Οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ) έχουν ολοένα και αυξανόμενη σημασία για την οικονομία και το περιβάλλον. Στην Ελλάδα αποτελούν το 99% του συνόλου των επιχειρηματικών οντοτήτων, ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο ευθύνονται για το 40%-45% των εκπομπών ρύπων και της κατανάλωσης ενέργειας. Η διττή αυτή σημασία καθιστά τις ΜμΕ κρίσιμο παράγοντα τόσο για την οικονομική ανάπτυξη όσο και για τη διαχείριση της κλιματικής πρόκλησης.
Με αφετηρία αυτή τη διαπίστωση, η νέα έρευνα που υλοποιήθηκε στο πλαίσιο του έργου « Έρευνα και εκτίμηση της ανθεκτικότητας των Ελληνικών Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων (ΜμΕ) απέναντι στην Κλιματική Αλλαγή» του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, με χρηματοδότηση από το Πράσινο Ταμείο, μελέτησε την ανθεκτικότητα 163 ελληνικών ΜμΕ απέναντι σε κλιματικές διαταραχές.
Οι επιχειρήσεις προέρχονται από ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων — μεταποίηση, εμπόριο, μεταφορές, τουρισμό, τεχνολογία — και τα ευρήματα σκιαγραφούν μια επιχειρηματική κοινότητα που έχει αρχίσει να λαμβάνει σοβαρά υπόψη τους κλιματικούς κινδύνους, αλλά βρίσκεται ακόμη σε μεταβατικό στάδιο ως προς την οργανωμένη προσαρμογή.
Συνειδητοποίηση χωρίς συντονισμένη δράση
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι το 80% των επιχειρήσεων έχει εντοπίσει τους κλιματικούς κινδύνους που τις απειλούν. Ωστόσο, μόλις το 36% διαθέτει δομημένο και γραπτό σχέδιο δράσης για την αντιμετώπιση ακραίων καιρικών φαινομένων.
Η απόσταση ανάμεσα στην αναγνώριση του κινδύνου και στη συστηματική στρατηγική αντιμετώπισή του είναι εμφανής. Στην πράξη, πολλές ΜμΕ εξακολουθούν να βασίζονται σε αποσπασματικές ή εκ των υστέρων αντιδράσεις, αντί να διαθέτουν τυποποιημένα πρωτόκολλα επιχειρησιακής συνέχειας (business continuity) και σαφείς διαδικασίες διαχείρισης κρίσεων. Η πρόοδος στην επίγνωση δεν έχει ακόμη μεταφραστεί πλήρως σε οργανωτική ετοιμότητα.
Ασφάλιση και διαχείριση πόρων
Η εικόνα είναι πιο θετική στο πεδίο της οικονομικής διαχείρισης κινδύνου. Πάνω από το 70% των επιχειρήσεων διαθέτει ασφαλιστική κάλυψη για κλιματικές διαταραχές, ενώ το 53% διατηρεί ρευστά αποθέματα επαρκή για να καλύψουν τουλάχιστον τρεις μήνες λειτουργίας
Ωστόσο, η φυσική ετοιμότητα παραμένει περιορισμένη. Μόνο οι μισές επιχειρήσεις διατηρούν εφόδια και αποθέματα έκτακτης ανάγκης, ενώ το 36% εμφανίζει χαμηλή δέσμευση για επενδύσεις σε μέτρα φυσικής προστασίας από κλιματικούς κινδύνους
Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι οι ελληνικές ΜμΕ δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στη διαχείριση των οικονομικών συνεπειών των κλιματικών διαταραχών —μέσω ασφάλισης και ρευστότητας— παρά στην πρόληψη και τον περιορισμό της ζημιάς. Η επιλογή αυτή ενδέχεται να αυξάνει τη μακροπρόθεσμη ευαλωτότητα.
Οι ΜμΕ είναι μόνες στις κρίσεις
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το αποτέλεσμα ότι περίπου μία στις τρεις επιχειρήσεις δεν έχει ορίσει υπεύθυνο για την παρακολούθηση κλιματικών κινδύνων. Σε περιπτώσεις όπως μια καταιγίδα ή μια πυρκαγιά, η έλλειψη συγκεκριμένων μηχανισμών έγκαιρης προειδοποίησης και σαφούς κατανομής αρμοδιοτήτων περιορίζει την αποτελεσματικότητα της αντίδρασης.
