«Eάν ο πόλεμος κρατήσει δύο με τρεις μήνες θα δούμε προβλήματα και στις εξαγωγές». Αυτό δήλωσε ο πρόεδρος του ΣΕΒΕ, Σίμος Διαμαντίδης, ο οποίος αναφέρθηκε και στις ανατιμήσεις που αναμένονται λόγω της εκτίναξης της τιμής του πετρελαίου.
«Η άνοδος του πετρελαίου επηρεάζει το κόστος παραγωγής», πρόσθεσε ο πρόεδρος του ΣΕΒΕ, ενώ αναφέρθηκε και στην πιθανή άνοδο του πληθωρισμού, ως συνέπεια της αύξησης των τιμών στις διεθνείς αγορές.
Ο κ. Διαμαντίδης επανέλαβε την εκτίμησή του ότι το καθοριστικό σημείο είναι η διάρκεια του πολέμου στη Μέση Ανατολή: «Εάν ο πόλεμος κρατήσει 2-3 μήνες τα πράγματα μπορεί να γίνουν ανεξέλεγκτα» είπε ενώ εστίασε στο πώς θα επηρεάσει την ελληνική οικονομία.
«Κλειδί» ο τουρισμός
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι ζητούμενο είναι να μην επηρεαστεί ο τουρισμός. «Εάν συμβεί αυτό θα έχουμε προβλήματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών», πρόσθεσε ο κ. Διαμαντίδης, διευκρινίζοντας ότι αυτό θα σημάνει προβλήματα τόσο στο ΑΕΠ της χώρας όσο και στο δανεισμό.
Ο ίδιος εστίασε ότι θα πρέπει να εστιάσουμε στο γεγονός ότι η Ελλάδα είναι μια ασφαλής χώρα.
Δεν υπάρχει πρόβλημα ακόμη με τις εξαγωγές
Όσον αφορά τις εξαγωγές προϊόντων τόνισε ότι μέχρι στιγμής δεν καταγράφεται κάποιο πρόβλημα. «Ήδη οι εταιρείες στοχεύουν στις αγορές της Mercosur γιατί εκεί δεν έχουν πόλεμο», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Οι ελληνικές εξαγωγές στην περιοχή
Υπενθυμίζεται ότι τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025 δείχνουν ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις διατηρούν ισχυρή παρουσία σε αρκετές από αυτές τις αγορές.
Ο σημαντικότερος προορισμός ελληνικών εξαγωγών στην περιοχή παραμένει ο Λίβανος, ο οποίος καταλαμβάνει τη 14η θέση μεταξύ των συνολικών εξαγωγικών αγορών της Ελλάδας.
Στη δεύτερη θέση μεταξύ των χωρών της Μέσης Ανατολής βρίσκεται το Ισραήλ, ενώ στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς κόμβους της περιοχής, οι ελληνικές εξαγωγές διαμορφώθηκαν στα 351,8 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας μικρή πτώση 4,5% το 2025.
Πιο έντονη είναι η υποχώρηση που σημειώνεται στη Σαουδική Αραβία, όπου οι ελληνικές εξαγωγές περιορίστηκαν στα 291,1 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας μείωση 30,5% σε σχέση με το 2024.
Μικρότερες αλλά σταθερές εμπορικές ροές καταγράφονται προς άλλες χώρες του Κόλπου.





































