Καμπανάκι για το ευρωπαϊκό ρύζι, κρούουν οι ευρωπαίοι παραγωγοί και η εφοδιαστική αλυσίδα της Ευρώπης, καθώς όπως προειδοποιούν η καλλιέργεια έχει εισέλθει σε κρίση και η αγορά σε αβεβαιότητα.
Η αυξανόμενη πίεση που ασκείται στην ευρωπαϊκή ρυζοκαλλιέργεια, όπως αναφέρουν οι ευρωπαίοι αγρότες και η βιομηχανία, οφείλεται στην αύξηση του κόστους παραγωγής, στις αυστηρές κανονιστικές απαιτήσεις και στη σημαντική αύξηση των εισαγωγών στην αγορά της ΕΕ.
Στην τελευταία εκστρατεία, οι εισαγωγές ρυζιού στην Ευρωπαϊκή Ένωση έφτασαν περίπου τα 1,7 εκατομμύρια τόνους
Χαρακτηριστικό είναι ότι στην τελευταία εκστρατεία, οι εισαγωγές ρυζιού στην Ευρωπαϊκή Ένωση έφτασαν περίπου τα 1,7 εκατομμύρια τόνους. Ένα σημαντικό μέρος αυτών των εισαγωγών εισέρχεται στην αγορά της ΕΕ με μειωμένους ή μηδενικούς δασμούς στο πλαίσιο των υφιστάμενων εμπορικών συμφωνιών.
Ταυτόχρονα, οι ευρωπαίοι παραγωγοί αντιμετωπίζουν υψηλότερο κόστος εισροών και πρέπει να συμμορφώνονται με ορισμένα από τα πιο απαιτητικά περιβαλλοντικά και παραγωγικά πρότυπα στον κόσμο. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί αυξανόμενη αβεβαιότητα για τους παραγωγούς και τους μεταποιητές σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό τομέα του ρυζιού.
Την ίδια στιγμή, οι τιμές αγοράς του ακατέργαστου ρυζιού έχουν υποστεί σημαντική πίεση τους τελευταίους μήνες. Ως απάντηση, ορισμένοι παραγωγοί μετατοπίζουν την παραγωγή τους προς τις ποικιλίες Japonica. Ωστόσο, εάν αυτή η τάση συνεχιστεί, θα μπορούσε να οδηγήσει σε υπερπροσφορά και σε αυτό το τμήμα της αγοράς, αποδυναμώνοντας περαιτέρω τη σταθερότητα των τιμών σε ολόκληρο τον τομέα.
Η παραγωγή ρυζιού στην Ευρώπη διαδραματίζει σημαντικό ρόλο όχι μόνο για τον εφοδιασμό με τρόφιμα, αλλά και για τις αγροτικές οικονομίες, την απασχόληση και τη διαχείριση του περιβάλλοντος σε συγκεκριμένες περιοχές.
Αλλαγή πλεύσης για το ευρωπαϊκό ρύζι
Σε αυτό το πλαίσιο, οι ευρωπαϊκές οργανώσεις αγροτών και αγροτικών συνεταιρισμών Copa-Cogeca, η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Ρυζοαλευροβιομηχάνων (FERM) και η Ιταλική Εθνική Αρχή Ρυζιού (ENTE NAZIONALE RISI) με κοινή τους δήλωση, ζητούν την επανεξέταση των υφιστάμενων μέσων πολιτικής, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι θα σταθεροποιηθεί η αγορά.
Συγκεκριμένα, οι ενδιαφερόμενοι φορείς επισημαίνουν την ανάγκη επανεκτίμησης της λειτουργίας του αυτόματου μηχανισμού διασφάλισης που συνδέεται με το καθεστώς GSP/EBA, με όρια ενεργοποίησης που αντανακλούν καλύτερα τις πραγματικές συνθήκες της αγοράς και επιτρέπουν την έγκαιρη ανάληψη δράσης όταν οι απότομες αυξήσεις των εισαγωγών διαταράσσουν την αγορά.
Επιπλέον, ο τομέας υπογραμμίζει τη σημασία της αναθεώρησης των δασμών, ώστε να ευθυγραμμιστούν με τις πραγματικές συνθήκες της αγοράς. Είναι απαραίτητο να διασφαλιστεί ότι οι δασμολογικές δομές παραμένουν ευθυγραμμισμένες με τις πραγματικές συνθήκες της αγοράς, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη μέτρα που διασφαλίζουν την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής μεταποιητικής βιομηχανίας και προστατεύουν την προστιθέμενη αξία που δημιουργείται στην αλυσίδα τροφίμων της ΕΕ.
