Τα γεγονότα των τελευταίων ημερών συνιστούν μια νέα περίοδο σοβαρής κλιμάκωσης των γεωπολιτικών εντάσεων, σαφώς ευρύτερης εμβέλειας από εκείνη που βιώσαμε το προηγούμενο καλοκαίρι, αν και μικρότερης έντασης σε σύγκριση με προηγούμενες αναταράξεις, όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία.
Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις αναμένεται – σύμφωνα με τις περισσότερες εκτιμήσεις – να έχουν μεγαλύτερη χρονική διάρκεια σε σχέση με την κλιμάκωση του περασμένου Ιουνίου, καθώς το διακύβευμα αφορά πλέον τη μόνιμη αποδυνάμωση της στρατιωτικής ισχύος του Ιράν. Οι τιμές ενέργειας επανέρχονται στο επίκεντρο, καθώς οι αγορές σταθμίζουν τη διευρυμένη κλίμακα των επιχειρήσεων και τις πρόσθετες απειλές για την ενεργειακή εφοδιαστική αλυσίδα. Η πιθανότητα Ιράν να χρησιμοποιήσει με αποσπασματικό και απρόβλεπτο τρόπο το εναπομείναν οπλοστάσιό του, συνιστά τη βασικότερη πηγή κινδύνου.
Σε αυτό το σενάριο, οι επιπτώσεις θα μεγεθύνονταν ειδικά εάν το Ιράν κατόρθωνε να διακόψει για σημαντικό διάστημα τη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ ή/και να προκαλέσει σημαντικά πλήγματα σε ενεργειακές υποδομές κορυφαίων εξαγωγικών χωρών πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ηδη λάβαμε μια πρόγευση των πιθανών συνεπειών μέσω της έντονης νευρικότητας που καταγράφηκε στις αγορές τις προηγούμενες ημέρες.
Σε κάθε περίπτωση, η χώρα μας παραμένει περισσότερο ευάλωτη σε δυσμενείς εξελίξεις στο ενεργειακό πεδίο και στην περιφερειακή εφοδιαστική αλυσίδα, δεδομένης της αδράνειας του εγχώριου πληθωρισμού και των συνεχιζόμενων πιέσεων κόστους στις ενεργοβόρες βιομηχανίες, ακόμη και σε περιβάλλον χαμηλών τιμών ορυκτών καυσίμων.
Υπό ένα σενάριο κατά το οποίο οι πιέσεις στις τιμές ενέργειας διατηρούνταν τις προσεχείς εβδομάδες στα επίπεδα που παρατηρήθηκαν τις προηγούμενες ημέρες, ο εγχώριος πληθωρισμός θα μπορούσε να επιταχυνθεί κατά σχεδόν μία ποσοστιαία μονάδα τον Μάρτιο και ενδεχομένως και τον Απρίλιο.
Οι αναταράξεις εκδηλώνονται επίσης σε μια περίοδο κατά την οποία οι χρηματιστηριακές αποτιμήσεις – ιδίως στον τεχνολογικό τομέα των ΗΠΑ – τελούν υπό αυξημένη παρακολούθηση, ενισχύοντας την πιθανότητα ανόδου της διεθνούς χρηματοοικονομικής μεταβλητότητας. Ο παράγοντας αυτός ενδέχεται να συνεκτιμηθεί και στο επιχειρησιακό πεδίο από τις ΗΠΑ, οι οποίες πιθανόν να μην επιθυμούν δυσανάλογη αποσταθεροποίηση της επενδυτικής ψυχολογίας μέσω παρατεταμένων επιχειρήσεων.
Στο βασικό σενάριο, όπου οι αναταράξεις διαρκούν λίγες εβδομάδες και επιτυγχάνεται μια μορφή εκεχειρίας, οι επιδράσεις στην ελληνική οικονομία εκτιμάται ότι θα είναι περιορισμένες – αν και η χρονική σύμπτωση με την Πασχαλινή περίοδο θα μπορούσε να επιβαρύνει προσωρινά τόσο το καταναλωτικό κλίμα όσο και την έναρξη της τουριστικής σεζόν.
Υπάρχουν πολλοί λόγοι συγκρατημένης αισιοδοξίας, δεδομένης της προσαρμοστικότητας και των αντοχών που έχουν επιδείξει τόσο η ελληνική όσο και η διεθνής οικονομία απέναντι σε διαδοχικές κρίσεις τα τελευταία έτη. Ωστόσο, η παγίωση ενός περιβάλλοντος μόνιμης γεωπολιτικής αστάθειας συνεπάγεται συσσώρευση κινδύνων και κόπωσης τόσο για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά όσο και για τις αγορές. Επιπλέον, θα ήταν σημαντικό να μη χρειαστεί να αναλωθούν πολύτιμοι δημοσιονομικοί πόροι, ούτε να αποσπαστεί η προσοχή από την τελική φάση αξιοποίησης του ΤΑΑ, για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων μιας νέας εξωγενούς κρίσης.
Ο κ. Νίκος Σ. Μαγγίνας είναι επικεφαλής οικονομολόγος της Εθνικής Τράπεζας
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ (ΟΤ) – ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ







































