Δεν είναι μόνο το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο που επηρεάζονται από τον πόλεμο με πολλαπλασιαστικές επιπτώσεις, διότι εκτινάσσουν τα μεταφορικά και λειτουργικά κόστη των βιομηχανικών και εμπορικών επιχειρήσεων άρα και τον πληθωρισμό σε κάθε γωνιά της γης. Από τη νευραλγική πλωτή οδό των Στενών του Ορμούζ περνά το 11% που συνολικού όγκου του θαλάσσιου εμπορίου παγκοσμίως, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της UNCTAD που δημοσιεύθηκαν στην ετήσια επισκόπηση θαλάσσιων μεταφορών.
Επηρεάζεται ως εκ τούτου το εμπόριο πολλών αγαθών πρώτης ανάγκης, όπως είναι τα τρόφιμα, τα φαρμακευτικά προϊόντα, τα οικοδομικά υλικά, τα αυτοκίνητα, ακόμα και τα καλλυντικά και τα προϊόντα προσωπικής φροντίδας. Ο αμερικανοϊσραηλινός πόλεμος για την ανατροπή του καθεστώτος του Ιράν έχει ήδη παγώσει το παγκόσμιο θαλάσσιο εμπόριο και οι αναλυτές θεωρούν ότι το στοιχείο εκείνο που θα καθορίσει τον τελικό απολογισμό για την παγκόσμια οικονομία είναι η διάρκεια που θα έχουν οι εχθροπραξίες.
Πιο ευάλωτη η Ασία
«Από τα Στενά του Ορμούζ διεκπεραιώνεται το 34% των δια θαλάσσης εξαγωγών πετρελαίου και το 30% των εξαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) παγκοσμίως. Το μερίδιο του διαμετακομιστικού εμπορίου των άλλων καταναλωτικών αγαθών και των πρώτων υλών είναι πολύ μικρότερο. Μόνο το 3% της δια θαλάσσης διακίνησης εμπορευματοκιβωτίων περνά από τα Στενά. Και όμως, το κλείσιμο της πλωτής αυτής οδού αυτό είναι αρκετό για να αποσταθεροποιήσει το εμπόριο», γράφει ο Ρισάρ Ιό στη «Les Echos».
Όπως επισημαίνουν οι αναλυτές, τα Στενά του Ορμούζ δεν αποτελούν το βασικό άξονα της μεταφοράς εμπορευμάτων μεταξύ Ασίας και Ευρώπης που χρησιμοποιούν τα πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων. Κι αυτό επειδή «το θαλάσσιο αυτό πέρασμα καταλήγει σε αδιέξοδο κοντά στο Κουβέιτ, το Ιράκ και το Ιράν». Ωστόσο, τα Στενά έχουν κεφαλαιώδη σημασία για τη διεξαγωγή του περιφερειακού εμπορίου, δεδομένου ότι μέσω αυτών φθάνουν τα εμπορεύματα στο λιμάνι του Ντουμπάι, Τζεμπέλ Αλί.
Η συντριπτική πλειονότητα (το 70% συγκεκριμένα) των εμπορευμάτων που μεταφέρονται μέσω των Στενών με πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων προέρχεται από την Ινδία, την Κίνα και την ευρύτερη περιοχή της Ωκεανίας. Και τα μισά από τα εμπορεύματα αυτά αφορούν βιομηχανικά, χημικά και αυτοκινητοβιομηχανικά προϊόντα. Τα άλλα μισά αφορούν οικιακές συσκευές, έπιπλα, υφάσματα, καλλυντικά και τρόφιμα.
Αλουμίνιο και αυτοκινητοβιομηχανία
Τα προϊόντα από την Ευρώπη που διακινούνται από εκεί αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το 10% του συνόλου. Η περίπτωση του αλουμινίου είναι χαρακτηριστική. Όπως επεσήμανε ο οικονομολόγος Σιμόν Λακούμ κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου που διοργάνωσε την Τρίτη στη Γαλλία η εταιρεία ασφάλισης εμπορίου Coface, οι χώρες του Περσικού Κόλπου συμμετέχουν κατά 8% στην παγκόσμια παραγωγή αλουμινίου.
«Το Μπαχρέιν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα είναι οι κύριοι παραγωγοί στην περιοχή. Αλλά για να παράξουν το αλουμίνιο βασίζονται στις εισαγωγές βωξίτη και αλουμίνας κυρίως από την Αυστραλία. Το κλείσιμο των Στενών θα μπλοκάρει αυτή τη δραστηριότητα και οι επιπτώσεις θα ήταν αισθητές σε κάποιους βιομηχανικούς κλάδους, όπως στην παγκόσμια αυτοκινητοβιομηχανία», είπε ο Γάλλος οικονομολόγος.
«Τα καλά νέα για την Ευρώπη είναι ότι από τις χώρες του Περσικού εισάγει μόνο το 4% του αλουμινίου που καταναλώνει. Ως εκ τούτου οι Ευρωπαίοι κατασκευαστές θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τις μεγαλύτερες δυσκολίες που θα έχουν οι Ασιάτες ανταγωνιστές τους στην προμήθεια αλουμινίου», εξήγησε ο Σιμόν Λακούμ.
Θα έπρεπε εδώ να διευκρινιστεί ότι σχετικά προστατευμένες δεν εμφανίζονται οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες, αλλά οι μονάδες κατασκευής οχημάτων και εξαρτημάτων που λειτουργούν στην Ευρώπη, άσχετα αν ανήκουν σε ευρωπαϊκές φίρμες ή σε ξένες, ιαπωνικές, κορεατικές ή αμερικανικές ας πούμε.