Σε γενικές γραμμές, ο τομέας του ρυζιού υπογραμμίζει την ανάγκη ενίσχυσης της στήριξης της ευρωπαϊκής παραγωγής στην εσωτερική αγορά, συμπεριλαμβανομένων στοχευμένων προσπαθειών προώθησης και επαρκών χρηματοδοτικών πόρων. Δεδομένης της οικονομικής, περιβαλλοντικής και εδαφικής σημασίας του, το ρύζι θα πρέπει να αναγνωριστεί ως ευαίσθητο προϊόν στο πλαίσιο των γεωργικών και εμπορικών πολιτικών της ΕΕ.
Οι εισαγωγές
Τέλος, ο τομέας τονίζει τη σημασία της ενίσχυσης της αρχής της αμοιβαιότητας στο διεθνές εμπόριο. Οι εισαγωγές στην αγορά της ΕΕ πρέπει να συμμορφώνονται με πρότυπα ισοδύναμα με αυτά που απαιτούνται από τους ευρωπαίους παραγωγούς, ιδίως όσον αφορά την προστασία του περιβάλλοντος, την ασφάλεια των τροφίμων και τις συνθήκες εργασίας. Η ενίσχυση των συνοριακών ελέγχων και η εξασφάλιση της συνεπούς εφαρμογής αυτών των προτύπων θα συμβάλουν σε έναν πιο δίκαιο ανταγωνισμό.
«Η Ευρώπη πρέπει να κάνει μια σαφή επιλογή: να προστατεύσει την επισιτιστική της κυριαρχία και να υποστηρίξει στρατηγικούς γεωργικούς τομείς όπως ο ρύζι, ή να διακινδυνεύσει να αυξήσει την εξάρτησή της από τις διεθνείς αγορές. Δεν υπάρχει χρόνος: είτε θα δράσουμε τώρα, είτε η ιστορία του ευρωπαϊκού ρυζιού θα εξαφανιστεί από την ύπαιθρο μας!», επισημαίνεται.
Ο Σύνδεσμος Ορυζόμυλων Ελλάδος
«Η παραγωγή ρυζιού αποτελεί στρατηγικό αγροδιατροφικό τομέα για πολλές περιοχές της Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, όπου χιλιάδες αγροτικές οικογένειες και επιχειρήσεις εξαρτώνται από τη βιωσιμότητά του. Οι Ευρωπαίοι παραγωγοί και μεταποιητές λειτουργούν υπό ιδιαίτερα αυστηρά ποιοτικά, περιβαλλοντικά και κοινωνικά πρότυπα, τα οποία αυξάνουν σημαντικά το κόστος παραγωγής», αναφέρει σε δήλωσή της η πρόεδρος του Σύνδεσμου Ορυζόμυλων Ελλάδος Γεωργία Κωστηνάκη, σημειώνοντας ότι «την ίδια στιγμή, μεγάλες ποσότητες ρυζιού εισάγονται στην ευρωπαϊκή αγορά από τρίτες χώρες με πολύ χαμηλότερο κόστος παραγωγής, χωρίς να υπόκεινται στις ίδιες υποχρεώσεις και χωρίς δασμούς. Αυτό δημιουργεί έναν ξεκάθαρα άνισο ανταγωνισμό και απειλεί τη βιωσιμότητα της ευρωπαϊκής αλυσίδας αξίας του ρυζιού».
«Δεν είναι τυχαίο ότι το παρόν δελτίο τύπου ετοιμάστηκε και συνυπογράφεται από το σύνολο της ευρωπαϊκής αλυσίδας αξίας του ρυζιού — παραγωγούς και μεταποιητές — από όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που παράγουν ρύζι. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης και την κοινή ανησυχία σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Παράλληλα, ετοιμάζεται ένα κοινό μανιφέστο που θα συνυπογραφεί από όλους τους εκπροσώπους της ευρωπαϊκής αλυσίδας ρυζιού και θα αποσταλεί στους ευρωβουλευτές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να αναδειχθεί η ανάγκη άμεσης πολιτικής δράσης», τονίζει, προσθέτοντας ότι «σε αυτό το πλαίσιο, είναι απαραίτητη η επανεξέταση του μηχανισμού αυτόματης προστασίας (automatic safeguard) για το ρύζι που συμφωνήθηκε τον περασμένο Ιανουάριο. Ο συγκεκριμένος μηχανισμός αποδεικνύεται στην πράξη ανεπαρκής και χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα για την προστασία της ευρωπαϊκής παραγωγής».






































