Την ώρα που οι αίθουσες των δημοφιλέστερων μουσείων παγκοσμίως δοκιμάζονται καθώς ασφυκτιούν από επισκέπτες, διακριτικά διαμορφώνεται μια διαφορετική τάση που φαίνεται να κερδίζει ολοένα και περισσότερους υποστηρικτές: ο αριθμός προσέλευσης κοινού στα μουσεία δεν αποτελεί πλέον το μοναδικό κριτήριο επιτυχίας τους και η ποιότητα της εμπειρίας που προσφέρεται αρχίζει να παίρνει υψηλότερη θέση στην αξιολογική κλίμακα συγκριτικά με την ποσότητα.
Πρώτος που τόλμησε να υπερασπιστεί αυτή τη θέση ήταν προ ημερών ο διευθυντής του Μουσείου Πράδο, Μιγκέλ Φαλόμιρ, όταν δήλωσε ότι «το Πράδο δεν χρειάζεται ούτε έναν επισκέπτη παραπάνω». Η επιτυχία ενός μουσείου, πρόσθεσε, «μπορεί να το οδηγήσει σε κατάρρευση, όπως συνέβη στο Λούβρο, όπου ορισμένες αίθουσες έχουν κορεστεί υπερβολικά. Το σημαντικό είναι να μη φτάσουμε σε αυτό το σημείο».
Είχε προηγηθεί η διευθύντρια του Λούβρου, Λοράνς ντε Καρ, η οποία σε υπόμνημά της προς τη γαλλίδα υπουργό Πολιτισμού Ρασιντά Ντατί χαρακτήριζε την επίσκεψη στο Λούβρο «σωματική δοκιμασία» λόγω του συνωστισμού.
Ο αριθμός προσέλευσης κοινού δεν αποτελεί πλέον το μοναδικό κριτήριο επιτυχίας ενός μουσείου

Η χαρακτηριστική γυάλινη πυραμίδα στο Μουσείο του Λούβρου
Τελικά, πόσοι επισκέπτες είναι «πάρα πολλοί»; Για το Λούβρο, η απάντηση βρίσκεται σαφώς κάτω από τα 8,7 εκατομμύρια άτομα που πέρασαν τις πόρτες του το 2024. Αριθμός που ναι μεν το κρατά σταθερά στην κορυφή των πλέον δημοφιλών μουσείων παγκοσμίως, σε συνδυασμό όμως με τις παλιές υποδομές και την υποστελέχωση του ιδρύματος δημιουργούνται αφόρητες συνθήκες τόσο για το κοινό όσο και για τους εργαζομένους.
Το Μουσείο Βαν Γκογκ στο Αμστερνταμ συγκαταλέγεται στα μεγάλα ιδρύματα που έχουν υιοθετήσει συνειδητά τη λογική της «ποιότητας αντί της ποσότητας». Η διευθύντριά του Εμιλί Γκόρντενκερ έχει δηλώσει ότι ένα από τα επιτεύγματα για τα οποία είναι περισσότερο περήφανη είναι η αποσυμφόρηση των αιθουσών: μεταξύ 2017 και 2025, οι επισκέπτες μειώθηκαν από 2,3 εκατ. σε λιγότερους από 1,9 εκατ. «Η εμπειρία του επισκέπτη είχε γίνει κάπως δυσάρεστη», είπε πέρυσι στους «Times». «Αποφασίσαμε να δώσουμε προτεραιότητα στην ποιότητα αντί για την ποσότητα και να σκεφτούμε σοβαρά την εμπειρία του κοινού».

Στιγμιότυπο από το εσωτερικό του Μουσείου Βαν Γκονγκ στο Άμστερνταμ
Κάτι ανάλογο υποστήριξε και ο διευθυντής του Πράδο: «Δεν μπορείς να κρίνεις ένα μουσείο με βάση τους αριθμούς επισκεπτών. Η ποσότητα δεν είναι τόσο σημαντική όσο η ποιότητα». Αλλά πώς ορίζεται αυτή η «ποιότητα»; Για το Πράδο φαίνεται να σημαίνει «ένα ποικιλόμορφο και συμπεριληπτικό κοινό». Το ολλανδικό μουσείο δίνει έμφαση στην εμπειρία του χρήστη, υπογραμμίζοντας τη σημασία των «δεικτών ικανοποίησης των επισκεπτών».
Ο διευθυντής του Βρετανικού Μουσείου Νίκολας Κάλιναν φαίνεται να σκέφτεται λιγότερο ποσοτικά. Εκτός από τους αριθμούς επισκεπτών, εξηγεί ότι το μουσείο αξιολογεί την επιτυχία του με βάση την έρευνα που διεξάγει σχετικά με «τον βαθμό στον οποίο το κοινό εμπλέκεται και ανταποκρίνεται στην αρχή και τον σκοπό του εγκυκλοπαιδικού μουσείου».

