Η κρίση με τα ακίνητα στην Ευρώπη έχει διπλό πρόσημο: κοινωνικό και περιβαλλοντικό.
Τα ενοίκια αυξάνονται σταθερά, η αστεγία επεκτείνεται και εκατομμύρια νοικοκυριά ζουν υπό το βάρος της ενεργειακής φτώχειας.
Την ίδια στιγμή, σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις ολόκληρα κτίρια παραμένουν κενά ή υποχρησιμοποιούνται. Η αντίφαση είναι προφανής: άνθρωποι δυσκολεύονται να βρουν προσιτή κατοικία, ενώ διαθέσιμος χώρος μένει αναξιοποίητος.
Τι ισχύει στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα υπολογίζεται ότι πάνω από 2,2 εκατ. 0 κατοικίες σε όλη την χώρα παραμένουν κλειστές. Το 35% των κανονικών κατοικιών της χώρας παραμένει μη κατοικούμενο – το τρίτο υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρόκειται είτε για δευτερεύουσες/εξοχικές κατοικίες (22,5%), είτε για πραγματικά κενά ακίνητα (12%). Αν και οι κενές κατοικίες μειώθηκαν κατά 11,6% σε σχέση με την προηγούμενη απογραφή, ο αριθμός τους παραμένει υψηλός.
Οι λόγοι είναι πολλοί: η τοποθεσία τους σε περιοχές με φθίνουσα ζήτηση, η εικόνα εγκατάλειψης, το υψηλό κόστος ανακαίνισης σε σχέση με την απόδοσή τους.
Επίσης, πολλοί ιδιοκτήτες βρίσκονται αντιμέτωποι με νομικά ή φορολογικά εμπόδια – σπίτια με αδιευκρίνιστη κληρονομική κατάσταση, με διαφωνίες μεταξύ συγγενών ή απλώς με επιβαρύνσεις που καθιστούν τη διάθεση του ακινήτου μη συμφέρουσα.
Και, φυσικά, υπάρχει και η πιο σύγχρονη διάσταση του προβλήματος: η αύξηση των βραχυχρόνιων μισθώσεων τύπου Airbnb. Πολλοί ιδιοκτήτες αποσύρουν τα σπίτια τους από τη μακροχρόνια μίσθωση με σκοπό να τα ενοικιάσουν περιστασιακά σε τουρίστες.

Μέρος της λύσης
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, το Σχέδιο Προσιτής Στέγασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (EAHP) επιχειρεί να δώσει ένα πολιτικό στίγμα. Για πρώτη φορά, όπως αναφέρει το euobserver μια ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για τη στέγαση αναγνωρίζει ρητά ότι τα κενά και υποχρησιμοποιούμενα κτίρια πρέπει να αποτελέσουν μέρος της λύσης.
Η αναγνώριση αυτή έχει τη σημασία της. Το ερώτημα, ωστόσο, είναι αν θα συνοδευτεί από ουσιαστική αλλαγή πορείας ή αν θα περιοριστεί σε επιμέρους διορθώσεις. Καθώς η ειδική επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τη στεγαστική κρίση ετοιμάζεται να ψηφίσει την έκθεσή της, το διακύβευμα είναι σαφές: μεταρρύθμιση ή απλή διαχείριση της υφιστάμενης κατάστασης;
Το σχέδιο δίνει έμφαση στην καλύτερη αξιοποίηση του υφιστάμενου κτιριακού αποθέματος. Η προτεραιότητα στην ανακαίνιση και την επανάχρηση, αντί για κατεδαφίσεις και νέες κατασκευές, κινείται στη σωστή κατεύθυνση. Η επαναφορά άδειων κατοικιών στην αγορά είναι ταχύτερη, οικονομικότερη και σαφώς λιγότερο επιβαρυντική για το περιβάλλον σε σχέση με την ανέγερση νέων κτιρίων. Μπορεί να περιορίσει την κατανάλωση γης, να μειώσει τις εκπομπές και να καλύψει ανάγκες εκεί όπου ήδη υπάρχει ζήτηση.
Όμως οι διακηρύξεις δεν αρκούν.
Παρά τη ρητορική για τα κενά ακίνητα, λείπουν συγκεκριμένα εργαλεία. Δεν υπάρχει κοινός ευρωπαϊκός ορισμός για το τι θεωρείται «κενό ακίνητο», ούτε συστηματική καταγραφή των υποχρησιμοποιούμενων κτιρίων, ούτε ξεχωριστή χρηματοδοτική γραμμή για τη μετατροπή τους σε προσιτές κατοικίες. Στην πράξη, το βάρος εξακολουθεί να πέφτει στη νέα κατασκευή, με νομοθετικά και χρηματοδοτικά μέσα που ενδέχεται να αφήσουν την ανακαίνιση σε δεύτερο πλάνο.
