειλές είτε από τις ΗΠΑ είτε από το Ισραήλ, ή η προσπάθεια να ανασυγκροτηθεί, έστω και με χαμηλότερες προσδοκίες, ο «άξονας της αντίστασης» δύσκολα μπορούν να υποκαταστήσουν το κοινωνικό έλλειμμα της ηγεσίας του Ιράν. Και βέβαια, όπως έχει ήδη φανεί, ούτε η Ρωσία, που προσπαθεί να εξασφαλίσει από τις ΗΠΑ ευνοϊκή τελική διαρρύθμιση για την Ουκρανία, ούτε η Κίνα που ούτως ή άλλως δεν επενδύει στην προσφορά «εγγυήσεων ασφαλείας» εκτός των συνόρων της, δείχνουν μεγάλη διάθεση να παρέμβουν.
Πράγμα που σημαίνει ότι το πραγματικό ερώτημα είναι εάν μέσα στο ίδιο το Ιράν και το καθεστώς της Ισλαμικής Δημοκρατίας θα υπάρξουν δυναμικές αλλαγής, σε κατευθύνσεις αντιμετώπισης κοινωνικών προβλημάτων αλλά και μεγαλύτερης κυβερνητικής λογοδοσίας, ή διαφορετικά αυτό που τελικά θα μετρηθεί θα είναι η ικανότητα αντοχής σε αλλεπάλληλες κρίσεις στις οποίες από ένα σημείο και μετά η αυταρχική σκλήρυνση δεν θα μπορεί να δώσει απάντηση.
Πηγή: in.gr

















![Ακίνητα: Τα 7 αγκάθια στην εύρεση σπιτιού [γραφήματα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/08/akinita.jpg)






















