Ασφάλεια δικαίου και κοινωνική ασφάλιση

Η διοίκηση ποτέ δεν παραδέχεται το σφάλμα της, ακόμη κι όταν είναι οφθαλμοφανές.

Ασφάλεια δικαίου και κοινωνική ασφάλιση

Η κοινωνική ασφάλιση δεν υποφέρει τόσο από τη βραδύτητα της δικαιοσύνης όσο από τη δυστροπία της διοίκησης. Η δικαστική επίλυση μιας διαφοράς απαιτεί, τις περισσότερες φορές, τον (εύλογο) χρόνο της. Η ορθή κι όχι βεβιασμένη ερμηνεία του δικαίου θέλει περισυλλογή, ενώ η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοστέο κανόνα είναι μια λεπτή νομική διαδικασία. Έτσι, αν θέλουμε να έχουμε δικαιοσύνη, δεν είναι πάντα καλός σύμβουλος η υπερβολική ταχύτητα. Η «fast truck» επίλυση των αμφισβητήσεων βρίσκεται εκτός της λογικής των δικαστικών μηχανισμών.

Ωστόσο, αυτό που βασανίζει συχνά την κοινωνική ασφάλιση και το οποίο «πληρώνουν» ακριβά οι ασφαλισμένοι, όπως κι οι υπόχρεοι εισφορών (εργοδότες), είναι η ευθυνόφοβη συμπεριφορά της διοίκησης (των οργάνων απονομής παροχών ή των ελεγκτικών οργάνων).

Εν ολίγοις, η στάση της συνοψίζεται κυνικά στο εξής : «εμμονή σε μια αυστηρή γραμμή που παραβλέπει κάθε σοβαρή ένσταση του διοικουμένου, κι αν ο τελευταίος επιθυμεί να βρει το δίκιο του ας προσφύγει στα δικαστήρια». Δηλαδή, η δυνατότητα δικαστικής συνδρομής λειτουργεί ως καθαρτήριο της δυστροπίας της διοίκησης.

Η προσφυγή, όμως, στη δικαιοσύνη σημαίνει επίρριψη της αβεβαιότητας στον διοικούμενο. Συγκεκριμένα, συνεπιφέρει κόστος (μέχρι οικονομικής εξόντωσης) για τις μικρές επιχειρήσεις ή στέρηση πόρων (αξιοπρεπούς) διαβίωσης για τον δικαιούχο παροχών. Πρόσθετα, αυξάνοντας το φόρτο εργασίας των δικαστηρίων, επιβραδύνει γενικά την απονομή της δικαιοσύνης. Η διοίκηση (ασφαλιστικά όργανα) πιστεύει ότι με την αυστηρότητα υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Φαίνεται δε να αγνοεί ότι κοινωνική ασφάλιση δεν είναι μόνο το ταμειακό συμφέρον του φορέα, αλλά και η λήψη υπόψη των εύλογων συμφερόντων των δικαιούχων (παροχών) και οφειλετών (εισφορών). Όλα αυτά συχνά συνοδεύονται στην πράξη από μια αλαζονική συμπεριφορά των υπαλλήλων.

Φυσικά, δεν ομιλούμε για οφειλές που αποδίδονται καθαρά στην ασυνέπεια των υπόχρεων ή για αθεμελίωτες και υπερβολικές απαιτήσεις συνταξιούχων. Αναφερόμαστε κυρίως σε ζητήματα που προκύπτουν από τις ασάφειες των ίδιων νόμων, εκεί που ο νομοθέτης δεν επετέλεσεν το καθήκον της ορθής νομοθέτησης, αφήνοντας να ενυπάρχει η αμφιβολία.

Κι ενώ θα έπρεπε η διοίκηση να είχε εκφράσει με σαφήνεια εκ των προτέρων ποια ερμηνεία θα ακολουθήσει, αφήνει να αιωρείται η αβεβαιότητα και η ρευστότητα. Βέβαια, όπως το επαναλαμβάνει η νομολογία και βολεύει τη διοίκηση, άγνοια νόμου δεν συγχωρείται. Ποιου νόμου, όμως ; Του ασαφούς ; Άγνοια νόμου δεν σημαίνει αναγκαστικά και άγνοια ακολουθούμενης ερμηνείας. Η διοίκηση αδρανώντας αποφεύγει να αποσαφηνίσει, ως όφειλε, το περιεχόμενο του νόμου, όπως αυτή το αποδέχεται.

