Η σχέση των τραπεζών με τους καταθέτες έχει περάσει από πολλά κύματα τα τελευταία 25 έτη.
Μπορεί οι αποταμιεύσεις να είναι ζωτικής σημασίας για την εύρυθμη λειτουργία του συστήματος, δεν αποτελούν ωστόσο πάντοτε προτεραιότητα στον επιχειρησιακό σχεδιασμό των πιστωτικών ιδρυμάτων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε η πρώτη περίοδος μετά την είσοδο της χώρας στο ευρώ. Σε εκείνη τη φάση οι τράπεζες διαθέτοντας απεριόριστη πρόσβαση στις αγορές για την άντληση φθηνής ρευστότητας και με δεδομένο ότι η καταθετική βάση αυξανόταν ούτως ή αλλιώς λόγω του θετικού μακροοικονομικού περιβάλλοντος, δεν έδιναν και τόσο μεγάλη σημασία στους απλούς αποταμιευτές.
Τα πράγματα άλλαξαν απότομα μετά τη χρεοκοπία του Δημοσίου το 2010, που πυροδότησε μια άνευ προηγουμένου κρίση εμπιστοσύνης. Ετσι, την καταγραφή ιστορικού υψηλού στη ζώνη των 195 δισ. ευρώ ακολούθησε μία πολυετής φθίνουσα πορεία. Η εξέλιξη αυτή ήταν αποτέλεσμα τόσο της ύφεσης που έπληξε τα εισοδήματα των πολιτών όσο και της απόσυρσης καταθέσεων από το σύστημα.
Οι μαζικές εκροές
Ειδικά σε περιόδους πολιτικής αστάθειας, όπως το 2012, κατά τη φάση της διπλής εκλογικής αναμέτρησης ή στο α΄ εξάμηνο του 2015 μετά την ανάληψη της εξουσίας από ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, καταγράφηκαν μαζικές εκροές.
Στο δίμηνο Μαΐου – Ιουνίου 2012 τα σχετικά μεγέθη, όσον αφορά τα φυσικά πρόσωπα, υποχώρησαν κατά 13 δισ. ευρώ περίπου, ενώ μεταξύ Δεκεμβρίου 2014 και Ιουνίου 2015, μέχρι δηλαδή την επιβολή των capital controls, οι απώλειες προσέγγισαν τα 32 δισ. ευρώ.
Τα χρήματα κατευθύνθηκαν σε λογαριασμούς στο εξωτερικό, σε θυρίδες ή άλλες προσωπικές κρυψώνες, καθώς και σε αμοιβαία κεφάλαια, κυρίως διαχείρισης διαθεσίμων, με θεματοφυλακή εκτός Ελλάδος. Ο φόβος εξόδου από το ευρώ ή κουρέματος όριζε τις επιλογές των καταθετών σε εκείνες τις κρίσιμες φάσεις.
Ηταν τότε η πρώτη φορά μετά την είσοδο της χώρας στο ευρώ που οι διοικήσεις των τραπεζών άρχισαν να ασχολούνται ενεργά με τη συγκράτηση των εκροών.
Εφτασαν να προσφέρουν επιτόκια έως και 5% – 6% για να πείσουν τους καταθέτες να μην αποσύρουν τις αποταμιεύσεις τους. Τελικώς η επιβολή των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων σταμάτησε την αιμορραγία και έδωσε τη δυνατότητα στα πιστωτικά ιδρύματα να επαναφέρουν τις αποδόσεις σε φυσιολογικά για τα δεδομένα της εποχής επίπεδα.
Από το 2017 και αργότερα, η επιτυχής εφαρμογή του τρίτου μνημονίου, η έξοδος από αυτό, αλλά και η μακροοικονομική βελτίωση δημιούργησαν τις συνθήκες για την εκ νέου άνοδο των καταθέσεων. Περαιτέρω ώθηση στα μεγέθη έδωσαν οι επιδοτήσεις για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας, με αποτέλεσμα ακόμη και εν μέσω ύφεσης να ενισχυθούν σημαντικά.
Ετσι, μέσα σε 9 χρόνια η συνολική άνοδος των υπολοίπων των νοικοκυριών έφτασε τα 55 δισ. ευρώ, κι ενώ οι καθαρές εισροές σε αμοιβαία κεφάλαια την ίδια περίοδο ξεπέρασαν τα 16 δισ. ευρώ.
Πρόκειται για χρήματα που εξήλθαν των τραπεζικών λογαριασμών και περιόρισαν την άνοδο.
Οι αποδόσεις
Ως αποτέλεσμα, η βελτίωση των δεικτών ρευστότητας, που είναι οι καλύτεροι σήμερα σε όλη την Ευρώπη, είναι εντυπωσιακή.
Μη έχοντας λοιπόν ανάγκη για προσέλκυση καταθέσεων και ελλείψει ανταγωνισμού, οι τράπεζες επέλεξαν να κρατήσουν τα καταθετικά τους επιτόκια σε χαμηλά επίπεδα, ακόμη και κατά τη φάση αυστηροποίησης της νομισματικής πολιτικής από το καλοκαίρι του 2022 και ύστερα.
Οι ευρωπαϊκοί δείκτες αναφοράς βρέθηκαν από αρνητικά επίπεδα έως και το 4%, οι εγχώριοι όμιλοι επέλεξαν όμως να μην αναπροσαρμόσουν ανάλογα τις αποδόσεις που δίνουν στους πελάτες τους.
