Σε BBB+ αξιολόγησε την μακροπρόθεσμη πιστοληπτική ικανότητα της Εθνικής Τράπεζας η Scope Ratings προσδίδοντάς της την υψηλότερη αξιολόγηση στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, τοποθετώντας την μία βαθμίδα πάνω από το αξιόχρεο της Ελλάδας, όπως αναφέρει ανακοίνωση.
Η αξιολόγηση της ΕΤΕ αντανακλά τον ισχυρό ισολογισμό και την ανθεκτική κερδοφορία της, τα υψηλά κεφαλαιακά αποθέματα, καθώς και τη ισχυρή χρηματοδοτική θέση και ρευστότητα της Τράπεζας.
Η απόφαση της ΕΤΕ να συνεργαστεί με τον οίκο Scope, που αποτελεί έναν εγκεκριμένο ευρωπαϊκό οίκο αξιολόγησης αναφορικά με τις πράξεις αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ, συμβάλλει στην ενδυνάμωση και διαφοροποίηση του αξιολογικού προφίλ της, ενισχύοντας
περαιτέρω τη θέση της Τράπεζας στις ευρωπαϊκές κεφαλαιαγορές.
Τι αναφέρει η Scope για την Εθνική Τράπεζα
Η ΕΤΕ, όπως αναφέρει η Scope, είναι μία από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες στην Ελλάδα, με συνολικό ενεργητικό 77 δισ. ευρώ από τον Σεπτέμβριο του 2025. Επωφελείται από μια ισχυρή θέση στην αγορά, ιδίως στη λιανική, η οποία της δίνει πρόσβαση σε μια μεγάλη και φθηνή βάση καταθέσεων.
Σύμφωνα με την εστίασή της στην εμπορική τραπεζική, ο όμιλος αντλεί περίπου το 80% των εσόδων του από καθαρά έσοδα από τόκους, αν και έχει λάβει μέτρα για την αύξηση των εσόδων από δραστηριότητες που δημιουργούν τέλη. Αντανακλώντας τη δομή της ελληνικής τραπεζικής αγοράς, το χαρτοφυλάκιο δανείων επικεντρώνεται σε επιχειρηματικούς πελάτες, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε σχετικά υψηλή κυκλικότητα εσόδων και κερδών.
Η γεωγραφική διαφοροποίηση περιορίζεται κυρίως σε μικρές θυγατρικές στη Βόρεια Μακεδονία και την Κύπρο. Η Scope δεν προβλέπει αλλαγές στο επιχειρηματικό μοντέλο του ομίλου στο εγγύς μέλλον. Έχοντας πουλήσει τα παλαιότερα NPEs τα τελευταία πέντε χρόνια, ο όμιλος επικεντρώνεται πλέον στην πιστωτική ανάπτυξη, αυξάνοντας τα μερίδια αγοράς του σε όλους τους τομείς και ενισχύοντας τη διείσδυσή του στη διαχείριση περιουσίας, την τραπεζοασφάλιση και τις πληρωμές.
Το επιχειρηματικό του σχέδιο για την περίοδο 2025-27 προβλέπει περαιτέρω επενδύσεις στον ψηφιακό μετασχηματισμό και στο εργατικό δυναμικό. Εν τω μεταξύ, περίπου 2 δισ. ευρώ πλεονάζοντος κεφαλαίου δίνει στον όμιλο την επιλογή να διερευνήσει ευκαιρίες συγχωνεύσεων και εξαγορών.
Αξιολόγηση ικανότητας κερδοφορίας και έκθεσης σε κίνδυνο
Υποστηρικτική (+1). Η αξιολόγηση αντικατοπτρίζει την άποψη της Scope ότι η ικανότητα κερδοφορίας είναι σταθερή κατά τη διάρκεια των οικονομικών κύκλων και παρέχει ένα ισχυρό απόθεμα έναντι ζημιών. Οι κίνδυνοι διαχειρίζονται σωστά και είναι πολύ απίθανο να οδηγήσουν σε ζημίες ικανές να υπονομεύσουν τη βιωσιμότητα του εκδότη.
Η ισχυρή κερδοφορία της Εθνικής Τράπεζας οφείλεται σε δομικά υψηλά καθαρά περιθώρια τόκων, υποστηριζόμενα από κορυφαία μερίδια αγοράς σε έναν συγκεντρωμένο τομέα και σχετικά φθηνή χρηματοδότηση από καταθέσεις. Σε συνδυασμό με την ισχυρή αύξηση των δανείων, τα υψηλά καθαρά περιθώρια τόκων επιτρέπουν στον όμιλο να διατηρήσει έναν λόγο κόστους/εσοδών κάτω από 40%, παρά τη συγκριτικά χαμηλή συνεισφορά εσόδων από αμοιβές και τις σημαντικές επενδύσεις σε πληροφορική.