Παράλληλα, ενώ το 49% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι διατηρεί ισχυρές σχέσεις με πελάτες, προμηθευτές και συνεργάτες, περισσότερες από τις μισές επιχειρήσεις (52%) δεν έχουν ουσιαστική επαφή με τις αρχές πολιτικής προστασίας και τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης.
Η περιορισμένη αυτή διασύνδεση με θεσμικούς φορείς υπογραμμίζει την ανάγκη για πιο προδραστική συνεργασία μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιων αρχών, ως βασική προϋπόθεση για την πρόληψη και αποτελεσματική διαχείριση κλιματικών καταστροφών.
Οι ΜμΕ μαθαίνουν χωρίς να προσαρμόζονται συλλογικά
Το ένα τρίτο των επιχειρήσεων αναζητά ενεργά πληροφορίες για την κλιματική αλλαγή και ανανεώνει τις πρακτικές του με βάση νέες γνώσεις. Ωστόσο, περισσότερες από τις μισές επιχειρήσεις (55%) δεν συμμετέχει σε συλλογικά δίκτυα μάθησης, και μόλις μία στις πέντε επιχειρήσεις μοιράζεται συστηματικά εμπειρίες με άλλες του κλάδου.
Το αποτέλεσμα είναι μια κατακερματισμένη διαδικασία προσαρμογής, όπου κάθε επιχείρηση μαθαίνει κυρίως μόνη της για την κλιματική αλλαγή. Η έλλειψη συστηματικής ανταλλαγής εμπειριών αυξάνει τον κίνδυνο επανάληψης λαθών και επιβραδύνει τη συνολική ενίσχυση της κλιματικής ανθεκτικότητας.
Τι οδηγεί τελικά στην ανθεκτικότητα;
Η έρευνα δείχνει ότι η κλιματική ανθεκτικότητα δεν διαμορφώνεται πρωτίστως από τα χαρακτηριστικά του εξωτερικού επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Αντίθετα, επηρεάζεται σημαντικά από τις εσωτερικές δυναμικές ικανότητες (dynamic capabilities) των επιχειρήσεων.
Οι επιχειρήσεις που μπορούν να ανιχνεύουν έγκαιρα απειλές και ευκαιρίες, να ανταποκρίνονται γρήγορα και να αναδιαμορφώνουν τους πόρους και τις διαδικασίες τους, εμφανίζουν υψηλότερα επίπεδα ανθεκτικότητας. Με άλλα λόγια, η προσαρμοστικότητα είναι πρωτίστως ζήτημα διοικητικής ικανότητας.
Το κόστος της αδράνειας
Οι επενδύσεις στην κλιματική ανθεκτικότητα ενδέχεται να μην αποφέρουν άμεσα και μετρήσιμα βραχυπρόθεσμα οικονομικά οφέλη. Ωστόσο, το κόστος της μη επένδυσης αποδεικνύεται δυσανάλογα υψηλό όταν εκδηλώνονται κλιματικές διαταραχές, οι οποίες πλέον αποτελούν συχνό και όχι εξαιρετικό φαινόμενο για τις ελληνικές επιχειρήσεις.
Το πραγματικό δίλημμα, επομένως, δεν είναι αν οι ΜμΕ πρέπει να επενδύσουν στην ανθεκτικότητα, αλλά αν θα επενδύσουν σήμερα ή θα επωμιστούν πολλαπλάσιο κόστος στο μέλλον. Οι επιχειρήσεις που θα διατηρήσουν την ανταγωνιστικότητά τους δεν θα είναι εκείνες που απλώς αναγνωρίζουν τον κίνδυνο, αλλά εκείνες που τον έχουν ήδη ενσωματώσει στη στρατηγική και στη λειτουργία τους.
Απόστολος Τσατσούλης, Υπ. Διδάκτωρ, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Ιωάννης Θάνος, Αναπληρωτής Καθηγητής, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Ηλίας Καπουτσής, Αναπληρωτής Καθηγητής, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Σταύρος Βουρλούμης, Διδάκτωρ, Οικονομικό πανεπιστήμιο Αθηνών












![Golden Visa: Ισραηλινοί, Τούρκοι και Ιρανοί αγοράζουν… Ελλάδα [πίνακες]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/02/ot_akinhta_goldenVisa-1024x600-1.jpg)

























