Το παιχνίδι χοντραίνει στη Μέση Ανατολή, γίνεται όμως και πιο πολύπλοκο. Διότι ακόμα και αν καταρρεύσει το θεοκρατικό ιρανικό καθεστώς, η κατάρρευση αυτή, όσο απαραίτητη και αν είναι, ποιο κόστος θα έχει για την παγκόσμια οικονομία αφ’ ενός και ποιες οι επιπτώσεις για τις ισορροπίες στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής αφ’ ετέρου.
Χτυπώντας το Asaluyeh και το κοίτασμα φυσικού αερίου South Pars, το Ισραήλ έχει περάσει ένα κατώφλι: ο πόλεμος στοχεύει τώρα τη ζωτικής σημασίας ενεργειακή υποδομή του Ιράν, προκαλώντας καταστροφικά αντίποινα στις χώρες του Κόλπου.
Μια υποτιθέμενη κλιμάκωση, με σκοπό να διατηρήσει το πάνω χέρι απέναντι σε ένα καθεστώς που είναι πιο ανθεκτικό από το αναμενόμενο τι μπορεί να σημαίνει για τον κλονισμό του παγκόσμιου ενεργειακού ισοζυγίου. «Δεν μπορείς να πετύχεις στρατηγικά αποτελέσματα χωρίς να πληρώσεις ένα τίμημα», λέει ο πρώην επικεφαλής του ισραηλινού επιτελείου και σημαντική πολιτική προσωπικότητα Μπένι Γκαντς.
Αυτή η επιλογή, που επικυρώθηκε στα παρασκήνια από την Ουάσιγκτον σύμφωνα με πολλές συγκλίνουσες πηγές, μεταφέρει ένα κεντρικό μήνυμα: ούτε το Ισραήλ ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες σκοπεύουν να ενδώσουν στον ιρανικό εκβιασμό στα στενά του Ορμούζ, που έχει μπλοκαριστεί από την Τεχεράνη.
Αντίθετα, σκοπεύουν να επιβάλουν το δικό τους ρυθμό και να διατηρήσουν την πρωτοβουλία της κλιμάκωσης. Αλλά ήδη, τα ιρανικά αντίποινα στην πιο σημαντική τοποθεσία φυσικού αερίου στο Κατάρ (και στον κόσμο) δείχνουν ότι η Τεχεράνη σκοπεύει να ξεπεράσει τους εχθρούς της στην κλιμάκωση.
«Το Ιράν απέδειξε για άλλη μια φορά ότι δεν θα διστάσει να εντείνει τα αντίποινα του χωρίς να υποχωρήσει στο θέμα των Στενών του Ορμούζ», σημειώνει ο Dennis Citrinowicz, πρώην αξιωματικός των ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών που είναι τώρα ερευνητής για το Ιράν στο INSS.
Το κοίτασμα South Pars, που μοιράζεται με το Κατάρ, είναι το ενεργειακό κόσμημα του Ιράν. Μακράν το μεγαλύτερο στον κόσμο, συγκεντρώνει το 80% των αποθεμάτων φυσικού αερίου του Ιράν. Τροφοδοτεί την ηλεκτρική ενέργεια, τη βιομηχανία και την οικιακή κατανάλωση.
Χτυπώντας το, το Ισραήλ δεν στοχεύει πλέον μόνο στρατιωτικές δυνατότητες, αλλά την ίδια τη ραχοκοκαλιά της οικονομικής λειτουργίας του καθεστώτος. Το στρατηγικό άλμα είναι σαφές: από τις στοχευμένες αποθήκες καυσίμων στις αρχές Μαρτίου -σε μια λογική τακτικής αναστάτωσης- τα αεροπλάνα της χτυπούν τώρα τη δομική πηγή του ενεργειακού συστήματος.
Η σύγκρουση έχει ήδη οδηγήσει στο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, από τα οποία διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας προμήθειας πετρελαίου και φυσικού αερίου. Μόλις οι ενεργειακές εγκαταστάσεις του Ιράν και του Κόλπου γίνουν στόχος, η σύγκρουση δεν απειλεί πλέον μόνο τις ενεργειακές οδούς αλλά την καρδιά του συστήματος.
Η μετατόπιση είναι επίσης αμερικανική. Αφού αρχικά επιβράδυνε τις δράσεις στις ενεργειακές υποδομές, ο Λευκός Οίκος, σύμφωνα με διάφορες πηγές, έδωσε το πράσινο φως.
Ο Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται τώρα να αναλαμβάνει την ευθύνη για την αστάθεια που δημιουργεί ο πόλεμος στις παγκόσμιες αγορές, καθώς οι τιμές του φυσικού αερίου αυξήθηκαν κατά 35% στις 20 τρεχ. Ο επικεφαλής του Λευκού Οίκου δήλωσε δημόσια ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «δεν γνωρίζουν τίποτα» για αυτή την επίθεση.
Αυτή η άρνηση διαψεύστηκε από αρκετές αμερικανικές και ισραηλινές πηγές, που αναφέρθηκαν στον Τύπο. Σύμφωνα με το αμερικανικό μέσο ενημέρωσης Axios, ο Πρόεδρος Τραμπ υπαναχώρησε δημοσίως για να καλμάρει τους συμμάχους του στον Κόλπο, που επηρεάζονται από τα ιρανικά αντίποινα.
Σύμφωνα με πηγές μας από την ισραηλινή πλευρά, ο Ντόναλντ Τραμπ ποντάρει στην αποτελεσματικότητα του ισραηλινού στρατού. Συγκεκριμένα στο ενεργειακό πεδίο το Ισραήλ έπεισε την Ουάσιγκτον να προχωρήσει σε ενεργεικά κτυπήματα παρά τους περιφερειακούς οικονομικούς κινδύνους.
