Όλβιοι μπορώ να πω ότι είναι οι σημερινοί (και η ταπεινότητά μου) οικονομικοί συντάκτες που έχουν πλούσια και άρτια, κατά ριπάς, επιστημονική ενημέρωση γύρω από τη φλεγόμενη και καιόμενη ελληνική οικονομική και κοινωνική επικαιρότητα όχι τόσο από αρμόδιους (και γι΄ αυτόν το σκοπό ίδρυσής τους) θεσμικούς δημοσιονομικούς και άλλους φορείς όσο από «εξωθεσμικούς». Αυτή τη σκέψη μου ενίσχυσε η τελευταία ειδική έκδοση της Eurobank «7 Ημέρες Οικονομία», της Ομάδας Ανάλυσης και Έρευνας υπό τον οικονομολόγο Τάσο Αναστασάτο, την οποία αξιοποίησε δημοσιογραφικά ο διευθυντής Σύνταξης του «Οικονομικού Ταχυδρόμου» με το αναλυτικό του άρθρο στις 12 Φεβρουαρίου 2026. Οι περισσότερες διαπιστώσεις και της έκδοσης αυτής αποκαλύπτουν τις κυβερνητικές ωραιολογίες παρουσιάζοντας την πραγματική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας (δομικά προβλήματα στην αγορά εργασίας, πλασματική μείωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών κλπ).
Προηγήθηκε, πριν από μερικές ημέρες, η (14η) Έρευνα για το Εισόδημα και τις Δαπάνες Διαβίωσης των Νοικοκυριών το 2025 του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας (ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ), η οποία δόθηκε στη δημοσιότητα στις 3 Φεβρουαρίου 2026 και η οποία αξιοποιήθηκε δεόντως από τους οικονομικούς συντάκτες σε όλα σχεδόν τα μέσα ενημέρωσης και, φυσικά, από τους άξιους συναδέλφους μου στον αγαπητό μου «Οικονομικό Ταχυδρόμο».
Αυτή η έρευνα, μαζί με όλες τις προηγούμενες που δημοσιεύουν κάθε εβδομάδα ή μήνα ή τρίμηνο κυρίως τράπεζες και παραγωγικοί φορείς, είναι σήμερα η μόνη σχεδόν επιστημονική απάντηση στα περιρρέοντα, πλήθοντα υπερβολών και υπεκφυγών, εκάστοτε κυβερνητικά «αφηγήματα», που μού θυμίζουν τον αγώνα τον καλόν όλων των συντακτών και συνεργατών του του ιστορικού, υπό τη διεύθυνση του Γιάννη Μαρίνου και την ταπεινότητά μου (για να ευλογήσω τα γένια μου ως διευθυντή τότε και επί τριάντα χρόνια ), «Οικονομικού Ταχυδρόμου», για την όσο το δυνατόν ορθή, αντικειμενική επιστημονική ενημέρωση των δεκάδων χιλιάδων αναγνωστών του κάθε Πέμπτη με άρθρα, αναλύσεις, έρευνες και ειδικές σελίδες ή ειδικά ένθετα με πίνακες που καταρτίζαμε με το … χέρι και μόνο σχεδόν με βάση τα στατιστικά που δημοσίευε η τότε Εθνική Στατιστική Υπηρεσία (σήμερα Ελληνική Στατιστική Αρχή) και, που σε μερικές περιπτώσεις, και τα σχολιάζαμε, και, φυσικά, η Eurostat (φωτογραφίες).

