Ένας από τους τρόπους να συσσωρεύσει κάποιος μια τεράστια περιουσία κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 2010, σύμφωνα με τον Economist, ήταν η πώληση επιχειρηματικού λογισμικού – δηλαδή εκείνων των εφαρμογών υπολογιστών που πλέον κυριαρχούν στην καθημερινή ζωή των επαγγελματικών γραφείων.
Όπως σημειώνει το σχετικό άρθρο, γρήγορα οι επιχειρήσεις ξεκίνησαν να αποκτούν συνδρομές σε αυτές τις εφαρμογές, όπως ακριβώς θα έκαναν με ένα περιοδικό, αντί να τις αγοράζουν μιας και για πάντα, όπως ένα βιβλίο.
Αυτό το μοντέλο επαναλαμβανόμενων εσόδων εξηγεί απόλυτα το ενδιαφέρον των επενδυτικών κεφαλαίων, που αποτέλεσαν το δεύτερο μεγάλο «ορυχείο χρυσού» της εποχής εκείνης. Κατά την τελευταία δεκαετία, τα ταμεία εξαγορών ξόδεψαν το ένα στα τρία δολάρια τους σε εταιρείες τεχνολογίας.
Η φράση «software ate the world» αποτυπώνει ιδανικά αυτή την άνοδο, με τα ταμεία private equity να «πίνουν σαμπάνια» από ικανοποίηση για τα κέρδη τους. Οι εταιρείες SaaS (Software as a Service) μετέτρεψαν τα γραφεία σε εξαρτώμενα από συνδρομές οικοσυστήματα, δημιουργώντας σταθερές ροές εσόδων που έκαναν τους επενδυτές να ονειρεύονται ασταμάτητα.
Ωστόσο, αυτή η ευδαιμονία διακόπηκε βίαια το 2022, όταν οι κεντρικές τράπεζες ανέβασαν τα επιτόκια, σπάζοντας την ισορροπία. Και τώρα, νέα απειλή αναδύεται: η τεχνητή νοημοσύνη (AI), και ειδικότερα εργαλεία όπως το Claude Code της Anthropic, που απειλούν να διαλύσουν εντελώς αυτό το μοντέλο. Οι επενδυτές, που κάποτε έβλεπαν το λογισμικό ως άτρωτο, τώρα βλέπουν τις αξίες να καταρρέουν σαν πύργος από τραπουλόχαρτα, σημειώνει ο Economist.
Η κρίση στις δημόσιες και ιδιωτικές αγορές
Η κρίση στις αγορές είναι ήδη ξεκάθαρη και ανελέητη. Οι μετοχές εισηγμένων εταιρειών λογισμικού έχουν χάσει το 20% της αξίας τους φέτος, με μαζικές πωλήσεις σε κλάδους όπως τα εργαλεία marketing, τα νομικά γραφεία και οι πάροχοι οικονομικών δεδομένων.
Αυτή η «ψύχρα» διαπερνά σταθερά και τις ιδιωτικές αγορές, όπου οι συναλλαγές είναι λιγότερο συχνές, αλλά οι επιπτώσεις εξίσου βαθιές, σημειώνει ο Economist. Τα δάνεια προς εταιρείες λογισμικού που ανήκουν σε ταμεία private equity έχουν κατακρημνιστεί, ενώ η αξία των ταμείων που κατέχουν αυτά τα δάνεια – και των asset managers που τα διαχειρίζονται – ακολουθεί παρόμοια πορεία.
Στις πρόσφατες αναφορές κερδών τους, οι κολοσσοί του κλάδου προσπαθούν να υποβαθμίσουν την έκθεσή τους. Η TPG παραδέχθηκε ότι το 18% των κεφαλαίων εξαγορών της βρίσκεται σε λογισμικό, ενώ KKR και Blackstone «κοκορεύονται» για ένα τυχερό 7%, η Carlyle για 6%, η Brookfield για λιγότερο από 1%, και η Apollo – που εντείνει την πτώση σορτάροντας δάνεια λογισμικού – ισχυρίζεται μηδενική έκθεση.
Αυτές οι δηλώσεις έρχονται σε αντίθεση με την πραγματικότητα: οι επενδυτές αναγκάζουν τους CEO να δίνουν τα «χαμηλότερα δυνατά νούμερα», ενώ ταυτόχρονα οι εταιρείες προσπαθούν να επαναπροσδιοριστούν ως «ασφαλείς δανειστές παντός κλάδου», μακριά από τις κυκλικές χρεώσεις των εξαγορών. Η αποτίμηση των χαρτοφυλακίων είναι εφιάλτης: στις εισηγμένες software φίρμες του S&P 500, τα πολλαπλάσια έσοδα έπεσαν από 13x σε 8x τα τελευταία πέντε χρόνια, ενώ συνολικά από 8x σε 3x. Στις μεγαλύτερες εξαγορές private equity την περίοδο 2019-2022, η μέση τιμή ήταν 9x έσοδα – μια σύγκριση που προκαλεί «στομαχικές διαταραχές» στους αναλυτές, αναφέρει χαρακτηριστικά ο Economist.