Το κόστος κινδύνου βρίσκεται σε πτωτική πορεία (41 μονάδες βάσης στο 9μηνο του 2025), αντανακλώντας έναν καθαρό ισολογισμό και την ομαλοποίηση των ποσοστών αθέτησης. Το 2026 και το 2027, η Scope αναμένει ότι η απόδοση των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο περιουσιακών στοιχείων της Εθνικής Τράπεζας θα παραμείνει υψηλή, περίπου στο 3% (3,1% τους πρώτους εννέα μήνες του 2025), υπό την προϋπόθεση ότι τα επιτόκια της ΕΚΤ δεν θα μειωθούν και η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να αναπτύσσεται με ισχυρό ρυθμό.
Οι κύριοι κίνδυνοι καθοδικής πορείας για τις βασικές προβλέψεις της Scope είναι οι εξωγενείς κραδασμοί, συμπεριλαμβανομένων των δευτερογενών επιπτώσεων από έναν εμπορικό πόλεμο και γεωπολιτικά γεγονότα, καθώς και η πιθανότητα αυξημένης μεταβλητότητας στις χρηματοπιστωτικές αγορές.
Έχοντας συνεχίσει να μειώνει το απόθεμα των παλαιών NPE τα τελευταία δύο χρόνια, η ΕΤΕ μπορεί πλέον να καυχηθεί για έναν καθαρό ισολογισμό. Για το έτος 2027, ο όμιλος στοχεύει σε ακαθάριστο δείκτη NPE περίπου 2% (2,5% στο τρίτο τρίμηνο του 2025), υποστηριζόμενο από χαμηλές νέες εισροές επιδεινωμένων δανείων και βελτίωση των ποσοστών ανάκαμψης.
Η Scope σημειώνει ότι η αύξηση των δανείων της ΕΤΕ συγκεντρώνεται στον εταιρικό τομέα, όπου ο ανταγωνισμός τόσο από ελληνικές όσο και από διεθνείς τράπεζες αυξάνεται. Τα σημάδια υπερβολικής ανάληψης κινδύνου ή ότι ο κίνδυνος συγκέντρωσης έχει αυξηθεί δυσανάλογα, θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά την αξιολόγηση.
Η ΕΤΕ έχει συγκεντρωμένη έκθεση στο εγχώριο δημόσιο χρέος (με αξιολόγηση BBB/Θετική από την Scope) μέσω κρατικών ομολόγων (ισοδύναμο με το 102% του κεφαλαίου Tier 1 του ομίλου στο τρίτο τρίμηνο του 2025) και αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων (DTCs).
Ωστόσο, η Scope θεωρεί ότι αυτή η έκθεση είναι διαχειρίσιμη στο πλαίσιο των μεγάλων κεφαλαιακών πόρων της ΕΤΕ. Σε ένα σενάριο ακραίων καταστάσεων, η Scope εκτιμά ότι ο όμιλος θα μπορούσε να αντέξει ζημίες άνω του 35% στο χαρτοφυλάκιο κρατικών ομολόγων του, συμπεριλαμβανομένων των DTCs, και να διατηρήσει τη ρυθμιστική του βιωσιμότητα.
Επιπλέον, το μεγαλύτερο μέρος του χαρτοφυλακίου ομολόγων του ελληνικού δημοσίου διακρατείται στο αποσβεσμένο κόστος, γεγονός που περιορίζει την ευαισθησία της κεφαλαιακής θέσης της ΕΤΕ στην αστάθεια των τιμών των ομολόγων. Σύμφωνα με τη Μεθοδολογία Αξιολόγησης Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων της Scope, η αξιολόγηση του εκδότη δεν περιορίζεται μηχανικά στο επίπεδο του κράτους.
Αξιολόγηση διαχείρισης οικονομικής βιωσιμότητας:
Άνετη (+1 βαθμίδα). Η αξιολόγηση αντικατοπτρίζει την άποψη της Scope ότι ο εκδότης διατηρεί άνετο απόθεμα ασφαλείας στις σχετικές κανονιστικές απαιτήσεις και η Scope αναμένει ότι θα συνεχίσει να το κάνει.