Πίνακες που καταρτίζονταν χειρωνακτικά σε άρθρο του «Οικονομικού Ταχυδρόμου» (3 Μαρτίου 1988)

Το εξώφυλλο τριμηνιαίου Δελτίου με διαχρονικά στοιχεία για την οικονομία και την αγορά (ένθετο στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο» 12 Ιανουαρίου 2000)
Και η παραπάνω άρτια έρευνα του ΙΜΕ – ΓΣΕΒΕΕ επιβεβαιώνει αυτά που αποκαλύπτει και σήμερα καθημερινά ο «Οικονομικός Ταχυδρόμος» και που είναι, κατά κανόνα, αντίθετα απ΄αυτά που παρουσιάζει το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης για «οικονομικό θαύμα», για «κόσμο ανάποδα σε σχέση με το 2015», για «τούμπα» των οικονομικών – δημοσιονομικών στοιχείων και αρνητικών επιδόσεων των προηγούμενων κυβερνήσεων (βλέπε άρθρο μου στη στήλη αυτή με τίτλο «Από την τραγωδία στη φάρσα», «Οικονομικός Ταχυδρόμος» 5 Φεβρουαρίου 2026).
Η παραπάνω, λοιπόν, ετήσια έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ για το εισόδημα και τις δαπάνες διαβίωσης των νοικοκυριών 2025 αποτυπώνει, όπως ήδη έγραψε ο «Οικονομικός Ταχυδρόμος», τη συνεχιζόμενη και εντεινόμενη πίεση που δέχονται τα ελληνικά νοικοκυριά με εφιαλτικά τα φετινά ευρήματα να δείχνουν ότι, στην περίοδο της θρυλούμενης «ισχυρής ανάπτυξης» και των «υπερεσόδων» και του «υπερπλεονάσματος» οι οικονομικές δυσκολίες δεν περιορίζονται πλέον στα χαμηλά εισοδήματα, αλλά επεκτείνονται και στα μεσαία στρώματα, καθώς οι πληθωριστικές πιέσεις λειτουργούν σωρευτικά και εξαντλούν τις αντοχές των νοικοκυριών.
Πέραν από την πυκνή αρθρογραφία του «Οικονομικού Ταχυδρόμου», το γνωστό κυβερνητικό «αφήγημα» αυτοθαυμασμού (για «πρωταθλητισμό» της χώρας σε «ισχυρότερη» αύξηση των επενδύσεων και των εξαγωγών και τον «ισχυρότερο» ρυθμό ανάπτυξης σε σχέση με τους αντίστοιχους στην Ευρωζώνη, χωρίς όμως να αναφέρει ότι το οικονομικό και κοινωνικό χάσμα παραμένει αγεφύρωτο επί πάνω από 15 χρόνια!) διαλύεται και από τους οικονομολόγους τραπεζών, οι οποίοι σε εβδομαδιαίες και μηνιαίες μελέτες τους αποκαλύπτουν επιστημονικώς ότι τα μέτρα αντιμετώπισης της ακρίβειας , για παράδειγμα, είναι απελπιστικώς ανεπαρκή, λόγω των γνωστών διαρθρωτικών προβλημάτων, όπως η υπερβάλλουσα ζήτηση που δεν ικανοποιείται λόγω του μόνιμου «θετικού παραγωγικού» και «επενδυτικού κενού» και του ανηλεούς ραμφίσματος του εισοδήματος από την υπερφορολόγηση. Ιδιαίτερα, παρουσιάζεται και η κατάρρευση την ίδια περίοδο της αποταμίευσης, επιβεβαιώνοντας τη σημαντική μελέτη υπό τον τίτλο « Η αποταμίευση στην Ελλάδα (ή γιατί δεν αποταμιεύουμε)» της Eurobank, η οποία δημοσιεύθηκε τo 2023 με πρόλογο του προέδρου του Δ.Σ. Eurobank και ομότιμου καθηγητή Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών Γιώργου Ζανιά και συγγραφείς τους Σαράντη Καλυβίτη, καθηγητή στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Οικονομικών Σπουδών Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Μαργαρίτα Κατσίμη, καθηγήτρια στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Οικονομικών Σπουδών Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Θωμά Μούτο, καθηγητή στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Οικονομικών Σπουδών Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών με τη μελαγχολική διαπίστωση ότι την περίοδο 2018-2022 το μέσο ποσοστό (του διαθέσιμου εισοδήματος) αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών ήταν -2% (έναντι 13% στην Ευρωζώνη), ενώ την περίοδο 2002-2006 ήταν θετικο (7%). Σήμερα, δηλαδή τα επόμενα χρόνια 2023, 2024 και 2025 η εξέλιξη είναι δυσμενέστερη!