Τους προέτρεψαν μάλιστα να τοποθετηθούν σε ομολογιακά αμοιβαία κεφάλαια, που μπορούν να εξασφαλίσουν καλύτερες αποδόσεις, χωρίς ιδιαίτερο ρίσκο.
Οταν δε από τα μέσα του 2024 η ΕΚΤ άρχισε να μειώνει τους παρεμβατικούς της δείκτες, οι περικοπές των επιτοκίων στις προθεσμιακές καταθέσεις στην Ελλάδα ήταν μεγαλύτερες και εμπροσθοβαρείς. Η πολιτική αυτή ερευνήθηκε και από την Επιτροπή Ανταγωνισμού, η οποία στο τέλος της περυσινής χρονιάς έδωσε στη δημοσιότητα μία σχετική μελέτη και αναμένει τις προτάσεις των τραπεζών για το πώς μπορεί να βελτιωθεί η κατάσταση για τους αποταμιευτές.
Αλλαγή τάσης
Εδώ και μερικούς μήνες ωστόσο οι παραπάνω τάσεις φαίνεται πως έχουν εν μέρει αντιστραφεί.
Συγκεκριμένα, καταγράφηκαν αυξήσεις των αποδόσεων σε λογαριασμούς προθεσμίας από συστημικούς ομίλους, ενώ προσφορές με ελκυστικά επιτόκια ενεργοποίησε και ο 5ος πόλος. Την περασμένη εβδομάδα μη συστημική τράπεζα λάνσαρε ένα νέο προϊόν για νέα κεφάλαια, με ετήσιο όφελος που φτάνει έως και το 2%. Επιπλέον, οι τράπεζες προσφέρουν γη και ύδωρ σε συγκεκριμένες ομάδες του πληθυσμού, με σταθερά εισοδήματα, όπως οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι συνταξιούχοι, για να τις προτιμήσουν.
Οπως επισημαίνει αναλυτής που παρακολουθεί τον κλάδο, η εξέλιξη αυτή σχετίζεται τόσο με την όξυνση του ανταγωνισμού που προκάλεσε η δημιουργία μίας νέας εξυγιασμένης τράπεζας, όσο και με την ανάγκη για την ταχεία ανάπτυξη των εργασιών που τους αποφέρουν έσοδα. «Θα μπορούσαμε να πούμε πως κατά τη φάση ανόδου των επιτοκίων τα πιστωτικά ιδρύματα χωρίς ιδιαίτερο κόπο είδαν την κερδοφορία τους να διαμορφώνεται σε πολυετή υψηλά, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του υφιστάμενου δανειακού χαρτοφυλακίου είναι συνδεδεμένο με ευρωπαϊκούς δείκτες αναφοράς» σημειώνει σχετικά.
Η νέα στρατηγική
Σήμερα όμως, προσθέτει η ίδια πηγή, «το κόστος χρήματος έχει υποχωρήσει κατά 50% σε σύγκριση με τα υψηλά της προηγούμενης διετίας. Η ανάπτυξη λοιπόν της οργανικής κερδοφορίας περνά μέσω της αύξησης των πωλήσεων προϊόντων και υπηρεσιών».
Στο πλαίσιο αυτό, οι διοικήσεις όλων των πιστωτικών ιδρυμάτων, συστημικών και μικρότερων, επιδιώκουν την αύξηση των αποταμιευτικών πόρων που τους εμπιστεύονται οι πελάτες τους, καθώς αποτελούν το καύσιμο που χρηματοδοτεί τις λοιπές εργασίες, από τις οποίες κερδίζουν. «Η μεγέθυνση του ενεργητικού και του εισοδήματος από όλους τους τομείς, τοκοφόρους και μη, περνά μέσα από την ενίσχυση του παθητικού μας», τονίζει τραπεζική πηγή. Οπως εξηγεί, η προσέλκυση νέων πελατών και η ενίσχυση της καταθετικής βάσης αξιοποιούνται ως εξής:
1 Χρηματοδοτήσεις: Οσο πιο υψηλή ρευστότητα έχει μία τράπεζα, τόσο μεγαλύτερα είναι τα περιθώρια για παροχή δανείων. Επιπλέον, οι αποταμιεύσεις της πελατείας της είναι κατά κανόνα φθηνότερες σε σχέση με τα κεφάλαια που αντλούνται από τις αγορές. Με τον τρόπο αυτόν το επιτοκιακό περιθώριο αυξάνεται. Επίσης, διευκολύνεται η προώθηση χορηγικών προγραμμάτων, καθώς υπάρχει ούτως ή αλλιώς σχέση με τους υποψήφιους δανειολήπτες.
2 Asset management: Για να διαθέσει μία τράπεζα ένα επενδυτικό προϊόν θα πρέπει να έλθει σε επαφή με τον υποψήφιο επενδυτή. Οσο λοιπόν περισσότερους καταθέτες προσελκύει, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες επιτυχίας στον τομέα του asset management.
3 Πώληση ασφαλιστικών προγραμμάτων: Το ίδιο ισχύει και με τα ασφαλιστικά προϊόντα που διαθέτουν οι τράπεζες, είτε πρόκειται για πολύ απλά προγράμματα που προωθούνται κατά βάση μέσω digital banking, άρα σε ενεργούς πελάτες, ή για πιο σύνθετα, που προϋποθέτουν πιο αναλυτική παρουσίαση στον ενδιαφερόμενο.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ (ΟΤ) – ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

















![Ακίνητα: Τα 7 αγκάθια στην εύρεση σπιτιού [γραφήματα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/08/akinita.jpg)




