Μουσείο Πράδο, Μαδρίτη
Η διάρκεια παραμονής
Στους δείκτες που χρησιμοποιούν τα μουσεία για να «μετρήσουν» την επιτυχία τους συμπεριλαμβάνονται η διάρκεια παραμονής των επισκεπτών στις αίθουσές τους, το ποσοστό των επαναλαμβανόμενων επισκέψεων και η συνολική ικανοποίηση του κοινού. Χαρακτηριστικό είναι το δεδομένο που δίνει στη δημοσιότητα το Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης, βάσει του οποίου η μέση διάρκεια παραμονής ενός επισκέπτη στους εκθεσιακούς χώρους του είναι 2 ώρες και 43 λεπτά, δηλαδή περισσότερο από τη μέση διάρκεια μιας κινηματογραφικής ταινίας.
Στον αντίποδα αυτών των θέσεων έρχεται η δήλωση του Σιλβέν Αμίκ, προέδρου του κρατικού φορέα που εποπτεύει τα Μουσεία Ορσέ και Ορανζερί, ο οποίος ήδη από το 2024 είχε αναφέρει ότι «η αποστολή ενός μουσείου είναι να ακτινοβολεί, να κάνει γνωστές και να μοιράζεται τις συλλογές του με όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους. Επομένως, υπάρχει μια αντίφαση στην ιδέα ότι πρέπει να περιοριστεί ο αριθμός των επισκεπτών».
Παρά ταύτα, οι αριθμοί προσέλευσης κοινού εξακολουθούν να έχουν βαρύτητα και να αποτελούν βασικό δείκτη επιτυχίας, ικανό να προσελκύσει δημόσια ή ιδιωτική χρηματοδότηση.

Πλήθος κόσμου περιμένει υπομονετικά να εισέλθει στο Μουσείο της Ακρόπολης
Στην Ελλάδα αυξήθηκε η προσέλευση επισκεπτών, χωρίς δυσλειτουργίες
Και ενώ αυτές οι σκέψεις και οι προβληματισμοί διατυπώνονται σε διεθνές επίπεδο, τι συμβαίνει στην ελληνική πραγματικότητα, όταν ολοένα και αυξάνεται ο αριθμός των τουριστών που φτάνουν στη χώρα μας; Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι το 2025 η Ελλάδα υποδέχτηκε 36,7 εκατ. τουρίστες εκ των οποίων οκτώ στους δέκα (σύμφωνα με στοιχεία έρευνας της Ενωσης Ξενοδόχων Αθηνών – Αττικής και Αργοσαρωνικού του 2023) επισκέπτονται δύο μουσεία, με τους περισσότερους να προτιμούν το Ακρόπολης και το Εθνικό Αρχαιολογικό.
Πόσους επισκέπτες μπορούν να αντέξουν τα ελληνικά μουσεία; Πόσο συχνά βρίσκονται στα όριά τους; Και πώς μπορούν να διαχειριστούν την ταυτόχρονη προσέλευση μεγάλου αριθμού επισκεπτών; «Δεν υπάρχει πλαφόν στον αριθμό των επισκεπτών που υποδεχόμαστε, παρά το γεγονός ότι μετά την πανδημία ο ετήσιος μέσος όρος εισιτηρίων του μουσείου έχει αυξηθεί στα δύο εκατομμύρια», λέει στα «ΝΕΑ» ο γενικός διευθυντής του πρώτου σε προσέλευση κοινού μουσείου της χώρας και του μοναδικού που από τα εγκαίνιά του διατηρεί σταθερά μια θέση στον ετήσιο κατάλογο με τα 100 πιο δημοφιλή μουσεία του κόσμου (βάσει επισκεψιμότητας), του Μουσείου Ακρόπολης, καθηγητής Νίκος Σταμπολίδης.