Κι όλα αυτά συμβαίνουν πάλι σε μια περίοδο όπου το κυβερνητικό «αφήγημα» συνεχώς επικαλείται τον «πρωταθλητισμό» της χώρας σε «ισχυρότερη» αύξηση των επενδύσεων και των εξαγωγών και τον «ισχυρότερο» ρυθμό ανάπτυξης σε σχέση με τους αντίστοιχους στην Ευρωζώνη, χωρίς όμως να αναφέρει ότι το οικονομικό και κοινωνικό χάσμα παραμένει αγεφύρωτο επί πάνω από 15 χρόνια!
Σημαντική η επιστημονική ενημέρωση τραπεζών κι άλλων φορέων
Με την ετήσια παραπάνω έρευνα του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ απλώς κορυφώνεται, για μιαν ακόμα φορά, η κατά ριπάς επιστημονική ενημέρωση κι από τους οικονομολόγους της Τράπεζας της Ελλάδος, της Εθνικής Τράπεζας, της Alpha Bank, της Eurobank και, φυσικά, του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ από το 1990, του ιστορικού Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), το οποίο, πέρα από τις γνωστές πολυσέλιδες μελέτες ήδη δημοσιεύει και δελτία οικονομικής συγκυρίας και ανάλυσης. Στον κατάλογο των σημαντικών ερευνητικών φορέων εντάσσονται, φυσικά, το ιστορικό Κέντρο Προγραμματισμού και Ερευνών (ΚΕΠΕ), το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ), «Διανέωσις» και άλλοι.
Ως έκφραση δημοσίως ευχαριστιών για την άρτια και τακτική επιστημονική ενημέρωση των Ελλήνων πολιτών (φορολογούμενοι, εργαζόμενοι, άνεργοι, επιχειρηματίες, δανειστές κλπ) μέσω των δημοσιογράφων, επιτρέψτε μου να κάνω μιαν απλή, ενδεικτικώς, αναφορά στους φορείς που με εβδομαδιαία και μηνιαία δελτία οικονομικής ανάλυσης και ετήσιες έρευνες συμβάλλουν στην πραγματική δημοσιότητα, που είναι, κατά τον Ιάκωβο Μάγερ, η ψυχή της Δικαιοσύνης και, φυσικά, της Δημοκρατίας. Αποτελούν, κατά την ταπεινή μου γνώμη, σημαντικά απλά μαθήματα οικονομίας κατάλληλα για αξιοποίηση και προβολή των διαπιστώσεων και συμπερασμάτων από συντάκτες με οικονομικές γνώσεις:
–Τράπεζα της Ελλάδος: Οικονομικό Δελτίο. Η Τράπεζα της Ελλάδος, πέρα από τις ετήσιες και ενδιάμεσες εκθέσεις της για τη Νομισματική Πολιτική, έχει αναπτύξει, προ δεκαετιών, έντονη εκδοτική δραστηριότητα, με το Οικονομικό Δελτίο της να ξεχωρίζει για τους δημοσιογράφους, καθώς δημοσιεύονται ερευνητικές εργασίες, μελέτες και άρθρα επίκαιρου ενδιαφέροντος για την ελληνική οικονομία (π.χ. πληθωρισμός, μεταβολές ΦΠΑ και πληθωρισμός στην Ελλάδα κλπ, που έχω παρουσιάσει σε άρθρα μου στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο») διαθέτοντας αναλύσεις πιο προσιτές στο ευρύ κοινό, με εμβάθυνση στην κατανόηση της ελληνικής οικονομίας με τεκμηριωμένες μελέτες από διακεκριμένους οικονομολόγους. Αναφέρω (με τον κίνδυνο παράλειψης κι άλλων επιστημόνων) που θυμάμαι διαβάζοντας μελέτες τους: Γεώργιος Παλαιοδήμος, Δημήτρης Παπαγεωργίου, Νίκος Βέττας, Γιώργος Γατόπουλος, Αλέξανδρος Λουκά, Αντώνης Μακρόπουλος, Σωτήριος Σαπέρας, Σοφία Λαζαρέτου, Νίκος Βεντούρης, Χιόνα Μπαλαφούσια.
