Από την αμερικανική εταιρεία διαχείρισης κεφαλαίων Nuveen εξαγοράζεται η ιστορική βρετανική Schroders έναντι 13,5 δισ. δολαρίων. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη εξαγορά ευρωπαϊκού διαχειριστή κεφαλαίων που έχει γίνει ποτέ ενώ βάζει τους τίτλους τέλους στην ιστορία 222 ετών ανεξαρτησίας της λονδρέζικης εταιρείας. Η συμφωνία αποτιμά την Schroders 16,5 φορές τα κέρδη του 2026, ανέφεραν οι αναλυτές της RBC.
Η εξαγορά χαρακτηρίστηκε από τον αρθρογράφο του Bloomberg, Κρις Χιουζ, ότι κάνει το Σίτι να μοιάζει ακόμα περισσότερο με το Γουίμπλεντον. Πρόκειται για τη γνωστή τάσ, η λεγόμενη Wimbledonοποίηση των χρηματοοικονομικών του Λονδίνου, όπου τα αστέρια είναι ξένοι και το παιχνίδι παίζεται σε πλούσιο βρετανικό έδαφος.
Οι μέτοχοι της Schroders θα λάβουν 590 πένες ανά μετοχή σε μετρητά συν επιτρεπόμενα μερίσματα έως 22 πένες
Ένα άλλο από τα καθοριστικά ονόματα του City of London επέλεξε να παραιτηθεί από την ανεξαρτησία του παρά να συνεχίσει να αγωνίζεται, επισημαίνει ο Χιουζ και προσθέτει ότι η Schroders προσπαθεί να προσαρμοστεί στις διπλές απειλές που αντιμετωπίζουν οι ενεργοί διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων: τον ανταγωνισμό από τα παθητικά κεφάλαια με χαμηλές χρεώσεις και τους διαχειριστές εναλλακτικών επενδύσεων που διαφημίζουν την υψηλή απόδοση των δραστηριοτήτων τους στην ιδιωτική αγορά.

Η τιμή της μετοχής μειώθηκε κατά το ήμισυ μεταξύ Σεπτεμβρίου 2021 και Απριλίου πέρυσι.
Η εξαγορά δημιουργεί έναν όμιλο με υπό διαχείριση κεφάλαια ύψους 2,5 τρισ. δολάρια. Οι μετοχές της Schroders σημείωσαν άνοδο 29%.
«Αυτό είναι ένα τεράστιο βήμα μετασχηματισμού και για τις δύο εταιρείες» εξηγεί στο Reuters ο Bill Huffman, Διευθύνων Σύμβουλος της Nuveen, προσθέτοντας ότι η συμφωνία της έδωσε παγκόσμιο αποτύπωμα και ότι η Nuveen ήταν ανοιχτή σε περαιτέρω συμφωνίες για ανάπτυξη.
Η ιστορία της Schroders
Η Schroders, που ιδρύθηκε από τον Γιόχαν Χάινριχ Σρόντερ το 1804, είναι ένα από τα τελευταία απομεινάρια του Σίτι της χρυσής εποχής.
Ο Γιόχαν Χάινριχ Σρόντερ ήταν μια αξιοσημείωτη προσωπικότητα, στους τομείς της τέχνης, της επιστήμης και της φιλοσοφίας. Η κληρονομιά του συνεχίζει να επηρεάζει την ιστορική ακαδημαϊκή έρευνα.
Ήταν για καιρό επιφυλακτική σχετικά με το ολοκληρωμένο μοντέλο της Wall Street και ακολούθησε πορεία παρόμοια με αυτή της Rothschild, επικεντρωμένη σε συμβουλευτικές εργασίες. Τη δεκαετία του ’90, ο τότε επικεφαλής, Γουίν Μπίσοφ συμμετείχε στην κούρσα για την παροχή επενδυτικών τραπεζικών υπηρεσιών πλήρους κλίμακας και δημιούργησε έναν παγκόσμιο χρηματιστή.
Μέχρι την αλλαγή της δεκαετίας, το διοικητικό συμβούλιο της Schroders συνειδητοποίησε ότι η επιτυχία σε αυτήν την επιχείρηση θα απαιτούσε περισσότερα κεφάλαια από όσα θα μπορούσε εύλογα να συγκεντρώσει μια οικογενειακή τράπεζα και έτσι αποφάσισαν να πουλήσουν.
