Πέντε γυναίκες έχασαν τη ζωή τους στον χώρο εργασίας τους. Η τραγωδία από μόνη της αρκεί για να θέσει σε δοκιμασία κάθε ισχυρισμό περί «μεμονωμένου ατυχήματος». Όσο όμως αποκαλύπτονται τα ευρήματα της τεχνικής διερεύνησης, το ερώτημα μετατοπίζεται στο πώς μια τόσο εκτεταμένη και επικίνδυνη συνθήκη φαίνεται να εξελίχθηκε χωρίς να γίνει αντιληπτή εγκαίρως.
Το πόρισμα της Πυροσβεστικής δεν περιγράφει ένα στιγμιαίο συμβάν. Περιγράφει μια διαδικασία που, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, εξελισσόταν επί μήνες. Και αυτό αναπόφευκτα ανοίγει τη συζήτηση για τους ελέγχους, τις δικλείδες ασφαλείας και τα όρια ευθύνης των αρμόδιων φορέων. Στην πράξη το ερώτημα είναι ποιος επιβλέπει τι, ποιος έλεγχε τι και ποιος είχε συνολική εικόνα του κινδύνου.
Το χρονικό μιας πολύμηνης διαρροής
Σύμφωνα με την τεχνική διερεύνηση της Πυροσβεστικής, στις εγκαταστάσεις της Βιολάντα υπήρχαν δύο υπέργειες δεξαμενές προπανίου χωρητικότητας 5.000 και 9.000 λίτρων, σε απόσταση περίπου 30 μέτρων από το σημείο της έκρηξης. Οι δεξαμενές τροφοδοτούσαν τους φούρνους της μονάδας μέσω υπόγειων σωληνώσεων, οι οποίες διέρχονταν κάτω από ασφαλτοστρωμένο χώρο και κατέληγαν στο ισόγειο του κτιρίου.
Κατά τον έλεγχο, εντοπίστηκε πάγος στις σωληνώσεις της δεξαμενής των 5.000 λίτρων, ένδειξη πρόσφατης λειτουργίας. Με τη χρήση αζώτου διαπιστώθηκε διαρροή στο έδαφος, γεγονός που οδήγησε σε εκσκαφή βάθους περίπου 60 εκατοστών. Εκεί αποκαλύφθηκε εκτεταμένη διαρροή προπανίου, με τις αρμόδιες αρχές να εκτιμούν ότι αυτή ήταν πολύμηνη. Τα ανιχνευτικά μέσα κατέγραψαν εξαιρετικά υψηλές συγκεντρώσεις αερίου.
Το προπάνιο μετακινήθηκε μέσω του εδάφους σε απόσταση περίπου 25 μέτρων και συγκρατήθηκε σε υπόγειο χώρο του κτιρίου. Εκεί, παρουσία σπινθηρισμού από ηλεκτρομηχανολογικό εξοπλισμό, σημειώθηκε η έκρηξη.
Η εικόνα που προκύπτει είναι εκείνη μιας αργής, αθόρυβης συσσώρευσης κινδύνου — όχι ενός απρόβλεπτου τεχνικού λάθους.
Τα επτά κρίσιμα ερωτήματα
1. Υπήρχαν αισθητήρες ανίχνευσης αερίου στους χώρους εργασίας;
2. Καταγράφηκαν ποτέ ενδείξεις διαρροής αερίου;
3. Πότε έγινε ο τελευταίος έλεγχος στεγανότητας στις σωληνώσεις και με ποια μεθοδολογία ελέγχεται στην πράξη ένα υπόγειο δίκτυο κάτω από ασφαλτοστρωμένο χώρο;
4. Υπήρχε παρακολούθηση της κατανάλωσης προπανίου; Μια πολύμηνη διαρροή προϋποθέτει απώλειες καυσίμου. Εξετάστηκαν ποτέ τέτοιες αποκλίσεις;
5. Ο υπόγειος χώρος όπου εγκλωβίστηκε το αέριο είχε επαρκή αερισμό; Ήταν κατάλληλος για εγκατάσταση ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού;
6. Ποια υπηρεσία είχε την ευθύνη ουσιαστικού ελέγχου της εγκατάστασης των δεξαμενών και πότε πραγματοποιήθηκε αυτός ο έλεγχος;
7. Οι έλεγχοι από την Επιθεώρηση Εργασίας εντός του 2025 εντόπισαν ελλείψεις σε διόδους διαφυγής και μηχανήματα. Υπήρξε ποτέ συνολική εκτίμηση επικινδυνότητας των εγκαταστάσεων από άλλη υπηρεσία;
Πού «μπάζει» το σύστημα ελέγχων
Η υπόθεση της Βιολάντα φωτίζει ένα διαχρονικό πρόβλημα: το σύστημα ελέγχων ασφάλειας στους χώρους εργασίας λειτουργεί αποσπασματικά. Η Επιθεώρηση Εργασίας ελέγχει συνθήκες εργασίας και την ισχύ πιστοποιητικών, όχι την τεχνική ορθότητα εγκαταστάσεων. Η Πυροσβεστική ελέγχει την πυρασφάλεια, όχι τη συνολική λειτουργία του χώρου. Οι υπηρεσίες Ανάπτυξης και Πολεοδομίας έχουν άλλες, εξίσου επιμέρους αρμοδιότητες.
Στην πράξη η νομοθεσία μεταθέτει την ευθύνη για τον έλεγχο ορθής και ασφαλούς λειτουργίας αποκλειστικά στον ιδιοκτήτη . Το αποτέλεσμα είναι ότι κανένας φορέας δεν έχει την πλήρη εικόνα του κινδύνου. Οι έλεγχοι μπορεί να είναι πολλοί, αλλά δεν είναι συνθετικοί. Και όταν ο κίνδυνος είναι υπόγειος, εξελίσσεται αργά και δεν αφήνει άμεσα ορατά ίχνη, αυτή η έλλειψη συνολικής εποπτείας γίνεται καθοριστική.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι απλώς αν έγιναν έλεγχοι. Είναι αν το σύστημα, όπως είναι δομημένο σήμερα, μπορεί πράγματι να προλαμβάνει — ή απλώς να καταγράφει εκ των υστέρων τις συνέπειες. Και αυτό είναι ένα ερώτημα που ξεπερνά τη συγκεκριμένη υπόθεση και αφορά την ασφάλεια χιλιάδων εργαζομένων.




