–Εθνική Τράπεζα: Δελτίο «Ελληνική Οικονομία» με «Ειδικά Θέματα». Το Δελτίο με άρτιες επιστημονικές αναλύσεις καταρτίζεται από οικονομολόγους της Διεύθυνσης Ανάλυσης (με επικεφαλής τον οικονομολόγο Νίκο Μαγγίνα και οικονομολόγους στην Υποδιεύθυνση την Αικατερίνη Γουβέλη, τη Σοφία Τσαρούχα, την Ελένη Μπαλίκου, τη Χριστίνα Τσούκα, τον Ελευθέριο Αθανασίου, τον Παύλο Τσιώκα) της Εθνικής Τράπεζας. Υπενθυμίζω τη σημαντικότατη μελέτη υπό τον τίτλο «Ερμηνεύοντας την επιτάχυνση του πληθωρισμού» (2 Σεπτεμβρίου 2025), η οποία ανεδείκνυε, μεταξύ άλλων, ως βασικό παράγοντα των επίμονων πληθωριστικών πιέσεων κατά την τελευταία εικοσαετία το «παραγωγικό» στη χώρα μας.
–AlphaBank: Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων – Ανάλυση Οικονομικής Συγκυρίας: Σημαντική είναι η συμβολή στην επίκαιρη οικονομική επιστημονική ενημέρωση και του επί δεκαετίες παραπάνω Δελτίου της AlphaBank που καταρτίζεται (όπως αναφέρεται) με επικεφαλής τον οικονομολόγο Παναγιώτη Καπόπουλο και τους οικονομολόγους Ειρήνη Αδαμοπούλου, Ελένη Μαρινοπούλου, Γεράσιμο Μουζάκη. Σημαντικότατη είναι και η τελευταία έρευνα υπό τον τίτλο «Πληθωρισμός και Ενεργός Ζήτηση: Προσδιοριστικοί Παράγοντες του Θετικού Παραγωγικού Κενού», της οποίας συμπεράσματα παρουσίασα σε σχετικό άρθρο μου στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο» Πληθωρισμός και Ενεργός Ζήτηση: Προσδιοριστικοί Παράγοντες του Θετικού Παραγωγικού Κενού»
–Eurobank: Δελτία Οικονομικών Αναλύσεων. Εκδίδονται από τη Μονάδα Οικονομικής Ανάλυσης και Έρευνας της Eurobank υπό την καθοδήγηση (όπως αναφέρεται στο Δελτίο) του οικονομολόγου Τάσου Αναστασάτου (επικεφαλής Ομίλου Eurobank) και από τους οικονομολόγους Στυλιανό Γώγο, Άννα Δημητριάδου, Παρασκευή Πετροπούλου, Ευαγγελία Τσιαμπάου, Θεόδωρο Ράπανο. Παρέχουν έγκυρες μακροοικονομικές αναλύσεις και προβλέψεις (ΑΕΠ, πληθωρισμός κλπ) και παρακολουθούν την πορεία των οικονομιών και των χρηματοοικονομικών αγορών.
–ΓΣΕΕ: Το Ινστιτούτο Εργασίας. Ιδρύθηκε το 1990 και στα χρόνια λειτουργίας του επιδεικνύει ένα πλούσιο έργο, στους τομείς της επιστημονικής έρευνας, της κατάρτισης, της επιμόρφωσης, της δια βίου μάθησης και της τεκμηρίωσης των θέσεων και των διεκδικήσεων της ΓΣΕΕ και ευρύτερα του συνδικαλιστικού κινήματος της χώρας. Το Ινστιτούτο Εργασίας, καθ’ όλη αυτή την περίοδο, με την περιφερειακή και κλαδική του ανάπτυξη (περιφερειακά και κλαδικά) ανέπτυξε πλούσια δραστηριότητα και το έργο του αναγνωρίζεται επιστημονικά ως έγκυρο και κοινωνικά ως ωφέλιμο, δικαιώνοντας εκ του αποτελέσματος τη στρατηγική επιλογή ίδρυσής του από μέρους του συνδικαλιστικού κινήματος στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και αποτελώντας κατ’ αυτό τον τρόπο πολύτιμο εργαλείο της δράσης του.
