Με τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στη βενζίνη να φτάνει περίπου τα 0,70 ευρώ ανά λίτρο, διπλάσιος από το ευρωπαϊκό ελάχιστο και τον ΦΠΑ στο 24%, κάθε αύξηση της διεθνούς τιμής στα καύσιμα μετατρέπεται άμεσα σε επιπλέον βάρος στον οικογενειακό ταμείο. Στις διαβουλεύσεις που εξελίσσονται στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής των αρχηγών κρατών της Ε.Ε, αξιωματούχοι αναγνωρίζουν ότι χώρες όπως η Ελλάδα, με υψηλή έμμεση φορολογία στην ενέργεια, μετακυλίουν ταχύτερα το κόστος στην τελική τιμή, ενισχύοντας τις πληθωριστικές πιέσεις στην πραγματική οικονομία.
Η επιβάρυνση έχει ακόμα ισχυρότερο αποτύπωμα λόγω του χαμηλότερου εισοδηματικού επιπέδου. Με το κατά κεφαλήν ΑΕΠ να παραμένει περίπου στο 65%–70% του μέσου όρου της Ευρωζώνης, η ίδια αύξηση στις τιμές καυσίμων αφαιρεί αναλογικά μεγαλύτερο μέρος από τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Σύμφωνα με ευρωπαϊκά στοιχεία, τα ελληνικά νοικοκυριά δαπανούν υψηλότερο ποσοστό του εισοδήματός τους για ενέργεια και τρόφιμα, επιταχύνοντας τη μετάδοση της ακρίβειας στο σύνολο της κατανάλωσης. Στελέχη του οικονομικού επιτελείου παραδέχονται ότι η πίεση «περνά μέσα σε εβδομάδες από τα καύσιμα στις μεταφορές και στα βασικά αγαθά», δημιουργώντας συνθήκες νέου κύκλου ακρίβειας σε μια οικονομία όπου η κατανάλωση καλύπτει περίπου το 70% του ΑΕΠ.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι μετά από χρόνια πληθωρισμού, τα νοικοκυριά έχουν ήδη επωμιστεί μεγάλο μέρος της αύξησης του κόστους ζωής. Παράγοντες της αγοράς καταγράφουν ήδη μικρότερα καλάθια και μετατόπιση σε φθηνότερα προϊόντα, ενώ επιχειρήσεις προετοιμάζονται για νέο γύρο ανατιμήσεων. Η ενεργειακή κρίση λειτουργεί πλέον ως περιοριστικός παράγοντας στην κατανάλωση.
Η τιμή στην αντλία, το πρώτο σοκ
Στα πρατήρια καυσίμων, η αλλαγή είναι ήδη ορατή. Παράγοντες της αγοράς καυσίμων σημειώνουν ότι οι αυξήσεις περνούν «σχεδόν σε πραγματικό χρόνο», καθώς το ύψος της φορολογίας δεν αφήνει περιθώρια απορρόφησης.
«Ο καταναλωτής πληρώνει όχι μόνο την άνοδο της διεθνούς τιμής, αλλά και την αύξηση του ΦΠΑ πάνω σε αυτή», εξηγεί στέλεχος του κλάδου. Αυτό δημιουργεί μια άμεση πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα, ιδιαίτερα για νοικοκυριά που εξαρτώνται από την καθημερινή χρήση αυτοκινήτου. Στην περιφέρεια η επίπτωση είναι ακόμη πιο έντονη, με το κόστος των καυσίμων να είναι βασικός επιβαρυντικός παράγοντας για τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Η αύξηση δεν σταματά όμως στην αντλία, καθώς σε λίγες εβδομάδες αναμένεται να δούμε τις πιέσεις να περνούν στην εφοδιαστική αλυσίδα. Μεταφορικές εταιρείες έχουν ήδη αρχίσει να αναπροσαρμόζουν τιμολόγια, ενώ επιχειρήσεις logistics προειδοποιούν για νέες αυξήσεις κόστους. «Οι ανατιμήσεις στα καύσιμα μεταφέρονται απευθείας στα κόστη διανομής», σημειώνει στέλεχος του κλάδου.