Παρά κάποιες εξαιρέσεις, όπως η Pluralsight που αναδιάρθρωσε το χρέος της το 2024 ή η SailPoint που διπλασίασε τα έσοδα, οι περισσότερες εταιρείες παγιδεύονται σε «γερασμένα» ταμεία, με επενδυτές να μαντεύουν αγωνιωδώς την πραγματική τους αξία. Αυτή η αβεβαιότητα τροφοδοτεί φόβους για μεγαλύτερη κρίση, καθώς οι αγορές πιστώσεων αρχίζουν να εμφανίζουν ρωγμές.
Το χρέος ως χειρότερος εφιάλτης
Η πραγματική «νάρκη» όμως κρύβεται στα δάνεια: αναλυτές εκτιμούν ότι πάνω από 500 δισ. δολάρια δανείων συνδέονται με εταιρείες λογισμικού στις αγορές πιστώσεων των ΗΠΑ. Σε αντίθεση με την άνθηση του σχιστολιθικού πετρελαίου στις ΗΠΑ πριν δέκα χρόνια ή το τρέχον συνεχώς τροφοδοτούμενο χρέος των hyperscalers στα data centers, εδώ τα δάνεια είναι κυρίως μοχλευμένα, υψηλού κινδύνου και υψηλού επιτοκίου και αυστηρούς περιορισμούς. Πολλά από αυτά είναι δομημένα σε εγγυημένες υποχρεώσεις δανείου (CLO), παρόμοια με αυτά που κατέστρεψαν τις αγορές το 2008, ενώ τα μεγαλύτερα πονταρίσματα βρίσκονται σε εταιρείες ανάπτυξης επιχειρήσεων (BDCs).
Τα BDCs χωρίζονται σε listed και unlisted: το BCRED της Blackstone, που αν ήταν τράπεζα θα ήταν η 34η μεγαλύτερη στις ΗΠΑ, έχει 26% δάνεια σε φίρμες λογισμικού που ανήκουν κυρίως σε private equity. Η Ares (listed) έχει 24%, ενώ η Blue Owl είδε εξόδους 15% τον Ιανουάριο σε unlisted BDC με 29% έκθεση. Οι listed BDCs πωλούνται με αυξανόμενες εκπτώσεις στα net assets, και αν τα ταμεία «κλειδώσουν» εξαργυρώσεις (gates), θα ξεκινήσει φαύλος κύκλος πτώσεων. Οι μετοχές asset managers όπως Ares (-12%), Blue Owl και KKR (-8-10%) έχουν ήδη κατακρημνιστεί, δείχνοντας ότι η κρίση «διαχέεται» σε όλο το οικοσύστημα.
Το Claude και η επαναστατική δύναμη της AI
Στον πυρήνα της κρίσης βρίσκεται η AI, με πρωταγωνιστή το Claude Code της Anthropic – ένα agentic AI εργαλείο κωδικοποίησης που δεν είναι απλώς βοηθός, αλλά ένας πλήρης agent ικανός να κατανοεί codebases, να επεξεργάζεται αρχεία, να εκτελεί εντολές. Startups και πελάτες το χρησιμοποιούν για να «νικήσουν» διάφορα προβλήματα: δημκουργία πρωτοτύπων σε ώρες αντί εβδομάδων, αυτοματισμούς ρόλων, ακόμα και μη τεχνικές ομάδες επαγγεκματικών (σχεδιαστές, δικηγόροι) το ενσωματώνουν. Η Anthropic το χρησιμοποιεί εσωτερικά για onboarding σε ημέρες αντί εβδομάδων, διαλύοντας τα όρια μεταξύ ρόλων και μειώνοντας δραστικά τα κόστη SaaS.
Αυτή η «agentic» AI δεν αντικαθιστά απλώς εργαλεία – επαναπροσδιορίζει ολόκληρο το μοντέλο επαναλαμβανόμενων εσόδων. Ενώ εξαιρέσεις όπως το Bloomberg Terminal ή το Excel παραμένουν άτρωτα, ο κλάδος αντιμετωπίζει ένα «SaaS reckoning». Οι traders βλέπουν startups με AI-coding να τρώνε μερίδιο από marketing, τεχνολογία νομικών και παρόχους δεδομένων, κάνοντας τα παλιά μοντέλα ξεπερασμένα.
Προοπτικές: Από κρίση σε αναδιάρθρωση;
Οι private equity προσπαθούν να στραφούν σε πιο ανθεκτικές στρατηγικές, γινόμενοι «δανειστές παντός καιρού», αλλά τα χρέη και τα χαρτοφυλάκια δεν εξαφανίζονται εύκολα. Το 2026, η τεχνητή νοημοσύνη γίνεται απαραίτητο εργαλείο για κατάρτιση συμφωνιών και risk management, αλλά με προειδοποιήσεις για υπερβολική εξάρτηση.
Οι έξυπνοι επενδυτές θα εστιάσουν σε AI-integrated μοντέλα με ισχυρό τιμολογιακή πολιτική, μαθαίνοντας από αυτή την κρίση που αποκαλύπτει ευπάθειες σε χρέος και disruption. Η ιστορία δείχνει ανθεκτικότητα σε SaaS κρίσεις κατά το παρελθόν, αλλά αυτή τη φορά η AI αλλάζει τα δεδομένα ριζικά, καταλήγει ο Economist.






