–Ινστιτούτο Μικρών Επιχειρήσεων ΓΣΕΒΕΕ (ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ): Αποτελεί τον επιστημονικό σύμβουλο και τον φορέα εκπόνησης και τεκμηρίωσης των προτάσεων και θέσεων της ΓΣΕΒΕΕ. Παράλληλα, υλοποιεί δράσεις ενίσχυσης και υποστήριξης των μικρών επιχειρήσεων. Με την πολύπλευρη και ολοκληρωμένη ερευνητική του δραστηριότητα συμβάλλει στην ενδυνάμωση του ρόλου της ΓΣΕΒΕΕ ως εθνικού κοινωνικού εταίρου, αλλά και στη δημιουργία των συνθηκών που θα επιτρέψουν στις μικρές επιχειρήσεις όχι μόνο να επιβιώσουν αλλά και να αναπτύξουν επιτυχώς την οικονομική τους δραστηριότητα. Σχετικά με την έκδοση αναφέρω (με τον κίνδυνο παράλειψης) ότι στην Ομάδα Εργασίας εμφανίζονται: Παρασκευάς Λιντζέρης, Νατάσα Αυλωνίτου, Ιωάννα Προφύρη, Λένα Μόκα, Φώτης Μαραγκός. Στη δημιουργία συμβάλλουν τα επιστημονικά στελέχη του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ με την παροχή του σχετικού υλικού και ειδικότερα οι: Αντώνης Αγγελάκης, Δέσποινα Βαλάση, Δημήτρης Γιακούλας, Ηλίας Γεωργόπουλος, Στάθης Κουρτίδης, Γεωργία Μιχαλοπούλου, Δέσποινα Μπεκρή, Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, Βασίλης Σιωμάδης, Μιχάλης Τζάμαλης. Όπως ανέφερα στην αρχή ως δημοσιογράφος της παλιάς γενιάς (μετά το 1968) μακαρίζω τους σημερινούς συναδέλφους μου, οικονομικούς συντάκτες εφημερίδων και περιοδικών, καθώς οι παλαιοί, πέρα από τη «χειρωνακτική» διαδικασία συγκέντρωσης στοιχείων και καταγραφής τους σε σχόλια, άρθρα, αναλύσεις και έρευνες, η «επιστημονική» βοήθεια ήταν ισχνή, καθώς περιοριζόταν μόνο σχεδόν στις ανακοινώσεις στοιχείων από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία, στις ετήσιες εκθέσεις των διοικητών της Τράπεζας της Ελλάδος, του Ελεγκτικού Συνεδρίου, του ΚΕΠΕ και του ΙΟΒΕ και πολύ αργότερα των ερευνητικών οργανισμών «Διανέοσις» και ΚΕΦΙΜ. Φυσικά, σημαντικές πηγές για ενημέρωση ήταν και τότε οι εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, των διεθνών οργανισμών, οι ξένες εφημερίδες και η Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία.