Στο λιανεμπόριο τροφίμων, οι πρώτες πιέσεις έχουν αρχίσει να εμφανίζονται. Προμηθευτές ενημερώνουν για αυξήσεις τιμών σε βασικά προϊόντα, ενώ αλυσίδες εξετάζουν τον τρόπο και το χρόνο μετακύλισης αυτών των αυξήσεων. «Δεν υπάρχει τρόπος να μην περάσει στο ράφι», σημειώνει στέλεχος μεγάλης αλυσίδας. «Το ζήτημα είναι πόσο γρήγορα και σε ποιο βαθμό».
Η κατανάλωση αλλάζει χαρακτήρα
Η εικόνα στην αγορά δείχνει σαφή μεταβολή. Επιχειρήσεις λιανεμπορίου αναφέρουν ότι ήδη εντοπίζουν μικρότερα καλάθια, επιστροφή σε περισσότερες αγορές βασικών προϊόντων και λιγότερες «παρορμητικές» δαπάνες, «Ο πελάτης κάνει υπολογισμό πριν φτάσει στο ταμείο», έλεγε χαρακτηριστικά στέλεχος αλυσίδας σούπερ μάρκετ. Αυτή η αλλαγή οδηγεί τα προϊόντα χαμηλότερης αξίας να αυξάνουν το μερίδιό τους, ενώ οι επιχειρήσεις βλέπουν τα περιθώρια να συρρικνώνονται.
Το δεύτερο επίπεδο πίεσης εμφανίζεται στις επιχειρήσεις. Το ενεργειακό κόστος, τα μεταφορικά και οι πρώτες ύλες δημιουργούν ένα νέο περιβάλλον λειτουργίας. Επιχειρήσεις εστίασης και λιανεμπορίου αναφέρουν αυξήσεις λειτουργικού κόστους που σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπερνούν το 10% μέσα σε λίγους μήνες. Το όμως πρόβλημα δεν είναι μόνο το ύψος των αυξήσεων, αλλά η ταχύτητά τους. Επιχειρηματίες από τον κλάδο της εστίασης αναφέρουν και πάλι οτι δεν μπορούν να προσαρμόσουν τις τιμές με τον ίδιο ρυθμό που αυξάνεται το κόστος. Αυτό οδηγεί σε συμπίεση περιθωρίων του κέρδους, αλλά και σε πίεση ρευστότητας.
Το cash flow γίνεται το βασικό πρόβλημα
Τραπεζικά στελέχη παρακολουθούν ήδη την εξέλιξη των χαρτοφυλακίων μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Όπως σημειώνουν, η πίεση εμφανίζεται πρώτα στο cash flow, με τις επιχειρήσεις ήδη να πληρώνουν ακριβότερα τις προμήθειες, ενώ αντιμετωπίζουν αυξημένα λειτουργικά έξοδα και δυσκολεύονται να μετακυλήσουν το κόστος
Αυτό μεταφράζεται σε πιο συντηρητική συμπεριφορά που οδηγεί τις επιχειρήσεις σε περιορισμό των δαπανών, καθυστέρηση πληρωμών και αναβολή επενδύσεων.
Στο κυβερνητικό επίπεδο, η συζήτηση επικεντρώνεται στο πώς μπορεί να απορροφηθεί μέρος του κόστους. Ωστόσο, τα περιθώρια είναι περιορισμένα. Κυβερνητικές πηγές επισημαίνουν ότι η μείωση των φόρων στα καύσιμα δεν αποτελεί άμεση επιλογή, καθώς θα δημιουργούσε σημαντικό δημοσιονομικό κενό. Η Αθήνα επιδιώκει λύση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, μέσω μιας «ρήτρας διαφυγής» που θα επιτρέψει παρεμβάσεις χωρίς να επηρεαστούν οι δημοσιονομικοί στόχοι.
Ωστόσο, σύμφωνα με ευρωπαϊκές πηγές, δεν υπάρχει ακόμη συναίνεση. Οι χώρες του Βορρά εμφανίζονται επιφυλακτικές, ενώ η Επιτροπή εξετάζει πιο περιορισμένες επιλογές.






































