Η συντριπτική πλειονότητα των αναλύσεων για τα αίτια των αμερικανοϊσραηλινών πληγμάτων κατά του Ιράν κινείται στα γνωστά πλαίσια: το πυρηνικό και βαλλιστικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, η υποστήριξη της Χεζμπολλάχ και των Χούθι, ο λεγόμενος «άξονας της αντίστασης». Οι ερμηνείες αυτές δεν είναι εσφαλμένες. Είναι όμως ατελείς.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, τα κίνητρα είναι βαθύτερα. Συνδέονται με τον γεωπολιτικό ανταγωνισμό με την Κίνα. Το βασικό κίνητρο δεν πρόκειται να ειπωθεί επισήμως. Είναι όμως ορατό σε όποιον εξετάζει τα γεγονότα μέσα από το πρίσμα της υψηλής στρατηγικής.
Στόχος της κυβέρνησης Τραμπ είναι να διαπραγματευθεί με το Πεκίνο «από θέση ισχύος». Επίκειται άλλωστε συνάντηση με τον Κινέζο πρόεδρο τον Απρίλιο. Στο πλαίσιο αυτό, οι πρόσφατες στρατιωτικές επιχειρήσεις – από την εκστρατεία κατά του καθεστώτος Μαδούρο στη Βενεζουέλα έως την επιχείρηση Epic Fury κατά ιρανικών στόχων – πρέπει να ιδωθούν ως στοιχεία μιας στρατηγικής αποδυνάμωσης και αναδίπλωσης (roll back) της κινεζικής επιρροής στην περιφέρεια.
Υπάρχει μάλιστα μια ειρωνική ιστορική αναλογία. Ο Τραμπ φαίνεται να υιοθετεί τη μαοϊκή λογική της «περικύκλωσης των πόλεων από την ύπαιθρο». Ο Μάο υποστήριζε ότι οι επαναστατικές δυνάμεις πρέπει πρώτα να εδραιωθούν στην περιφέρεια, να απομονώσουν το κέντρο και να το καταλάβουν όταν αυτό έχει αποδυναμωθεί. Σήμερα η Ουάσιγκτον επιχειρεί κάτι ανάλογο: χρησιμοποιεί την εδραίωσή της σε περιφερειακά θέατρα — Ιράν, Βενεζουέλα, Παναμάς — για να πιέσει το «κέντρο», δηλαδή την Κίνα. Τον Ιανουάριο η εκστρατεία κατά του Μαδούρο. Τον Φεβρουάριο η εκδίωξη της κινεζικής CK Hutchison από τα λιμάνια του Παναμά. Τώρα το Ιράν. Σε κάθε περίπτωση η αιτιολογία διαφέρει. Όμως ο κοινός παρονομαστής παραμένει: η εξουδετέρωση της κινεζικής γεωοικονομικής επιρροής.
Το Ιράν δεν είναι μόνο αμερικανικό αλλά και κινεζικό πρόβλημα. Το 2025 η Κίνα απορρόφησε πάνω από το 80% των ιρανικών πετρελαϊκών εξαγωγών, σε τιμές με έκπτωση της τάξεως του 40%, παρακάμπτοντας το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Μαζί με τη Βενεζουέλα και τη Ρωσία, το Ιράν αποτελούσε τον τρίτο πυλώνα μιας ενεργειακής στρατηγικής που κάλυπτε περίπου το 40% των κινεζικών εισαγωγών πετρελαίου. Ειδικότερα οι εισαγωγές από το Ιράν κάλυπταν το 14% των κινεζικών αναγκών σε πετρέλαιο. Αυτό πλέον αποδομείται, και η απώλεια ενεργειακών πηγών τροφοδοσίας από το Ιράν και την Βενεζουέλα επηρεάζει άμεσα την ενεργειακή ασφάλεια της Κινας και, κατ’ επέκταση, τη βιομηχανική της βάση.