Μετά το 1980 πύκνωσαν το οικονομικό ρεπορτάζ και τα σχόλια στις εφημερίδες
Είναι αλήθεια ότι έως το τέλος της δεκαετίας του 1970 για το οικονομικό ρεπορτάζ οι εφημερίδες διέθεταν μόνο μια μικρή στήλη, ενώ η πλήρης κάλυψη της οικονομικής επικαιρότητας γινόταν με την κυκλοφορία κάθε Πέμπτη από το 1926 του «Οικονομικού Ταχυδρόμου» και σημαντικών ημερήσιων οικονομικών εφημερίδων, όπως η ιστορική «Ναυτεμπορική» (δύο χρόνια «μεγαλύτερη» από τον «Οικονομικό Ταχυδρομο» (κυκλοφόρησε το 1924), η «Εξπρές», το «Κέρδος» και το ιστορικό μηνιαίο περιοδικό «Επιλογή» του Σταύρου Παπαϊωάννου. Θυμάμαι ότι τότε οι εφημερίδες την οικονομική επικαιρότητα κάλυπταν με μεγάλες έρευνες στις κυριακάτικες εκδόσεις. Τότε, η ταπεινότητά μου, από το 1975 έως το 1970 έγραφα τις μεγάλες εβδομαδιαίες οικονομικοκοινωνικές έρευνες σε συνέχειες στο «Βήμα της Κυριακής» (άρχιζαν από την Κυριακή ολοκληρώνονταν την Παρασκευή.
Μετά το 1980, όταν η ελληνική οικονομία, δοκιμαζόταν από τον υψηλό πληθωρισμό, το υψηλό δημόσιο έλλειμμα, το ολοένα αυξανόμενο χρέος, τα προγράμματα λιτότητας και τις συνεχείς προειδοποιήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου ΔΝΤ), του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) και προέκυψε ανάγκη συστηματικότερης και πληρέστερης ενημέρωση, οι μεγάλης κυκλοφορίας τότε εφημερίδες άρχισαν να διαθέτουν περισσότερο χώρο για το οικονομικό ρεπορτάζ, σχόλια, αναλύσεις και έρευνες.
Έτσι, το πρώτο οικονομικό ένθετο υπό τον τίτλο «Ο Σφυγμός της Αγοράς» εγκαινίασε η εφημερίδα «Τα Νέα» στο σαββατιάτικο φύλλο της (16 Ιανουαρίου 1982) υπό την επιμέλεια του Παντελή Καψή και της ταπεινότητάς μου. Στη συνέχεια, η οικονομική ενημέρωση έγινε πυκνότατη σε όλες σχεδόν τις εφημερίδες. Θυμάμαι ότι στην εφημερίδα «Τα Νέα» συμμετείχα με άρθρα μου κάθε εβδομάδα σε τέσσερις στήλες («Ριπές» για το κύριο άρθρο, «Πολιτικό Βαρόμετρο», «Προβολείς» και «Η Άλλη Όψη»), ενώ στο «Βήμα της Κυριακής» σημαντική οικονομική ενημέρωση προσέφερε το ένθετο «Ανάπτυξη» με το δισέλιδο «Μικρο-Μακροοικονομικά».
Πιο ευαίσθητοι οι παλαιοί αναγνώστες και το παλαιό πολιτικό σύστημα
Μία σημαντική διαφορά μεταξύ του παλαιού και σημερινού ρόλου του οικονομικού κυρίως Τύπου εντοπίζεται κυρίως στις αντιδράσεις που προκαλούσαν τα δημοσιεύματα τόσο στο πολυπληθές τότε πιο ευαίσθητο αναγνωστικό κοινό όσο και στο πιο ευαίσθητο πολιτικό σύστημα. Η ευαισθησία αυτή εκδηλωνόταν με εκατοντάδες επιστολές αναγνωστών, που ανταγωνίζονταν σε αποκαλύψεις και ειδήσεις τα σχόλια και τα άρθρα των δημοσιογράφων καθώς και με απαντητικές επιστολές υπουργών σε ενοχλητικά δημοσιεύματα και συζητήσεις στη Βουλή θεμάτων που έφερναν με ερωτήσεις και επερωτήσεις βουλευτές κυρίως αντιπολίτευσης στο Κοινοβούλιο.
Θυμάμαι ότι ο «Οικονομικός Ταχυδρόμος» φιλοξενούσε τις απόψεις των αναγνωστών του στην πολύ επιτυχημένη (πολυσέλιδη) στήλη «Διάλογος με τους αναγνώστες» και τις ερωτήσεις και επερωτήσεις των βουλευτών στη στήλη «Βουλή συζητεί … «Οικονομικό»…







