Ο οφειλέτης δεν γνωρίζει, ούτε τον ενημερώνει η διοίκηση. Τα ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα. Οι εγκύκλιοι περιορίζονται σε γενικότητες. Και κάποια στιγμή η διοίκηση, μετά από έτη σιωπής, τάσσεται υπέρ μιας άποψης, «αδειάζοντας» όσους ακολούθησαν εκόντες άκοντες την αντίθετη. Η διοίκηση ποτέ δεν παραδέχεται το σφάλμα της, ακόμη κι όταν είναι οφθαλμοφανές.

Αλλά κι όταν η Τοπική Διοικητική Επιτροπή (με άσκηση από τον ενδιαφερόμενο ένστασης σε ιεραρχικά ανώτερο όργανο) δικαιώσει τον οφειλέτη, ο Διευθυντής του Υποκ/τος προσφεύγει στα δικαστήρια κατά της απόφασης της ίδιας της διοίκησης. Άρα, τι νόημα έχει ο εσωτερικός έλεγχος, αφού σε κάθε περίπτωση, για την επίλυση της διαφοράς, θα επιληφθούν τα αρμόδια δικαστήρια.

Ας αφηγηθούμε μια τέτοια πονεμένη ιστορία. Ο εργοδότης, στην περίπτωσή μας μη κερδοσκοπικό σωματείο, χωρίς καμία προδιάθεση παραβατικότητας, χρησιμοποίησε ως τρόπο αμοιβής και ασφάλισης των απασχολουμένων του το εργόσημο. Από την πλευρά του, ο νόμος είχε αποφύγει να ορίσει τον περιστασιακό χαρακτήρα των απασχολουμένων με εργόσημο, δημιουργώντας μια αχλύ γύρω από τον όρο αυτό. Η διοίκηση σιώπησε σε ερωτήματα που είχε υποβάλει ο εργοδότης, για την αληθή ερμηνεία των σχετικών διατάξεων. Μετά από χρόνια, τα ελεγκτικά όργανα αποφάσισαν ότι δεν γίνεται δεκτό στην εν λόγω περίπτωση το εργόσημο και επέβαλε αναδρομικά εισφορές (ένα αρκετά υψηλό ποσό).

Οι απορίες είναι εύλογες : γιατί η διοίκηση δεν ενημέρωσε νωρίτερα για τον προσήκοντα τρόπο ασφάλισης, ώστε να συμμορφωθεί έγκαιρα ο εργοδότης ; Γιατί δεν προχωρούσε σε ελέγχους και υποδείξεις ; Γιατί το κόστος της αβελτηρίας να το υποστεί ο εργοδότης ; Ο εργοδότης αναγκάστηκε να το καταβάλει, γιατί η πράξη επιβολής εισφορών είναι άμεσα εκτελεστή. Ακόμη κι αν δικαιωθεί στα δικαστήρια μετά από χρόνια, θα έχει υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία. Ίσως, και να ήταν αποφασιστική για την οικονομική του επιβίωση. Όλα θα ήταν πιο απλά και καθαρά, αν ο νόμος ήταν πιο σαφής και η διοίκηση ξεκαθάριζε εξαρχής το θολό τοπίο των υποχρεώσεων.

Η ανάγκη σαφήνειας και προβλεψιμότητας του νόμου απορρέουν από την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου. Οι επιταγές αυτές πρέπει να τηρούνται με ιδιαίτερη ευλάβεια, ώστε να γνωρίζουν οι ενδιαφερόμενοι με ακρίβεια την έκταση των υποχρεώσεών τους. Όπου ο νόμος δεν είναι σαφής, η διοίκηση οφείλει να καθοδηγήσει εξαρχής τους υπόχρεους στην εφαρμοστέα λύση.

OT Originals
Περισσότερα από Experts

ot.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθυντής Σύνταξης: Χρήστος Κολώνας

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ΟΝΕ DIGITAL SERVICES MONOΠΡΟΣΩΠΗ ΑΕ

Μέτοχος: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 801010853, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: ot@alteregomedia.org, Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

Μέλος

ened
ΜΗΤ

Aριθμός Πιστοποίησης
Μ.Η.Τ.232433

Απόρρητο