Τα τελευταία χρόνια, οι επενδύσεις στην Ελλάδα αυξάνονται με ρυθμούς που θα ζήλευαν αρκετές ευρωπαϊκές οικονομίες. Το 2023 και το 2024 ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου αυξήθηκε σωρευτικά πάνω από 15%, ενώ και το 2025 κινήθηκε υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, με αιχμή τα έργα υποδομών, την ενέργεια, τα ακίνητα και τον τουρισμό. Κι όμως, παρά την ένταση του επενδυτικού κύκλου, η παραγωγικότητα της εργασίας παραμένει σχεδόν στάσιμη και η δυνητική ανάπτυξη της οικονομίας δεν αναθεωρείται ουσιαστικά προς τα πάνω.
To παράδοξο
Αυτό το παράδοξο (επενδύσεις χωρίς παραγωγικό άλμα) καταγράφεται συστηματικά στις εκθέσεις του ΟΟΣΑ, της Τράπεζας της Ελλάδος και του Εθνικού Συμβουλίου Παραγωγικότητας. Όπως επισημαίνουν, το πρόβλημα δεν είναι το ύψος των επενδύσεων, αλλά το γεγονός ότι μεγάλο μέρος τους αυξάνει το ΑΕΠ «του έτους», χωρίς να αλλάζει τη δυναμική της οικονομίας στα επόμενα χρόνια.
Το πρόβλημα δεν είναι το ύψος των επενδύσεων, αλλά ότι μεγάλο μέρος τους αυξάνει το ΑΕΠ «του έτους», χωρίς να αλλάζει τη δυναμική της οικονομίας στα επόμενα χρόνια
Σύμφωνα με τα στοιχεία πάνω από το μισό της επενδυτικής ανόδου της περιόδου 2022-2025 κατευθύνθηκε σε δραστηριότητες με χαμηλό ή μεσαίο πολλαπλασιαστή παραγωγικότητας. Οι επενδύσεις αυτές αυξάνουν την απασχόληση και την οικονομική δραστηριότητα, αλλά δεν ενσωματώνουν τεχνολογία, οργανωτική αναβάθμιση ή νέες παραγωγικές δυνατότητες σε τέτοιο βαθμό ώστε να ανεβάζουν διαρκώς την αποδοτικότητα.
Η παραγωγικότητα
Το αποτέλεσμα είναι ορατό στους αριθμούς. Η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα αυξήθηκε μόλις κατά 0,4% ετησίως την τελευταία τριετία, όταν στην Ευρωζώνη, παρά τη γενική στασιμότητα, κινήθηκε κοντά στο 0,8%. Οι επενδύσεις υπάρχουν, αλλά το αποτύπωμά τους παραμένει ρηχό.
Σε πολλές οικονομίες, οι επενδύσεις αποδίδουν με καθυστέρηση. Στην Ελλάδα, όμως, αυτή η δεύτερη φάση, δηλαδή η διάχυση της τεχνολογίας, η αύξηση της αποδοτικότητας και οι θετικές αλυσιδωτές επιδράσεις, είτε καθυστερεί υπερβολικά είτε δεν εμφανίζεται καθόλου.
Η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα αυξήθηκε μόλις κατά 0,4% ετησίως την τελευταία τριετία
Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι οι επενδύσεις στη χώρα εμφανίζουν χαμηλό βαθμό διασύνδεσης μεταξύ κλάδων. Δημιουργούν τοπική δραστηριότητα, αλλά περιορισμένες δευτερογενείς επιδράσεις. Με άλλα λόγια, το κεφάλαιο «δουλεύει» εκεί που επενδύεται, αλλά δεν μετασχηματίζει το υπόλοιπο παραγωγικό σύστημα.
Επιτυχημένα μοντέλα
Η σύγκριση με χώρες που κατάφεραν να μετατρέψουν επενδύσεις σε παραγωγικό άλμα είναι αποκαλυπτική.
Ιρλανδία: Από το 2015 και μετά, η χώρα προσέλκυσε μεγάλες άμεσες ξένες επενδύσεις, αλλά το κρίσιμο στοιχείο ήταν η σύνδεσή τους με εγχώριες αλυσίδες αξίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία πάνω από το 35% των νέων επενδύσεων συνοδεύτηκε από μεταφορά τεχνογνωσίας και αναβάθμιση δεξιοτήτων, οδηγώντας σε αύξηση παραγωγικότητας άνω του 2% ετησίως για μια ολόκληρη δεκαετία.
Ισπανία: Μετά την κρίση, επένδυσε συστηματικά στη βιομηχανία, στην πράσινη ενέργεια και στη μεταποίηση. Το αποτέλεσμα ήταν ότι μεταξύ 2019 και 2024, η παραγωγικότητα αυξήθηκε ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ενώ οι επενδύσεις άρχισαν να μεταφράζονται σε εξαγωγική ισχύ.
Τσεχία: Εστίασε στη σύνδεση επενδύσεων με εξαγωγικούς κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας. Οι επενδύσεις δεν περιορίστηκαν σε πάγια, αλλά συνδυάστηκαν με έρευνα, αυτοματοποίηση και αναβάθμιση παραγωγικών διαδικασιών. Έτσι, κάθε ευρώ επένδυσης είχε μεγαλύτερο και πιο διαρκές αποτύπωμα.
Το κοινό στοιχείο αυτών των χωρών δεν ήταν απλώς περισσότερες επενδύσεις, αλλά επενδύσεις που άλλαξαν τον τρόπο παραγωγής.
Το ελληνικό πρόβλημα
Στην Ελλάδα, ένα επιπλέον ζήτημα είναι ότι μεγάλο μέρος του επενδυτικού κεφαλαίου “κλειδώνει” σε δραστηριότητες με περιορισμένη ευελιξία. Η Τράπεζα της Ελλάδος σημειώνει ότι σημαντικό ποσοστό επενδύσεων αφορά πάγια στοιχεία που δεν επανατοποθετούνται εύκολα και δεν επιδέχονται ταχεία τεχνολογική αναβάθμιση.
Η δυνητική ανάπτυξη παραμένει κοντά στο 1,3%-1,5%, επίπεδο που δεν επιτρέπει ουσιαστική σύγκλιση με την Ευρώπη
Αυτό μειώνει την ταχύτητα κυκλοφορίας του κεφαλαίου στην οικονομία και περιορίζει τη δυνατότητα προσαρμογής σε νέες συνθήκες. Αυτό σημαίνει οτι το μοντέλο ανάπτυξης δεν είναι καθόλου δυναμικό.
Οι διεθνείς οργανισμοί προβλέπουν ότι η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να αναπτύσσεται το 2026 με ρυθμούς γύρω στο 2%-2,5%. Ωστόσο, η δυνητική ανάπτυξη παραμένει κοντά στο 1,3%-1,5%, επίπεδο που δεν επιτρέπει ουσιαστική σύγκλιση με την Ευρώπη.



