«Πρόσφατη έρευνα της Citigroup διαπίστωσε ότι τα χυτήρια αλουμινίου έχουν γενικά αποθέματα αλουμίνας που αρκούν για μία έως δύο εβδομάδες παραγωγής, γεγονός που επί του παρόντος περιορίζει τους άμεσους κινδύνους για την αυτοκινητοβιομηχανία», σημειώνει ο ρεπόρτερ της «Les Echos», θεωρώντας ενδεχομένως ότι είναι ζήτημα μιας ή δύο εβδομάδων ο τερματισμός του πολέμου…
Αγωνία για τα λιπάσματα
Ένας άλλος εξαιρετικά ευαίσθητος τομέας (πλην των υδρογονανθράκων) είναι τα λιπάσματα. «Περίπου το 33% του παγκόσμιου εμπορίου λιπασμάτων, συμπεριλαμβανομένου του θείου και της αμμωνίας, διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ», δήλωσε στο AFP εκπρόσωπος της εταιρείας συμβούλων Kpler, συμπληρώνοντας ότι δεν υπάρχουν βιώσιμες εναλλακτικές των θαλασσίων οδών σε ό,τι αφορά τη διακίνηση λιπασμάτων, διότι «οι χερσαίες διαδρομές περιορίζονται από τη χωρητικότητα των αγωγών και των φορτηγών αυτοκινήτων».
Το Ομάν εξάγει κυρίως αμμωνία και άλλα αζωτούχα λιπάσματα στην Ινδία, τη Βραζιλία και την Αυστραλία. Το Κατάρ εξάγει κυρίως στη Βραζιλία, στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Αυστραλία. Φορτηγά πλοία με λιπάσματα αναχωρούν επίσης από το Κατάρ, τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα για την Κίνα, αλλά και για πολλές αφρικανικές χώρες.
«Είναι προφανές ότι η παράταση του πολέμου θα δημιουργήσει τεράστιο πρόβλημα στις αγορές αυτές. Δεδομένου μάλιστα ότι ένα μεγάλο ποσοστό των λιπασμάτων παρασκευάζεται από φυσικό αέριο ή πετρέλαιο, η αύξηση των τιμών των υδρογονανθράκων θα πρέπει επίσης να έχει καταλυτικές επιπτώσεις στις τιμές αυτών των προϊόντων», σημειώνει ο ρεπόρτερ της «Les Echos».
Πλαστικά και ηλεκτρονικό εμπόριο
Η βιομηχανία πλαστικών διατρέχει εξίσου μεγάλο κίνδυνο. «Η κλιμακούμενη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή απειλεί σοβαρά έναν σημαντικό κόμβο εξαγωγής πολυμερών», προειδοποιεί η εταιρεία συμβούλων Argus Media. Μέχρι σήμερα, το 80% της παραγωγής πολυαιθυλενίου στη Μέση Ανατολή (23 εκατομμύρια τόνοι ετησίως ή το 15% της παγκόσμιας παραγωγής) διακινείται μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Καθώς το πολυαιθυλένιο είναι ένα από τα πλέον διαδεδομένα πλαστικά στον κόσμο, η διατάραξη της εφοδιαστικής αλυσίδας αναμένεται κυρίως να επηρεάσει τις ασιατικές χώρες και κυρίως την Κίνα.
Μια άλλη παρενέργεια της νέας πολεμικής σύγκρουσης αφορά τις μεγάλες πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου, οι οποίες συνεργάζονται με την Κίνα και άλλες χώρες της ευρύτερης περιοχής της Ασίας και του Ειρηνικού και ήδη έχουν προειδοποιήσει για το ενδεχόμενο να αυξηθούν οι χρόνοι παράδοσης, κυρίως στις χώρες της Μέσης Ανατολής και στη Βόρεια Αφρική.
Σύμφωνα με το κινεζικό πρακτορείο ειδήσεων Νέα Κίνα, οι διαδικτυακές λιανικές πωλήσεις στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική αυξάνονται με ετήσιο ρυθμό περίπου 11% από το 2022 και εντεύθεν, μετά την υποχώρηση της πανδημίας Covid-19 δηλαδή. Εφέτος υπολογίζεται ότι ο τζίρος της ταχέως αναπτυσσόμενης αυτής αγοράς μπορεί να φθάσει εφέτος στα 57 δισ. δολάρια.
Καθυστερήσεις παραδόσεων
«Η Shein και η Temu ανακοίνωσαν ότι ανέστειλαν τα σχέδια αποστολής νέων αποθεμάτων από την Κίνα στη Μέση Ανατολή μέχρι να σταθεροποιηθεί η κατάσταση. Η Temu εκτιμά επί του παρόντος τους χρόνους παράδοσης σε 20 ημέρες, από περίπου 15 ημέρες που απαιτούνταν προηγουμένως», γράφει η «Les Echos».
Όσο για τη Shein, έχει παρατείνει τον χρόνο παράδοσης από 5 έως 8 ημέρες σε 8 έως 10 ημέρες, σύμφωνα με την πλατφόρμα δεδομένων. Εν τω μεταξύ, ορισμένα είδη που μπορεί να προμηθευτεί κανείς από την Amazon του Τζεφ Μπέζος εμφάνιζαν χρόνους παράδοσης 45 ημερών, περίπου 10 ημέρες μεγαλύτερους από όσο απαιτούνταν προτού ξεσπάσει ο πόλεμος.


