Παράλληλα, η αμερικανική στρατηγική στέλνει ένα ισχυρό μήνυμα για την κινεζική αξιοπιστία — ή, μάλλον, για την έλλειψή της. Μετά τη σύλληψη του Μαδούρο, μετά τον Παναμά, μετά τα πλήγματα κατά του Ιράν, η Κίνα δεν προχώρησε σε καμία ουσιαστική δράση υπεράσπισης των εταίρων της. Εάν η Κίνα δεν μπορεί να προστατεύσει τους εταίρους της όταν αυτοί δέχονται επίθεση από τις ΗΠΑ, τότε η επιρροή της αποδεικνύεται εύθραυστη.
Το μήνυμα απευθύνεται πρωτίστως στον Παγκόσμιο Νότο: μια «στρατηγική εταιρική σχέση» με το Πεκίνο δεν αποτελεί ασπίδα απέναντι στην αμερικανική σκληρή ισχύ. Η χρηματοδότηση υποδομών, οι επενδύσεις, τα barter πετρελαίου — όλα εξατμίζονται μόλις εισέλθουν στη σκηνή τα αεροπλανοφόρα. Οι επενδύσεις, όσο μεγάλες και αν είναι, δεν υποκαθιστούν τη στρατιωτική ισχύ. Δεν είναι λίγοι οι αναλυτές στην Ουάσιγκτον που υποστηρίζουν ότι το Πεκίνο «δεν μπορεί πλέον να αγοράσει επιρροή» χωρίς να προσφέρει αξιόπιστες εγγυήσεις ασφαλείας.
Το Πεκίνο κατανοεί βεβαίως ότι η στρατηγική αυτή στρέφεται ευθέως εναντίον του. Η απάντησή του δεν είναι μετωπική — είναι υπολογισμένη αναμονή. Κινέζοι αναλυτές επιμένουν ότι η αποφυγή άμεσης εμπλοκής δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας αλλά άσκηση στρατηγικής υπομονής: αποφεύγοντας δαπανηρές δεσμεύσεις μακριά από τα ζωτικά της συμφέροντα, η Κίνα διατηρεί πόρους και επικεντρώνεται στο κύριο στρατηγικό μέτωπο, τον Ινδο-Ειρηνικό. Η ερμηνεία δεν είναι αβάσιμη. Όμως η στρατηγική υπομονή και η παθητικότητα μοιάζουν επικίνδυνα κοντά, ιδίως όταν ο ευρασιατικός ηπειρωτικός άξονας που οικοδομούσε το Πεκίνο μαζί με τη Μόσχα και την Τεχεράνη αποδομείται.
Στην πράξη, το Πεκίνο ακολουθεί μια έμμεση στρατηγική. Από τη μία πλευρά, επιχειρεί να ενισχύσει την ιρανική ανθεκτικότητα μέσω ανταλλαγής πληροφοριών, κυβερνοασφάλειας, ψηφιακής θωράκισης και τεχνικής υποστήριξης, χωρίς να εκτίθεται σε άμεση αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ. Από την άλλη, αναπροσαρμόζει τη δική του ενεργειακή στρατηγική στρεφόμενο κυρίως προς την Ρωσία και διαφοροποιεί τις ενεργειακές του πηγές μειώνοντας την εξάρτηση απο τις χώρες του Περσικού Κόλπου. . Πρόκειται για κλασική στρατηγική αντιστάθμισης κινδύνου.
Καθώς πλησιάζει η σύνοδος κορυφής ΗΠΑ–Κίνας τον Απρίλιο, ο Τραμπ φθάνει στο Πεκίνο έχοντας κάνει επίδειξη ισχύος σε τρία γεωγραφικά μέτωπα μέσα σε εξήντα ημέρες. Το διακύβευμα δεν βρίσκεται στο Ιράν ή στη Βενεζουέλα. Βρίσκεται στο ποιος ορίζει τη φύση της ισχύος στον 21ο αιώνα — και με ποιους όρους θα διαπραγματευτούν οι δύο υπερδυνάμεις την επόμενη διεθνή τάξη.
Ο Αθανάσιος Πλατιάς είναι ομότιμος καθηγητής Στρατηγικής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και πρόεδρος του Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων.




















![Οι αλλαγές στα ψηφιακά στοιχεία διακίνησης αποθεμάτων [Μέρος 6ο]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/03/tax-468440_1280-1024x682-1.jpg)

















