Η απόφαση της καναδικής DBRS Morningstar να διατηρήσει αμετάβλητη την αξιολόγηση της Ελλάδας στη βαθμίδα BBB με σταθερό outlook δεν εκπλήσσει τους παροικούντες την Ιερουσαλήμ. Ήταν μια μάλλον το αναμενόμενη κίνηση σε μια περίοδο όπου η ελληνική οικονομία εμφανίζει ξεκάθαρη πρόοδο στα δημοσιονομικά της μεγέθη, αλλά το διεθνές περιβάλλον γίνεται όλο και πιο αβέβαιο.
Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή
Βέβαια, οι οίκοι αξιολόγησης, σε περιόδους γεωπολιτικής αναταραχής, σπάνια παίρνουν το ρίσκο μιας αναβάθμισης. Και το 2026 ξεκινά με έναν τεράστιο «άγνωστο Χ»: τον πολεμική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Η έκβαση και – κυρίως – η διάρκεια αυτής της κρίσης μπορεί να επηρεάσει τις διεθνείς αγορές ενέργειας, το κόστος των μεταφορών και τελικά την πορεία των ευρωπαϊκών οικονομιών, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν έχει θεραπεύσει τις βαθύτερες αδυναμίες της οικονομίας της.
Η ελληνική οικονομία έχει αδιαμφισβήτητα διανύσει μεγάλη απόσταση τα τελευταία χρόνια. Η σταθερή μείωση του δημόσιου χρέους, τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και η ανάκαμψη του τραπεζικού συστήματος αποτελούν βασικούς πυλώνες που στηρίζουν την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας. Ωστόσο, το ερώτημα δεν είναι μόνο αν η Ελλάδα έχει βελτιώσει τα δημοσιονομικά της μεγέθη. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν έχει θεραπεύσει τις βαθύτερες αδυναμίες της οικονομίας της.
Παρά την πρόοδο, οι πληγές της ανταγωνιστικότητας δεν έχουν ακόμη επουλωθεί. Η παραγωγικότητα παραμένει χαμηλότερη σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ το παραγωγικό μοντέλο εξακολουθεί να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε υπηρεσίες, κατανάλωση και τουρισμό. Το χρόνιο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών υπενθυμίζει στα ότι η οικονομία εξακολουθεί να εισάγει περισσότερα από όσα παράγει.
Η αξιολόγηση της DBRS δεν είναι απλώς μια πιστοποίηση σταθερότητας. Είναι και μια υπενθύμιση: η Ελλάδα έχει κερδίσει χρόνο.
Υπό αυτό το πρίσμα, η επόμενη φάση της οικονομικής σύγκλισης με την Ευρώπη δεν θα κριθεί μόνο από τη δημοσιονομική πειθαρχία. Θα κριθεί κυρίως από την ικανότητα της χώρας να αλλάξει το παραγωγικό της μοντέλο. Η υιοθέτηση νέων τεχνολογιών – και ιδιαίτερα της τεχνητής νοημοσύνης – αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο στοίχημα της επόμενης δεκαετίας. Αν η ελληνική οικονομία δεν καταφέρει να ενσωματώσει την τεχνολογική μετάβαση στην παραγωγή και στις επιχειρήσεις της, το χάσμα με τις πιο προηγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες θα παραμείνει.
Σε τελική ανάλυση, η αξιολόγηση της DBRS δεν είναι απλώς μια πιστοποίηση σταθερότητας. Είναι και μια υπενθύμιση: η Ελλάδα έχει κερδίσει χρόνο. Το ερώτημα είναι αν θα τον αξιοποιήσει. Και σε έναν κόσμο που κλυδωνίζεται από γεωπολιτικές κρίσεις, ο χρόνος αυτός δεν είναι απεριόριστος.










![Ακίνητα: Ποιοι ξένοι αγοράζουν διαμερίσματα στην Ελλάδα [πίνακες]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/12/akinita1-e1727899707686-1024x684-1-1-1-300x300.jpg)
















![Ακίνητα: Ποιοι ξένοι αγοράζουν διαμερίσματα στην Ελλάδα [πίνακες]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/12/akinita1-e1727899707686-1024x684-1-1-1.jpg)