Η πρόθεση της Επιτροπής να «μειώσει τη γραφειοκρατία» για να επιταχυνθεί η προσφορά κατοικιών αποτυπώνει αυτή την ισορροπία. Η απλοποίηση διαδικασιών μπορεί να είναι χρήσιμη. Δεν πρέπει, όμως, να μετατραπεί σε απορρύθμιση. Η χαλάρωση περιβαλλοντικών κανόνων, προτύπων ενεργειακής απόδοσης ή νομοθεσίας για την προστασία της φύσης δεν θα κάνει τη στέγη πιο προσιτή. Αντίθετα, θα μεταφέρει το κόστος στις τοπικές κοινωνίες και στο περιβάλλον.
Δεν είναι μόνο ζήτημα προσφοράς
Επιπλέον, η στεγαστική κρίση δεν είναι μόνο ζήτημα προσφοράς. Είναι ζήτημα πρόσβασης: ποιος βρίσκει σπίτι, σε ποια τιμή και με ποιους όρους. Η ανακαίνιση κενών κτιρίων μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά, ιδίως αν συνοδεύεται από μέτρα κατά της κερδοσκοπίας και από ενίσχυση της κοινωνικής και μη κερδοσκοπικής κατοικίας.
Το σχέδιο κάνει αναφορές σε βραχυχρόνιες μισθώσεις, επενδυτικά πλαίσια και κοινωνική στέγη, όμως οι κατευθύνσεις αυτές παραμένουν γενικές και εξαρτώνται από τις πολιτικές επιλογές που θα ακολουθήσουν, ιδίως στο επόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο.
Στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, οι προκλήσεις είναι ακόμη εντονότερες. Εκατομμύρια ιδιοκτήτες χαμηλού εισοδήματος κατοικούν σε παλαιές πολυκατοικίες με χαμηλή ενεργειακή απόδοση, αντιμετωπίζοντας αυξανόμενους λογαριασμούς και φθίνουσες συνθήκες διαβίωσης. Η κλίμακα των ανακαινίσεων και η αξιοποίηση κενών κτιρίων, ιδίως σε συνδυασμό με κοινωνικά και συνεταιριστικά μοντέλα στέγασης, θα μπορούσαν να περιορίσουν ανισότητες και ενεργειακή φτώχεια. Προϋπόθεση, ωστόσο, είναι η ύπαρξη στοχευμένης χρηματοδότησης και σαφών κοινωνικών στόχων.
Η Ευρώπη στερείται χώρου
Η πραγματικότητα στις ευρωπαϊκές πόλεις δείχνει το μέγεθος του προβλήματος. Στο Βερολίνο, δεκάδες χιλιάδες διαμερίσματα παραμένουν κενά, παρά τη σοβαρή έλλειψη κατοικιών. Στην Πράγα, τα άδεια διαμερίσματα ξεπερνούν τις 90.000. Στις Βρυξέλλες, χιλιάδες κατοικίες παραμένουν ακατοίκητες, ενώ μεγάλοι όγκοι γραφειακών χώρων μένουν χωρίς χρήση. Τα στοιχεία αυτά δεν συνιστούν περιθωριακή εξαίρεση, αλλά ένδειξη διαρθρωτικής δυσλειτουργίας.
Το Σχέδιο Προσιτής Στέγασης έχει χαρακτηριστεί «διορθωτικό, όχι μετασχηματιστικό». Ίσως αυτό να είναι μια ρεαλιστική αποτίμηση. Σε κάθε περίπτωση, η τελική του βαρύτητα θα κριθεί από το πώς θα το διαμορφώσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και από το αν τα κενά κτίρια θα βρεθούν πράγματι στον πυρήνα της πολιτικής.
Η Ευρώπη δεν στερείται χώρου. Στερείται πολιτικής βούλησης να τον αξιοποιήσει με κοινωνικά δίκαιο και περιβαλλοντικά βιώσιμο τρόπο. Και σε μια ήπειρο όπου τα σπίτια υπάρχουν αλλά μένουν κλειστά, το ζητούμενο δεν είναι νέες υποσχέσεις, αλλά ανοιχτές πόρτες.
Πηγή: in.gr






















![Ακίνητα: Έκρηξη τιμών στα μικρά διαμερίσματα στο Ηράκλειο Κρήτης [πίνακες]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/02/irakleio.jpg)














