Η Frasers, η εταιρεία του Βρετανού δισεκατομμυριούχου Mike Ashley, απέκτησε σχεδόν το 6% της γερμανικής Puma, καθιστώντας την δεύτερο μεγαλύτερο μέτοχο της γνωστής μάρκας αθλητικών ειδών. Η ανακοίνωση αυτή ήρθε την Πέμπτη και προκάλεσε άνοδο άνω του 6% στις μετοχές της Puma, επισημαίνει το Reuters, ενώ οι μετοχές της Frasers παρουσίασαν μικρή αύξηση.
Η κίνηση αυτή φαίνεται να έχει στρατηγικό χαρακτήρα, καθώς η Frasers στο παρελθόν έχει χρησιμοποιήσει μικρές μετοχικές συμμετοχές για να πιέσει εταιρείες να υιοθετήσουν υπηρεσίες της ή να προχωρήσουν σε σημαντικές στρατηγικές αλλαγές.
Η Puma αντιμέτωπη με τον ανταγωνισμό
Η γερμανική εταιρεία, η οποία διέκοψε προσωρινά τη διανομή μερισμάτων λόγω ζημιών το προηγούμενο διάστημα, αντιμετωπίζει έντονο ανταγωνισμό από μεγάλους παίκτες όπως η Nike και η Adidas, αλλά και από νεότερες εταιρείες όπως η On Holding. Η μάχη για μερίδιο αγοράς στις πωλήσεις αθλητικών ειδών παραμένει ιδιαίτερα σκληρή, παρά τη μεγάλη αναγνωρισιμότητα της μάρκας.
Η Puma παραμένει επίσης σημαντικός προμηθευτής της Sports Direct, η οποία αποτελεί τον βασικό πυλώνα κερδοφορίας για τη Frasers. Η στρατηγική συμμετοχή της βρετανικής εταιρείας μπορεί να ενισχύσει περαιτέρω αυτή τη συνεργασία, δημιουργώντας νέες ευκαιρίες για προώθηση προϊόντων.
Το χαρτοφυλάκιο της Frasers
Η Frasers έχει ήδη επενδύσεις σε αρκετούς μεγάλους λιανοπωλητές, όπως οι Debenhams, ASOS και AO World, δείχνοντας την προτίμησή της σε εταιρείες λιανικής με δυναμική παρουσία στην αγορά. Η Puma προστίθεται σε αυτή τη στρατηγική, ενισχύοντας την παρουσία της Frasers στον χώρο των αθλητικών ειδών.
Η νέα συμμετοχή έρχεται λίγο μετά την κίνηση της κινεζικής Anta Sports, ιδιοκτήτριας της Fila, η οποία συμφώνησε να αποκτήσει το 29% της Puma από τον μέτοχο Artemis για 1,5 δισ. ευρώ. Η Anta είχε ήδη προαναγγείλει πως θα ζητήσει θέση στο διοικητικό συμβούλιο της Puma, θέτοντας τις βάσεις για μεγαλύτερο έλεγχο στη γερμανική εταιρεία.
Η ταυτόχρονη παρουσία Frasers και Anta υποδηλώνει ότι η Puma μπαίνει σε περίοδο στρατηγικών αλλαγών και διεθνούς αναδιάρθρωσης μετόχων, ανοίγοντας νέες προοπτικές αλλά και προκλήσεις για το μέλλον της μάρκας.
































