Η ιστορία του Ερασίνου, ενός ρέματος στην Ανατολική Αττική, δείχνει πως τα αντιπλημμυρικά και η σύγκρουση ανάμεσα στην ανάπτυξη, την προστασία της φύσης και τη γραφειοκρατία μπορεί να οδηγήσει σε απρόσμενες εξελίξεις — ακόμη κι όταν στο επίκεντρο βρίσκεται ένα σχεδόν… αόρατο είδος ψαριού.
Ξεκινώντας την ιστορία αντίστροφα, πριν από λίγες ημέρες το Υπουργείο Υποδομών έδωσε «ελευθέρας» στα νερά του Ερασίνου, ενός από τα τελευταία ελεύθερα ρέματα της Αττικής. Με υπουργική απόφαση του κ. Χρίστου Δήμα διαλύθηκε η σύμβαση για το έργο διευθέτησής του, προϋπολογισμού 48,7 εκατ. ευρώ.
Η εξέλιξη αυτή δεν ήρθε αιφνιδιαστικά, αλλά αποτέλεσε την κορύφωση μιας μακράς αλληλουχίας θεσμικών και περιβαλλοντικών εμποδίων. Όπως προκύπτει από την υπουργική απόφαση, ο βασικός λόγος της διάλυσης ήταν οικονομικός, με σαφή όμως περιβαλλοντική αφετηρία.
Η χρηματοδότρια του έργου Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ) διέγνωσε παραβιάσεις της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας
Τα αντιπλημμυρικά και ο «πάγος» από την ΕΤΕπ
Η χρηματοδότρια του έργου Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ) διέγνωσε παραβιάσεις της ενωσιακής περιβαλλοντικής νομοθεσίας. Έπειτα από τρεις καταγγελίες περιβαλλοντικών οργανώσεων προς τον Μηχανισμό Παραπόνων της τράπεζας —με αιχμή την προστασία του αττικόψαρου και το γεγονός ότι τμήματα των έργων βρίσκονται σε περιοχή Natura— ανεξάρτητο κλιμάκιο πραγματοποίησε αυτοψία το 2022 και συνέλεξε στοιχεία τόσο από το Υπουργείο Υποδομών όσο και από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ). Το πόρισμα κατέληξε ότι οι παρεμβάσεις στον Ερασίνο, στη Βραυρώνα Αττικής, αντιβαίνουν μεταξύ άλλων στο άρθρο 4.7 της Οδηγίας-Πλαίσιο για τα Ύδατα.
Έτσι, η ευρωπαϊκή «κάνουλα» πάγωσε. Απαγορεύτηκε η χρήση πόρων του δανείου της ΕΤΕπ τόσο για το έργο του Ερασίνου όσο και για εκείνο του Αγίου Γεωργίου Ερασίνου, έως την έγκριση της επικαιροποιημένης Ειδικής Οικολογικής Μελέτης, της Απόφασης Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων και τον προγραμματισμό της υλοποίησης των μέτρων που θα προτείνονται.
Το σπάνιο αττικόψαρο, οι Natura και τα μέτρα μετριασμού
Παράλληλα, ιδιαίτερη σημασία είχε και η Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη (ΕΠΜ) για τις περιοχές Natura της Αττικής, που τέθηκε σε διαβούλευση το 2023. Αν και έκρινε κατ’ αρχήν αποδεκτά τα έργα διευθέτησης, πρότεινε μέτρα μετριασμού των επιπτώσεων των έργων στο αττικόψαρο — ένα μικρό ψάρι που τη δεκαετία του ’70 εντοπιζόταν ακόμη και στον Κηφισό, αλλά σήμερα επιβιώνει σχεδόν αποκλειστικά στον Ερασίνο και στο Μεγάλο Ρέμα Ραφήνας. Ωστόσο, οι απαιτούμενες τροποποιήσεις των περιβαλλοντικών όρων έλαβαν αρνητικές γνωμοδοτήσεις από αρμόδιες υπηρεσίες της Περιφέρειας Αττικής, περιπλέκοντας περαιτέρω την πορεία του έργου.
Όσο για τις αναγκαίες τροποποιήσεις των περιβαλλοντικών όρων προκειμένου να συμμορφωθούν με τα προτεινόμενα μέτρα μετριασμού των επιπτώσεων που περιλαμβάνονται στην ΕΠΜ για τις προστατευόμενες περιοχές «Natura 2000» της Περιφέρειας Αττικής» για τα ανάντη και κατάντη τμήματα του έργου έλαβαν τον περασμένο Νοέμβριο αρνητικές γνωμοδοτήσεις από την Περιφέρειας Αττικής.
Η ιδέα διευθέτησης του Ερασίνου έρχεται και επανέρχεται εδώ και σχεδόν μια 20ετία
Αρχαιολογικά ευρήματα και «μηδενική λύση»
Επιπλέον, το 2023 είχε απαιτηθεί από τον ανάδοχο εκπόνηση μελέτης τροποποίησης της εγκεκριμένης οριστικής μελέτης του έργου και διερεύνηση της εφαρμογής της μηδενικής λύσης στην περιοχή “Κούρι Μπίμ”, μετά από απαίτηση της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ανατολικής Αττικής λόγω σημαντικών αρχαιολογικών ευρημάτων. Στην κοιλάδα του Ερασίνου βρίσκεται ο ναός της Βραυρωνίας Αρτέμιδος.
Ως αποτέλεσμα όλων των παραπάνω καθυστερήσεων και αλλαγών, από την υπογραφή της σύμβασης μέχρι σήμερα ο ανάδοχος δεν κατέστη δυνατό να εγκατασταθεί στο έργο ούτε να εκτελέσει εργασίες. Το Υπουργείο Υποδομών έκρινε τελικά ότι η σύμβαση έχει υποστεί ουσιώδη τροποποίηση και δεν μπορεί να εκτελεστεί με τους αρχικούς όρους, γεγονός που επιβάλλει νέα διαδικασία ανάθεσης, αφήνοντας έτσι ανοιχτό «παράθυρο» το έργο να ξαναμπεί στην… ατζέντα.
Σύγχρονες κατευθύνσεις στα αντιπλημμυρικά
Άλλωστε, η ιδέα διευθέτησης του Ερασίνου έρχεται και επανέρχεται εδώ και σχεδόν μια 20ετία. Ωστόσο οι μελέτες επικαιροποιήθηκαν το 2018 προκειμένου να δημοπρατηθεί το έργο.
Παρ’ όλα αυτά, περιβαλλοντικές οργανώσεις καταγγέλλουν ότι η χρησιμότητα ενός έργου εγκιβωτισμού σε ένα ρέμα που δεν διασχίζει κατοικημένες αλλά κυρίως αγροτικές περιοχές δεν τεκμηριώθηκε ποτέ επαρκώς. Διεθνώς, άλλωστε, αντί της αυστηρής τεχνητής διευθέτησης, η σύγχρονη προσέγγιση στα αντιπλημμυρικά έργα προκρίνει τη διατήρηση των φυσικών πλημμυρικών ζωνών ή και τη δημιουργία επιφανειών υψηλής διαπερατότητας, ώστε να απορροφούνται τα νερά των πλημμυρών.







































