Μέχρι πρόσφατα, η πρόσβαση σε προηγμένα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης ήταν προνόμιο εταιρειών με μεγάλα κεφάλαια και ανεπτυγμένες τεχνολογικές υποδομές. Σήμερα, όμως, το τοπίο αλλάζει ραγδαία. Η Κίνα ρίχνει τις τιμές, μετατρέποντας την AI από εργαλείο υψηλού κόστους σε υπηρεσία ευρείας κατανάλωσης. Και αυτό δημιουργεί ερωτήματα για το κατά πόσο οι σημερινές αποτιμήσεις των αμερικανικών κολοσσών αντανακλούν μια βιώσιμη πραγματικότητα ή μια υπεραισιόδοξη προσδοκία.
Κίνα: Το στοίχημα των χαμηλών τιμών και της τεχνολογικής σύγκλισης
Η κινεζική Zhipu AI, γνωστή και ως Knowledge Atlas Technology, προσφέρει βασική πρόσβαση στα μοντέλα της με κόστος που ξεκινά περίπου από 3 δολάρια τον μήνα, σύμφωνα με τους Financial Times. Το ποσό αυτό απέχει σημαντικά από τα περίπου 20 δολάρια που χρεώνουν αντίστοιχες αμερικανικές υπηρεσίες σε συνδρομητικά πακέτα, ενώ τα εταιρικά συμβόλαια στις ΗΠΑ μπορεί να φτάνουν σε εκατομμύρια δολάρια ετησίως.
Η διαφορά δεν περιορίζεται μόνο στις τιμές λιανικής. Στην αγορά προγραμματιστών, το κορυφαίο μοντέλο GPT-5.2 της OpenAI κοστολογείται περίπου 1,75 δολάρια ανά εκατομμύριο tokens εισόδου και 14 δολάρια ανά εκατομμύριο tokens εξόδου. Αντίστοιχα, το GLM-5 της Zhipu τιμολογείται σημαντικά χαμηλότερα, ιδίως στο κόστος παραγωγής απαντήσεων — στοιχείο που επηρεάζει άμεσα εφαρμογές με έντονη χρήση περιεχομένου.
Αυτή η επιθετική τιμολόγηση συνιστά, στην πράξη, την απαρχή ενός «πολέμου τιμών».
Αποτιμήσεις-γίγαντες και η πραγματικότητα αγοράς
Παρά την επιθετική της πολιτική, η κεφαλαιοποίηση της Zhipu παραμένει αισθητά χαμηλότερη από εκείνη των αμερικανικών ανταγωνιστών. Η OpenAI αποτιμάται στην ιδιωτική αγορά στα 500 δισ. δολάρια, ενώ η Anthropic προσεγγίζει τα 350 δισ. μετά τον τελευταίο γύρο χρηματοδότησης.
Οι επενδυτές φαίνεται να ποντάρουν σε ένα σενάριο όπου οι αμερικανικές εταιρείες θα διατηρήσουν τον έλεγχο των πιο κερδοφόρων τμημάτων της αγοράς και θα συνεχίσουν να επιβάλλουν υψηλότερες τιμές. Όμως, αυτή η υπόθεση προϋποθέτει ότι οι χρήστες θα εξακολουθήσουν να πληρώνουν σημαντικό premium για οριακές τεχνολογικές βελτιώσεις.
Τεχνολογικό χάσμα: μύθος ή παρελθόν;
Μέχρι πρότινος, η πρόσβαση σε προηγμένα chips ήταν το βασικό εμπόδιο για την Κίνα, λόγω των αμερικανικών περιορισμών στις εξαγωγές. Ωστόσο, η Zhipu αξιοποίησε τους επεξεργαστές Ascend της Huawei για την εκπαίδευση των μοντέλων της. Παρότι δεν φτάνουν τις επιδόσεις των κορυφαίων chips της Nvidia, η πρόοδος σε σχεδιασμό λογισμικού και βελτιστοποίηση φαίνεται να περιορίζει το τεχνολογικό μειονέκτημα.
Σε θεμελιώδεις δοκιμασίες αξιολόγησης της λογικής ικανότητας, του κώδικα και της γενικής γνώσης, τα κινεζικά μοντέλα πλησιάζουν πλέον τις αμερικανικές επιδόσεις. Σε ορισμένες κατηγορίες, όπως η επίλυση μαθηματικών προβλημάτων, η διαφορά έχει περιοριστεί σε μονοψήφια ποσοστά.
Η μάχη της αντίληψης και της γεωπολιτικής
Βεβαίως, οι αμερικανικές εταιρείες διατηρούν ισχυρά πλεονεκτήματα: πρόσβαση σε κεφάλαια, βαθιές σχέσεις με επιχειρηματικούς πελάτες και στήριξη από μεγάλους παρόχους cloud. Επιπλέον, ζητήματα ασφάλειας δεδομένων και ρυθμιστικού πλαισίου πιθανόν να περιορίσουν τη διείσδυση κινεζικών μοντέλων σε ΗΠΑ και Ευρώπη, ιδίως σε κρατικές εφαρμογές.
Ωστόσο, σε αναδυόμενες αγορές, σε φοιτητές, μικρές επιχειρήσεις και startups με περιορισμένους πόρους, το κριτήριο επιλογής μπορεί να είναι απλό: ποιο μοντέλο είναι «αρκετά καλό» και ταυτόχρονα φθηνότερο.
Το διακύβευμα των 700 δισ. δολαρίων
Σύμφωνα με την Counterpoint Research, οι παγκόσμιες καταναλωτικές δαπάνες για γενετική τεχνητή νοημοσύνη ενδέχεται να αγγίξουν τα 700 δισ. δολάρια έως το 2030, χωρίς να υπολογίζονται τα εταιρικά έσοδα και οι υποδομές cloud. Αν ένα σημαντικό ποσοστό αυτής της ζήτησης κατευθυνθεί προς αγορές πιο δεκτικές σε κινεζικούς παρόχους, οι σημερινές αποτιμήσεις μπορεί να αναθεωρηθούν δραστικά.
Το μέλλον της τιμής: από την υπεροχή στην «επαρκή ποιότητα»
Η μέχρι σήμερα αισιοδοξία για τις αμερικανικές μετοχές AI βασίζεται στην υπόθεση ότι οι πελάτες θα πληρώνουν για κάθε μικρή βελτίωση απόδοσης. Αν όμως οι τεχνολογικές διαφορές περιορίζονται, τότε η αγορά ίσως στραφεί στο οικονομικότερο μοντέλο που καλύπτει τις ανάγκες.
Και τότε, η τεχνητή νοημοσύνη δεν θα τιμολογείται με βάση το «καλύτερο δυνατό», αλλά με βάση το «αρκετά καλό».
Σε αυτό το σενάριο, ο πόλεμος τιμών δεν είναι απλώς πιθανός – είναι αναπόφευκτος.















![Στεγαστική κρίση: Γονατίζει ένα στα τρία νοικοκυριά [πίνακας]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/02/akinita26-4.jpg)






