Αφού η Schroders πούλησε την επενδυτική της τράπεζα για 1,3 δισ. λίρες, απέφυγε τα χειρότερα του χάους του 2008. Μια μακρά ανοδική πορεία στο χρηματιστήριο βοήθησε. Ανταμείφθηκε με υπερτριπλασιασμό της τιμής της μετοχής της από την πώληση έως την κορύφωση του 2021.

Τι σημαίνει η εξαγορά της Schroders
Η Schroders εξελίχθηκε από τη χρηματοδότηση του διατλαντικού εμπορίου τον 19ο αιώνα στη μεγαλύτερη ανεξάρτητη εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων της Βρετανίας. Οι μετοχές της έχουν υποχωρήσει κατά 30% τα τελευταία πέντε χρόνια, αν και έχουν ανακτήσει μέρος του εδάφους υπό την ηγεσία του διευθύνοντος συμβούλου Richard Oldfield.
Η ιδρυτική οικογένεια, η οποία εξακολουθεί να κατέχει δύο θέσεις στο διοικητικό συμβούλιο, θα πουλήσει το μερίδιό της ύψους 41% στο πλαίσιο της πώλησης, δήλωσε ο Oldfield στο Reuters.
Οι αναλυτές έθεσαν το ενδεχόμενο ορισμένοι μέτοχοι της Schroders να πιέσουν για υψηλότερη τιμή.
«Παρά την υποστήριξη του διοικητικού συμβουλίου, μόνο το 41% των μετόχων έχουν δώσει αμετάκλητη υποστήριξη, γεγονός που υποδηλώνει σημαντικό περιθώριο για όσους δεν επιθυμούν να πιέσουν για υψηλότερη τιμή. Με τα θεμελιώδη μεγέθη να βελτιώνονται και την ευθυγράμμιση των μετόχων να μην είναι καθόλου σταθερή, αυτή η ιστορία είναι απίθανο να τελειώσει με τους τρέχοντες όρους» προγραμμίζει ο Johann Scholtz της Morningstar.
Τραπεζίτες και αναλυτές αναφέρουν ότι οι μεσαίου μεγέθους εταιρείες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, όπως η Aberdeen είναι ευάλωτες σε μεγαλύτερους υποψήφιους αγοραστές, ιδίως σε αμερικανικές επιχειρήσεις με μεγάλη ρευστότητα.
«Η συμφωνία έχει επίσης θετική απήχηση για τον υπόλοιπο τομέα, καθώς λειτουργεί ως δήλωση της αξίας της παραδοσιακής διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων», ανέφεραν οι αναλυτές της RBC.
Οι συμφωνίες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων έχουν ένα πολυτάραχο ιστορικό, με αρκετές να αντιμετωπίζουν δυσκολίες λόγω ζητημάτων ολοκλήρωσης.
Η Aberdeen Asset Management και η Standard Life συμφώνησαν να συγχωνευθούν το 2017, αλλά έκτοτε, οι μετοχές έχουν υποχωρήσει κατά περίπου 50%.
Η συμφωνία, η οποία τερματίζει την ανεξαρτησία ενός αιώνιου χρηματοοικονομικού ονόματος του Λονδίνου, υπογραμμίζει επίσης την ελκυστικότητα των βρετανικών μετοχών που διαπραγματεύονται με έκπτωση σε ευρωπαϊκές και αμερικανικές εταιρείες.
Στην κορυφή των διαχειριστών κεφαλαίων
Τα υπό διαχείριση περιουσιακά στοιχεία ύψους 2,5 τρισ. δολαρίων του συνδυασμένου ομίλου τον τοποθετούν ελαφρώς κάτω από τον μεγαλύτερο διαχειριστή κεφαλαίων της Ευρώπης, την Amundi αλλά πολύ κάτω από τους αμερικανικούς κολοσσούς BlackRock, Vanguard και State Street.
Οι μέτοχοι της Schroders θα λάβουν 590 πένες ανά μετοχή σε μετρητά συν επιτρεπόμενα μερίσματα έως 22 πένες, αποτιμώντας την εταιρεία στις 612 πένες ανά μετοχή – ένα premium 34% σε σχέση με την τιμή κλεισίματος της Τετάρτης, σύμφωνα με τα στοιχεία της LSEG.
