Η οικονομική βιωσιμότητα του εκδότη είναι σε μεγάλο βαθμό ανθεκτική σε γεγονότα με υψηλό κίνδυνο. Μέσω της διατήρησης κερδών, η ΕΤΕ έχει δημιουργήσει μία από τις ισχυρότερες κεφαλαιακές θέσεις μεταξύ των ομολόγων της με αξιολόγηση. Από τον Σεπτέμβριο του 2025, ο δείκτης CET1 του ομίλου ήταν 19%, 940 μονάδες βάσης πάνω από την ελάχιστη απαίτηση. Παρόλο που οι DTC, μια κληρονομιά της ελληνικής κρίσης δημόσιου χρέους, εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν το 44% του συνολικού κεφαλαίου CET1, η ΕΤΕ ανακοίνωσε σχέδια για την επιτάχυνση της απόσβεσής τους στο μηδέν έως το 2032-34 (αντί για την αρχικά προγραμματισμένη ημερομηνία του 2042). Αυτό έχει μειώσει σημαντικά τον κανονιστικό κίνδυνο, τον οποίο η Scope ήδη θεωρούσε χαμηλό.
Η Scope αναμένει ότι η κεφαλαιακή θέση του ομίλου θα παραμείνει ισχυρή έως το 2025-27, με δείκτη CET1 πάνω από 18% μετά τις πληρωμές. Η αξιολόγηση λαμβάνει επίσης υπόψη την ισχυρή καταθετική βάση της Εθνικής Τράπεζας και τη βελτίωση της πρόσβασης στην αγορά ομολόγων. Οι καταθέσεις πελατών, οι περισσότερες από τις οποίες είναι ιδιαίτερα λεπτομερείς και σταθερές, αντιπροσωπεύουν το 90% της χρηματοδότησης του ομίλου.
Κατά συνέπεια, ο δείκτης δανείων προς καταθέσεις του ομίλου παραμένει χαμηλός στο 64%, αν και αυξάνεται. Εκτός από τις καταθέσεις πελατών, η χρήση εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης περιορίζεται κυρίως στην έκδοση ομολόγων για σκοπούς MREL. Οι δείκτες ρευστότητας συγκρίνονται ευνοϊκά με εκείνους των ομολόγων και παραμένουν από τους υψηλότερους στην Ευρώπη. Ένας ή περισσότεροι βασικοί παράγοντες της δράσης για την πιστοληπτική αξιολόγηση θεωρούνται παράγοντας ESG.
Αξιολογήσεις χρέους
Προτιμώμενο ανώτερο μη εξασφαλισμένο χρέος:
BBB+/Σταθερό. Η αξιολόγηση είναι ευθυγραμμισμένη με την αξιολόγηση του εκδότη και ισχύει για το ανώτερο μη εξασφαλισμένο χρέος που κατατάσσεται πάνω από άλλες κατηγορίες ανώτερου μη εξασφαλισμένου χρέους.
Μη προνομιούχο ανώτερο μη εξασφαλισμένο χρέος: BBB/Σταθερό. Η αξιολόγηση είναι μία βαθμίδα χαμηλότερη από την αξιολόγηση του εκδότη, αντανακλώντας την εκ του νόμου υποδεέστερη εξάρτηση.
Χρέος κατηγορίας 2: BB+/Σταθερό. Η αξιολόγηση είναι τρεις βαθμίδες κάτω από την αξιολόγηση του εκδότη, σύμφωνα με την τυπική μας προσέγγιση για τα χρεόγραφα κατηγορίας 2, χωρίς πρόσθετη αξιολόγηση.
Βραχυπρόθεσμο χρέος: S-2. Η βραχυπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση S-2 της ΕΤΕ προέρχεται από τη μακροπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση του εκδότη. Η αξιολόγηση είναι σύμφωνη με τον πίνακα αντιστοιχίας μακροπρόθεσμης/βραχυπρόθεσμης αξιολόγησης της Scope. Η επιλογή της υψηλότερης δυνατής βραχυπρόθεσμης αξιολόγησης (S-2 δεδομένης της αξιολόγησης του εκδότη BBB) αντικατοπτρίζει τις άφθονες μετρήσεις ρευστότητας του ομίλου, που διατηρούνται με την πάροδο του χρόνου, και την πρόσβαση σε διευκολύνσεις κεντρικής τράπεζας εάν χρειαστεί.

































