Οι μεσοπρόθεσμες μακροοικονομικές προοπτικές της χώρας καταγράφονται σε σημείωμα της Τράπεζας της Ελλάδας σε σχέση με την ελληνική οικονομία, δίνοντας έμφαση μεταξύ άλλων στη δυναμική της ανάπτυξης, στις εξελίξεις στην κατανάλωση, στις επενδύσεις και στον εξωτερικό τομέα, καθώς και στις τάσεις σε πληθωρισμό, απασχόληση και ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Επιπλέον, επισημαίνονται οι βασικοί κίνδυνοι που απορρέουν από το διεθνές περιβάλλον, τις πληθωριστικές πιέσεις, τη στενότητα στην αγορά εργασίας, την κλιματική κρίση και την ανάγκη αποτελεσματικής αξιοποίησης των ευρωπαϊκών πόρων και υλοποίησης των μεταρρυθμίσεων.
Σύμφωνα με την ΤτΕ, ο δείκτης οικονομικού κλίματος σημείωσε πτώση τον Ιανουάριο του 2026 σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο του 2025, λόγω της επιδείνωσης της εμπιστοσύνης των καταναλωτών και της πτώσης των επιχειρηματικών προσδοκιών, κυρίως στον τομέα της μεταποίησης και, σε μικρότερο βαθμό, στον τομέα των υπηρεσιών.
Ωστόσο, προοπτικά, η ελληνική οικονομία αναμένεται να διατηρήσει σταθερή αναπτυξιακή δυναμική τα επόμενα χρόνια και να συνεχίσει να αναπτύσσεται με ταχύτερο ρυθμό από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Το τέλος του RRF
Η ισχυρή αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης στηρίζεται στην ενίσχυση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, καθώς η απασχόληση εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να ανακάμπτει, οι μισθοί να αυξάνονται και ο πληθωρισμός να υποχωρεί σταδιακά.
Οι επενδύσεις αναμένεται να αυξηθούν με υψηλούς ρυθμούς την περίοδο 2025-26, ενώ με τη λήξη της περιόδου υλοποίησης του Ταμείου Ανάκαμψης το 2026, προβλέπεται επιβράδυνση την περίοδο 2027-28. Οι δημόσιες επενδύσεις προβλέπεται να μειωθούν απότομα το 2027, λόγω της ολοκλήρωσης των εκταμιεύσεων από το RRF.
Ομως, παρότι όλες οι επιχορηγήσεις του RRF θα έχουν εκταμιευθεί έως το τέλος του 2026, το σκέλος των δανείων θα συνεχίσει να χρηματοδοτεί επενδύσεις και μετά το 2026.
Η έντονη επενδυτική δραστηριότητα των τελευταίων ετών αναμένεται να έχει ευνοϊκές δευτερογενείς επιδράσεις, επηρεάζοντας θετικά την οικονομική ανάπτυξη και πέραν του 2026.
Εξαγωγές
Οι συνολικές εξαγωγές αναμένεται να συνεχίσουν να αυξάνονται δυναμικά την περίοδο 2025-2028, ωστόσο, η συμβολή του εξωτερικού τομέα στο ΑΕΠ αναμένεται να είναι ελαφρώς αρνητική στο άμεσο μέλλον, λόγω της έντονης επενδυτικής δραστηριότητας που θα οδηγήσει σε ταχεία αύξηση των εισαγωγών, καθώς και λόγω του υψηλού εισαγωγικού περιεχομένου της εγχώριας κατανάλωσης.
ΔΤΚ
Ο εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή αναμένεται να συνεχίσει να αποκλιμακώνεται για όλη τη χρονική διάρκεια των προβλέψεων. Την περίοδο 2026-27 ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 2,2%, ενώ το 2028 προβλέπεται εφάπαξ επιτάχυνση στο 2,5%, λόγω της ενσωμάτωσης των επιπτώσεων του συστήματος ETS2.
Ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών
Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ως ποσοστό του ΑΕΠ αναμένεται να περιοριστεί, λόγω της ενίσχυσης των εξαγωγών και των εισροών τόσο από το RRF όσο και από το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2021-2027, παρά την αύξηση των εισαγωγών επενδυτικών αγαθών.
Η αύξηση των τουριστικών αφίξεων, η επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου και η δυναμική της κρουαζιέρας θα συμβάλουν στην αύξηση – αν και με χαμηλότερο ρυθμό – των εισπράξεων από ταξιδιωτικές υπηρεσίες.
Χρηματοπιστωτικές αγορές
Οι εξελίξεις στις αξιολογήσεις της ελληνικής κρατικής και τραπεζικής πιστοληπτικής ικανότητας ήταν θετικές, με περαιτέρω αναβαθμίσεις το 2025, επισημαίνεται. Αυτό είναι αποτέλεσμα της διαρκούς υπεραπόδοσης της ελληνικής οικονομίας στον δημοσιονομικό και οικονομικό τομέα, η οποία ενισχύει επίσης τις προοπτικές για περαιτέρω αναβαθμίσεις.
Οι αποδόσεις των ελληνικών κρατικών ομολόγων το 2025 αυξήθηκαν ελαφρώς, αλλά σε μικρότερο βαθμό από τις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων αναφοράς της ευρωζώνης.
