O proΗ εκτέλεση του προϋπολογισμού στις αρχές του 2026 αποτυπώνει μια εικόνα σταθερότητας στα φορολογικά έσοδα. Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών για τον Ιανουάριο, τα καθαρά φορολογικά έσοδα κινήθηκαν οριακά πάνω από τον στόχο, με τις εισπράξεις από ΦΠΑ να διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα και να αποτελούν, για ακόμη έναν μήνα, τον βασικό πυλώνα της δημοσιονομικής επίδοσης. Από το σύνολο των φορολογικών εσόδων, σχεδόν το 38% προήλθε από ΦΠΑ, ποσοστό που επιβεβαιώνει τη διαχρονική εξάρτηση του ελληνικού προϋπολογισμού από την ιδιωτική κατανάλωση.
Η εικόνα αυτή, ωστόσο, προκαλεί έντονη ανησυχία σε όποιον διαβάσει αναλυτικά τα στοιχεία. Ο προϋπολογισμός ενσωματώνει ως βασική παραδοχή τη συνέχιση της δυναμικής των εσόδων από κατανάλωση. Οι προβλέψεις στηρίζονται σε περαιτέρω αύξηση των εισπράξεων ΦΠΑ σε ετήσια βάση, σε μια οικονομία όπου η ιδιωτική κατανάλωση εξακολουθεί να αντιστοιχεί σε ποσοστό άνω του 70% του ΑΕΠ, ένα από τα υψηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Με άλλα λόγια, η επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων προϋποθέτει ότι η κατανάλωση δεν θα επιβαρυνθεί ουσιαστικά σε πραγματικούς όρους.
Προϋπολογισμός: Ανησυχία για τα έσοδα
Η μέχρι στιγμής αντοχή των εσόδων δεν αμφισβητείται, καθώς τα στοιχεία εκτέλεσης δείχνουν ότι οι εισπράξεις ΦΠΑ παραμένουν αυξημένες σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό διάστημα. Ωστόσο, πίσω από τη συνολική εικόνα, οι ενδείξεις για τον όγκο της κατανάλωσης είναι πιο συγκρατημένες. Ο ρυθμός αύξησης των συναλλαγών εμφανίζεται χαμηλότερος από αυτόν που θα δικαιολογούσε μια πραγματική διεύρυνση της φορολογικής βάσης, γεγονός που υποδηλώνει ότι η ενίσχυση των εσόδων στηρίζεται σε σημαντικό βαθμό στο επίπεδο των τιμών και όχι σε αύξηση της ζήτησης.
Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη για τη δημοσιονομική ανάγνωση. Ο ΦΠΑ δεν αποδίδει το ίδιο σε όλες τις μορφές κατανάλωσης. Οι δαπάνες για διαρκή αγαθά και υπηρεσίες υψηλότερης αξίας δημιουργούν μεγαλύτερη φορολογική απόδοση ανά ευρώ δαπάνης, σε αντίθεση με τα βασικά αγαθά, τα οποία συχνά υπάγονται σε μειωμένους συντελεστές και έχουν περιορισμένο περιθώριο αύξησης. Όταν η κατανάλωση αφορά κυρίως τα τρόφιμα, την ενέργεια και την στέγαση, τα έσοδα μπορεί να διατηρούνται, αλλά η δυναμική τους εξασθενεί.
Αυτή η μετατόπιση αποτυπώνεται καθαρά στις έρευνες της πραγματικής οικονομίας. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, πάνω από το 60% των νοικοκυριών δηλώνει ότι το διαθέσιμο εισόδημά του δεν επαρκεί για να καλύψει όλες τις μηνιαίες υποχρεώσεις χωρίς περικοπές. Πάνω από τέσσερα στα δέκα νοικοκυριά αναφέρουν ότι δεν διαθέτουν καθόλου αποταμιεύσεις, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό δηλώνει ότι έχει περιορίσει την κατανάλωση ακόμη και σε βασικά είδη.
Διαθέσιμο εισόδημα
Η εικόνα αυτή ενισχύεται από τα συγκριτικά στοιχεία της Eurostat. Το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών παραμένει κοντά στο 65%–70% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, παρά τις ονομαστικές αυξήσεις μισθών και συντάξεων. Τα περιθώρια περαιτέρω κατανάλωσης χωρίς αύξηση του οικονομικού κόστους είναι περιορισμένα, ενώ η αποταμιευτική συμπεριφορά παραμένει ασθενική ή αρνητική. Σε αυτό το πλαίσιο, η ιδιωτική κατανάλωση λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός κάλυψης αναγκών παρά ως πηγή νέας ζήτησης.
Η ευρωπαϊκή συγκυρία προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο αβεβαιότητας, με τους δείκτες καταναλωτικής εμπιστοσύνης στην ευρωζώνη να παραμένουν σε αρνητικό έδαφος, ενώ η επιβράδυνση της βιομηχανικής δραστηριότητας σε χώρες-κλειδιά, όπως η Γερμανία και η Ιταλία, περιορίζει τη δυναμική της απασχόλησης και των εισοδημάτων. Για μια οικονομία όπως η ελληνική, που στηρίζεται δυσανάλογα στην εσωτερική κατανάλωση, η εξασθένηση του ευρωπαϊκού κύκλου λειτουργεί επιβαρυντικά.
Το ρίσκο για τον προϋπολογισμό δεν είναι άμεσο, καθώς τα στοιχεία δείχνουν ότι βραχυπρόθεσμα, οι εισπράξεις μπορούν να συνεχίσουν να κινούνται κοντά στους στόχους, ιδίως όσο οι τιμές παραμένουν σε υψηλή βάση. Οι πιέσεις, όμως, γίνονται πιο ορατές όσο εξαντλούνται τα αποθέματα των νοικοκυριών και περιορίζεται η δυνατότητα απορρόφησης νέων αυξήσεων στο κόστος ζωής. Το δεύτερο εξάμηνο του 2026 αναδεικνύεται έτσι ως κρίσιμο, όπου ακόμη και μικρές αποκλίσεις στον όγκο κατανάλωσης μπορούν να μεταφραστούν σε αισθητή υστέρηση εσόδων.
Ο προϋπολογισμός και η συνολική εικόνα δεν αναιρούν τη δημοσιονομική πρόοδο των τελευταίων ετών ούτε την αντοχή που καταγράφεται μέχρι στιγμής στην εκτέλεσή του. Ωστόσο γίνεται ξεκάθαρο ότι τα όρια του μοντέλου που μετρά την ανθεκτικότητά του μέσα από την κατανάλωση, δεν μπορεί να ισχυροποιηθούν χωρίς να διασφαλίζει ότι αυτή στηρίζεται σε πραγματική ενίσχυση των εισοδημάτων.









![Ακίνητα: Σε ύψη οι τιμές σε Ευρώπη και Ελλάδα [πίνακας]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/01/akinita26-4-300x300.jpg)











![Ακίνητα: Σε ύψη οι τιμές σε Ευρώπη και Ελλάδα [πίνακας]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/01/akinita26-4.jpg)






![Ινδία: Η υπόσχεση Μόντι στον Τραμπ για το ρωσικό πετρέλαιο [γράφημα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/02/trump-modi-scaled.jpg)