Ο Νετανιάχου και οι περί αυτόν ποντάρουν σε ένα σοκ αρκετά γρήγορο ώστε να παραμείνει πολιτικά βιώσιμο και σε ένα σωρευτικό αποτέλεσμα που ενδέχεται να κλονίσει την ιρανική ισχύ. Γιατί η λογική είναι δεδομένη. Σύμφωνα με έναν Ισραηλινό αξιωματικό, τα χτυπήματα στο Assaiouyeh είναι «ένα στάδιο του πολέμου», με σκοπό να αυξηθεί η πίεση στην πιο ευαίσθητη στιγμή, ενόψει του Νορούζ, της ιρανικής Πρωτοχρονιάς.
«Οι επόμενες ημέρες θα είναι καθοριστικές», δήλωσε ο Ισραηλινός υπουργός Άμυνας Israel Katz. «Ο στόχος είναι να αποκοπεί μια σημαντική πηγή εισοδήματος για τους Φρουρούς της Επανάστασης», συνέχισε ο αξιωματικός του ισραηλινού στρατού { IDF}. Ένας αγώνας ενάντια στο χρόνο βρίσκεται σε εξέλιξη.
Το Ισραήλ και οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να ωθήσουν το Ιράν σε οριακό σημείο πριν εξαντληθεί η κοινή γνώμη τους – και αυτή του Κόλπου. Τα συστήματα αναχαίτισης εξακολουθούν να προστατεύουν τους Αμερικανούς συμμάχους, αλλά οι πύραυλοι έχουν μεγάλη ζήτηση και τα αποθέματά τους δεν είναι άπειρα.
«Θα ακολουθήσουν διακοπές ρεύματος και φυσικού αερίου. Το καθεστώς πιθανότατα θα μειώσει την προσφορά (…), η οποία θα αποτελέσει πηγή συνεχούς πίεσης (…). Αυτό θα φέρει την εξέγερση πιο κοντά», δήλωσε ανώτερος αξιωματικός του IDF στον ισραηλινό Τύπο. «Το χτύπημα του φυσικού αερίου και του ηλεκτρικού ρεύματος είχε προγραμματιστεί εκ των προτέρων (…). Μπορούμε να υποσχεθούμε περισσότερες εκπλήξεις στον τομέα της ενέργειας.
Η τελευταία λέξη δεν έχει ειπωθεί ακόμα», προσθέτει ένας άλλος. Ο στόχος είναι σαφής: να μετατραπεί μια στρατιωτική εκστρατεία σε εσωτερική πολιτική κρίση, ρίχνοντας το κόστος απευθείας στον πληθυσμό, προκειμένου να δημιουργηθούν οι συνθήκες για μια λαϊκή κινητοποίηση ενάντια στο καθεστώς.
Τις τελευταίες τρεις εβδομάδες, το Ισραήλ ακολουθεί μια στρατηγική αποκεφαλισμού, η οποία ξεκίνησε στα πρώτα τριάντα δευτερόλεπτα με τη δολοφονία του Ανώτατου Ηγέτη Αλί Χαμενεΐ και η οποία συνεχίζεται, με πιο πρόσφατη την εξάλειψη του Αλί Λαριτζανί, που θεωρείται ο πραγματικός ηγέτης της χώρας, ή του Εσμαΐλ Χατίμπ, Υπουργού Πληροφοριών.
Την ίδια στιγμή, ισραηλινά αεροπλάνα χτυπούν συνεχώς τις υποδομές της αστυνομίας και της πολιτοφυλακής Basij, που είναι υπεύθυνη για την καταστολή, προκειμένου να χαλαρώσουν τη θηλιά στους αντιπάλους.
Ωστόσο, αν ορισμένοι Ισραηλινοί στρατιωτικοί αξιωματούχοι είναι απαισιόδοξοι, προκαλώντας εύκολα στον ισραηλινό Τύπο «ορατά ρήγματα».
Κατά την εκτιμησή τους, είναι σαφές ότι το ιρανικό καθεστώς κρατάει. . «Στρατιωτικά,αντέχει Πολιτικά, εξακολουθεί να είναι δύσκολο να εκτιμηθεί ο μακροπρόθεσμος αντίκτυπος», αναγνωρίζει ο Γκαντς. «Το καθεστώς είναι αποδυναμωμένο: στρατιωτικά, οικονομικά και έναντι του ίδιου του πληθυσμού του. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε αλλαγή, αλλά όχι απαραίτητα με τη μορφή άμεσης κατάρρευσης», προσθέτει ο Sima Shine, πρώην αξιωματούχος της Μοσάντ που είναι τώρα επικεφαλής ιρανικών σπουδών στο Ινστιτούτο Μελετών Ασφάλειας του Ισραήλ (INSS).
Και λόγω μακρόχρονης εμπειρίας αποφεύγει τις θριαμβολογίες, τύπου Ντόναλντ Τραμπ.
«Τα θεμελιώδη ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα: ποιος είναι ο απώτερος στόχος;» ρωτά ο ερευνητής Dennis Citrinowicz. «Δεδομένου ότι το σύστημα δεν έπεσε από την αρχή, η συνολική στρατηγική δεν είναι πλέον σαφώς καθορισμένη. Η σύγκρουση μετατρέπεται σε πόλεμο φθοράς, χωρίς σαφή σημάδια κατάρρευσης του ιρανικού καθεστώτος», καταλήγει.
Και από την άποψη αυτή, αν η πολεμική επιχείρηση Νετανιάχου-Τραμπ δεν έχει τα αποτελέσματα που την υπαγόρευσαν, η γεωπολιτική πραγματικότητα θα αποκτήσει μία ρευστότητα διόλου ευνοϊκή για την παγκόσμια οικονομική τάξη.








