Επισκέπτες περιεργάζονται τα εκθέματα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο
«Γενικά δεν έχουν παρατηρηθεί δυσλειτουργίες. Υπάρχουν, ωστόσο, μερικές ημέρες τον χρόνο, κυρίως εκείνες που το μουσείο έχει ελεύθερη είσοδο ή κάποιες καλοκαιρινές, που μπορεί να έχουμε υποδεχθεί και 15.000 άτομα μέσα σε μια μέρα, αλλά και πάλι χωρίς να δημιουργηθεί κάποιο πρόβλημα για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, διότι τα μεγάλα γκρουπ από ταξιδιωτικά γραφεία και κρουαζιέρες έρχονται κατόπιν συνεννόησης, οπότε διαμορφώνουμε ανάλογα τη ροή. Και δεύτερον, διότι έχουμε πλέον σε λειτουργία και την ανασκαφή με το μουσείο της, που λειτουργούν ως βαλβίδα εκτόνωσης. Μπορούν – ειδικά οι μεμονωμένοι επισκέπτες – να ξεκινήσουν από εκεί την περιήγησή τους, προστατευμένοι από τις καιρικές συνθήκες, έως ότου αποσυμφορηθούν, σε αυτές τις λιγοστές περιπτώσεις, οι αίθουσες του μουσείου».
Δυνατότητα διασποράς
Ανάλογες είναι οι συνθήκες και στο μεγαλύτερο αρχαιολογικό μουσείο της Ελλάδας και ένα από τα σημαντικότερα παγκοσμίως, στο Εθνικό Αρχαιολογικό, όπως μας εξηγεί η πρόεδρός του, Ιωάννα Δρέττα, παρά το γεγονός ότι την τελευταία δεκαετία η επισκεψιμότητα του ΕΑΜ έχει υπερδιπλασιαστεί – από 310.000 το 2012 σε 720.000 το 2025. «Υπάρχουν μέρες, όπως η Πανσέληνος του Αυγούστου ή η Διεθνής Ημέρα Μουσείων, που το Μουσείο σε ελάχιστες ώρες έχει δεχθεί περίπου 4.000-5.000 επισκέπτες. Και παρά το γεγονός ότι ορισμένες αίθουσες, όπως εκείνη της Κυκλαδικής Συλλογής, είναι στενάχωρες και δεν μπορούν να δεχθούν μεγάλα γκρουπ, υπάρχει η δυνατότητα της διασποράς προς άλλες κατευθύνσεις με αποτέλεσμα η εμπειρία για τον επισκέπτη να είναι θετική. Επιπλέον οι φύλακες είναι κατάλληλα εκπαιδευμένοι έτσι ώστε να «διοχετεύουν» τους επισκέπτες σε αίθουσες με λιγότερο κόσμο», επισημαίνει.
Καμπανάκι δεν έχει χτυπήσει ούτε στο κεντρικό κτίριο του Μουσείου Μπενάκη, στην οδό Κουμπάρη, όπως εξηγεί ο επιστημονικός διευθυντής του, Γιώργης Μαγγίνης, το οποίο μέσα σε οκτώ ώρες μπορεί να φιλοξενήσει έως και 1.000 άτομα σε αντίθεση με το κτίριο της Πειραιώς, που έχει δεχθεί και 2.700 άτομα σε μια μέρα. «Λίγες φορές έχουμε αισθανθεί ότι ο χώρος αγγίζει τα όριά του. Και μία από αυτές ήταν η 25η Μαρτίου του 2024 όταν χιλιάδες άνθρωποι μέσα στην ημέρα θέλησαν να επισκεφθούν τις ανανεωμένες αίθουσες του τρίτου ορόφου που εγκαινιάζονταν εκείνη την ημέρα. Για να τηρηθούν τα πρωτόκολλα ασφαλείας φροντίσαμε να διοχετεύσουμε τους επισκέπτες προς τους άλλους ορόφους του μουσείου και το καφέ, έως ότου να υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες για να περιηγηθούν στον τρίτο όροφο».
Στη Θεσσαλονίκη
Δρόμο μέχρι να αγγίξει τα όριά του έχει να διανύσει και το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με τη γενική του διευθύντρια, Αναστασία Γκαδόλου. «Στις βραδιές με την αυγουστιάτικη πανσέληνο, που η ουρά φτάνει ως τη ΧΑΝΘ, μπορεί να έχουμε δεχθεί και 2.000 άτομα σε μια βάρδια, χωρίς όμως να αντιμετωπίσουμε προβλήματα. Στην καθημερινότητά μας δεν τίθεται θέμα τόσο επειδή τα μεγάλα γκρουπ έρχονται κατόπιν συνεννόησης και επειδή διαθέτουμε και εξωτερικούς εκθεσιακούς χώρους, όπου μπορεί ο κόσμος να επισκεφθεί έως ότου εκτονωθεί η τυχόν αυξημένη κίνηση εντός του μουσείου. Δεν ανήκουμε στα μουσεία που θα ήθελαν να βάλουν όριο στην προσέλευση των επισκεπτών. Αντιθέτως θα επιθυμούσαμε περισσότερους και ειδικά ντόπιους».
Παρόμοια είναι και η κατάσταση στους εκθεσιακούς χώρους του Μητροπολιτικού Οργανισμού Μουσείων Εικαστικών Τεχνών Θεσσαλονίκης (MOMus), όπως μας λέει ο πρόεδρός του, και κάτοχος της Εδρας UNESCO για την Ερευνα του Μέλλοντος, Επαμεινώνδας Χριστοφιλόπουλος. «Αν και το 2025 είχαμε αύξηση κατά 10% στην προσέλευση επισκεπτών – σε απόλυτο αριθμό 83.300 επισκέπτες και στους πέντε χώρους – απέχουμε πολύ από το να αγγίξουμε τα όριά μας σε καθημερινή βάση, αλλά εισπράξαμε την αίσθηση με την έκθεση της Φρίντα Κάλο ειδικά τα Σαββατοκύριακα. Η δυνατότητα υποδοχής κοινού σε καθέναν από τους πέντε χώρους του MOMus διαφέρει, αλλά σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αν έχουμε περισσότερο κόσμο από όσο αντέχουν οι αίθουσες, θα βρούμε τρόπους να το διαχειριστούμε είτε διευρύνοντας το ωράριο, είτε τις ημέρες λειτουργίας, διότι μας ενδιαφέρει πολύ να έχει ο επισκέπτης μας τον χώρο του για να εισπράξει την εμπειρία που προσφέρει ένα μουσείο τέχνης».

















![Ενοίκια: Το ράλι στα ακίνητα – Προσιτές και απλησίαστες περιοχές [πίνακες]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/01/ot_akinhta_rents26.jpg)




















