Το ξέσπασμα της πανδημίας πριν από περίπου 6 χρόνια αποτέλεσε καταλύτη για τον ψηφιακό μετασχηματισμό των ελληνικών τραπεζών.
Οι διοικήσεις τους κλήθηκαν σε εκείνη την πρώτη φάση της κρίσης να επιταχύνουν τις διαδικασίες ψηφιοποίησης των μη εγχρήματων συναλλαγών και να ωθήσουν ένα μεγάλο μέρος του πελατολογίου τους που δεν είχε μέχρι εκείνη τη στιγμή καμία επαφή με τις ηλεκτρονικές υπηρεσίες, να κάνει την εγγραφή του, ώστε να αρχίσει να τις χρησιμοποιεί.
Το εγχείρημα ήταν επιτυχημένο. Την τριετία που ακολούθησε οι νέες εγγραφές στο e-banking έφτασαν τα 2 εκατομμύρια, ενώ το ποσοστό των συναλλαγών που πραγματοποιείται μέσω ηλεκτρονικών καναλιών, μακριά δηλαδή από το γκισέ των τραπεζικών καταστημάτων, ξεπέρασε το 95%.
Αυτό όμως ήταν το πρώτο βήμα του σχεδίου των τραπεζών. Επόμενο στοίχημα αποτέλεσε η αξιοποίηση των εναλλακτικών δικτύων, κατά βάση του e-banking και του m-banking, για την ενίσχυση των πωλήσεων.
Οι online λύσεις
Στο πλαίσιο αυτό, ξεκίνησε το λανσάρισμα online προγραμμάτων όλων των κατηγοριών.
Η αρχή έγινε από τα πιο απλά προϊόντα. Προθεσμιακές καταθέσεις, πιστωτικές κάρτες, ασφαλιστικά προϊόντα ζημιών και καταναλωτικά δάνεια, που είναι κατά βάση τυποποιημένα και δεν προϋποθέτουν κάποια ιδιαίτερη ανάλυση πριν την επιλογή τους, ήταν τα πρώτα που δημιουργήθηκαν.
Εν συνεχεία, ξεκίνησε η ψηφιοποίηση πιο σύνθετων προγραμμάτων, όπως τα στεγαστικά δάνεια και οι επενδυτικές λύσεις.
Ταυτόχρονα, έχουν εμπλουτιστεί σημαντικά οι υπηρεσίες συναντήσεων πελατών με τραπεζικούς συμβούλους μέσω βιντεοκλήσης, ενώ καθιερώθηκε και η ψηφιακή υπογραφή.
Με άλλα λόγια, η επίσκεψη σε κατάστημα είναι αυτήν τη στιγμή απαραίτητη μόνο για μία δια ζώσης συζήτηση με το προσωπικό τους.
Εξάλλου, οι όροι διάθεσης των digital προϊόντων είναι σε πολλές περιπτώσεις πιο ευνοϊκοί, λειτουργώντας ως ένα επιπλέον κίνητρο για να αποφύγει κάποιος την απόκτησή τους μέσω του φυσικού δικτύου.
Κατά τη διάρκεια της περυσινής χρονιάς σχεδόν 7 στα 10 καταναλωτικά δάνεια χορηγήθηκαν μέσα από τα ψηφιακά κανάλια
Το παράδειγμα των καταναλωτικών δανείων
Ενδεικτική της επιτυχίας των τραπεζών προς αυτήν την κατεύθυνση είναι η πορεία των online εργασιών στην καταναλωτική πίστη.
Σύμφωνα με τραπεζικές πηγές, κατά τη διάρκεια της περυσινής χρονιάς σχεδόν 7 στα 10 δάνεια της κατηγορίας χορηγήθηκαν αποκλειστικά μέσα από τα ψηφιακά κανάλια των τραπεζών, χωρίς επίσκεψη σε κατάστημα.
Δηλαδή, ο πελάτης επέλεξε μέσω e-banking ή m-banking το προϊόν που τον ενδιαφέρει, έκανε εκεί την αίτησή του, η οποία εξετάστηκε άμεσα εφόσον τα στοιχεία ήταν επικαιροποιημένα και έλαβε την απάντηση για το αν εγκρίθηκε ή όχι μέσα σε λίγα λεπτά.
Εάν ήταν θετική υπέγραψε ψηφιακά τη σύμβαση και τα χρήματα εκταμιεύθηκαν άμεσα με πίστωση στον καταθετικό του λογαριασμό.
Σημειώνεται πως ειδικά στην καταναλωτική πίστη, στις περισσότερες τράπεζες προβλέπονται μειωμένα έξοδα εάν προτιμηθεί αυτή η οδός, σε σχέση με την αίτηση σε κατάστημα.
Ανοδος 15%
Ως προς τα συνολικά μεγέθη της αγοράς, οι ίδιοι κύκλοι τονίζουν πως πέρυσι εκταμιεύθηκαν 122.738 καταναλωτικά δάνεια χωρίς εξασφάλιση, με τη διαδικασία να διεκπεραιώνεται από την αρχή έως το τέλος μέσω e-banking και m-banking.
Αντίστοιχα μέσω καταστημάτων χορηγήθηκαν 62.707 καταναλωτικά δάνεια χωρίς εξασφάλιση.
Συνολικά, οι χορηγήσεις στην καταναλωτική πίστη έφτασαν τις 185.445 και το ύψος τους ανήλθε σε 1,6 δισ. ευρώ. Σε επίπεδο αξίας εκταμιεύσεων η ετήσια αύξηση διαμορφώθηκε σε 15%.
Σημειώνεται ότι στα παραπάνω μεγέθη περιλαμβάνονται εκτός από τα δάνεια μέσω των τραπεζικών δικτύων, online και φυσικών, τα προγράμματα αυτοκινήτου – μοτοσικλετών, που το 2025 έφτασαν τα 440 εκατ. ευρώ, τα δάνεια μέσω συνεργαζόμενων εμπόρων, οι γραμμές ανοιχτής πίστωσης και τα προϊόντα με εξασφάλιση.








