Ως αποτέλεσμα, οι διαφορές αποδόσεων σε σχέση με τα κρατικά ομόλογα αναφοράς της ευρωζώνης έχουν μειωθεί, καθώς τα ελληνικά κρατικά ομόλογα έχουν
επωφεληθεί δυσανάλογα από την αναπροσαρμογή του χαρτοφυλακίου υπέρ των περιουσιακών στοιχείων της ευρωζώνης από τον Απρίλιο του 2025.
Οι αποδόσεις των ελληνικών τραπεζικών και εταιρικών ομολόγων υπεραπέδωσαν το 2025 σε σχέση με τα αντίστοιχα ομόλογα της ευρωζώνης που ανήκουν στην
επενδυτική κατηγορία, οδηγώντας σε μείωση του κόστους των νέων εκδόσεων.
Οι ελληνικές μετοχές σημείωσαν ισχυρή θετική απόδοση το 2025 και τις πρώτες εβδομάδες του 2026, υποστηριζόμενες από την ισχυρή οικονομική ανάπτυξη και τις καλές προοπτικές της οικονομίας.
Οι κίνδυνοι
Οι κίνδυνοι που περιβάλλουν τις προβλέψεις ανάπτυξης είναι κυρίως καθοδικοί και σχετίζονται με: α) επιδείνωση της γεωπολιτικής κατάστασης και περαιτέρω αύξηση της οικονομικής αβεβαιότητας, β) περαιτέρω ενίσχυση του προστατευτισμού, γ) πιο επίμονο πληθωρισμό, δ) στενότερη αγορά εργασίας και αυξημένες πιέσεις στους μισθούς, ε) πιθανά φυσικά καταστροφικά φαινόμενα λόγω της κλιματικής κρίσης, στ) χαμηλότερη απορρόφηση και αξιοποίηση των πόρων του RRF και ζ) βραδύτερη υλοποίηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων.
Οι ανοδικοί κίνδυνοι συνδέονται με: α) υψηλότερο δημοσιονομικό πολλαπλασιαστή την περίοδο 2026-27 και β) καλύτερες εξελίξεις στον τουρισμό.
Υποστηρικτικές πολιτικές και μέτρα της ΕΕ και της ΕΚΤ
Σύμφωνα με την ΤτΕ, περισσότερα από 30 δισ. ευρώ αναμένεται να εισρεύσουν στην ελληνική οικονομία την επόμενη τριετία (2025-2027), από συνολική κατανομή 70 δισ. ευρώ για την περίοδο 2021-2027. Περίπου τα μισά αφορούν το Ευρωπαϊκό Σχέδιο Ανάκαμψης (NGEU), ενώ τα υπόλοιπα προέρχονται από τα διαρθρωτικά ταμεία του κοινοτικού προϋπολογισμού 2021-2027.
Οι πόροι του Νext Generation ΕU κατευθύνονται σε έργα υψηλής προστιθέμενης αξίας που ενισχύουν την ανάπτυξη στους τομείς της εξοικονόμησης ενέργειας, της πράσινης μετάβασης, του ψηφιακού μετασχηματισμού του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, της απασχόλησης, της κοινωνικής συνοχής και των ιδιωτικών επενδύσεων.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, η πλήρης υλοποίηση του Ευρωπαϊκού Σχεδίου Ανάκαμψης θα συμβάλει σε σωρευτική αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά περίπου 7% έως το 2026, κυρίως μέσω της ενίσχυσης των συνολικών επενδύσεων και της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών. Παράλληλα, θα ενισχύσει την απασχόληση, τις ιδιωτικές επενδύσεις, τις εξαγωγές και τα φορολογικά έσοδα.
Η εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων που συνδέονται με το NGEU εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε μόνιμη αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ και της συνολικής παραγωγικότητας σε ορίζοντα δεκαετίας.
Βασικές προκλήσεις
Βραχυπρόθεσμες προκλήσεις οικονομικής πολιτικής:
- Συγκράτηση του πληθωρισμού.
- Επιτάχυνση των επενδύσεων, μεταξύ άλλων μέσω της κινητοποίησης των διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων.
- Αντιμετώπιση ελλείψεων στην αγορά εργασίας και αναντιστοιχίας δεξιοτήτων.
- Σχεδιασμός στρατηγικών προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή και μέτρων πρόληψης φυσικών καταστροφών.
- Διασφάλιση της ενεργειακής ασφάλειας μέσω επενδύσεων σε καθαρές μορφές ενέργειας.
- Διατήρηση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας.
Μεσοπρόθεσμες έως μακροπρόθεσμες προκλήσεις οικονομικής πολιτικής:
- Διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων για παρατεταμένη περίοδο, ώστε να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους.
- Υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για τη στήριξη της μακροχρόνιας ανάπτυξης.
- Αντιμετώπιση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών μέσω ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.
- Επιτάχυνση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων και μεταρρυθμίσεων και περαιτέρω βελτίωση της διαχείρισης της κρατικής περιουσίας για την προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων.
- Προώθηση της καινοτομίας, της εκπαίδευσης και του κεφαλαίου γνώσης.






































