Κατώτατος μισθός: Οι εργοδότες ζητούν μέτρα αντιστάθμισης της αύξησης

Ο κατώτατος μισθός επιφέρει νέα επιβάρυνση στις επιχειρήσεις, επισημαίνουν οι εκπρόσωποι των εργοδοτών - Τι ζητούν

Κατώτατος μισθός: Οι εργοδότες ζητούν μέτρα αντιστάθμισης της αύξησης

«Ναι μεν αλλά» από τους εργοδότες για την αύξηση του κατώτατου μισθού που ανακοίνωσε η κυβέρνηση, από τα 880 στα 920 ευρώ τον μήνα. Κοινός τόπος στις ανακοινώσεις των φορέων είναι ότι η ενίσχυση του εισοδήματος των εργαζομένων δεν μπορεί παρά να κινείται στη σωστή κατεύθυνση, ωστόσο αποτελεί μια επιπλέον επιβάρυνση για τις επιχειρήσεις, ιδίως τις μικρότερες, σε μια περίοδο κατά την οποία αντιμετωπίζουν ήδη συσσωρευμένες δυσβάσταχτες υποχρεώσεις.

Σε αυτό το πλαίσιο κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου ώστε η αύξηση των μισθών να μην υπονομεύσει περαιτέρω την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων.  Προς τούτο, ζητούν αντισταθμιστικά μέτρα για την επιβάρυνση που θα επιφέρει στους ισολογισμούς τους, καθώς υπολογίζεται ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού προσθέτει ετησίως πάνω από μισό δισ. ευρώ στη μισθοδοσία του ιδιωτικού τομέα. Μεταξύ άλλων, ζητούν μέτρα όπως μείωση του μη μισθολογικού κόστους, ελαφρύνσεις φορολογικών και ασφαλιστικών βαρών.

Οπως επισημαίνει χαρακτηριστικά ο Βασίλης Κορκίδης, πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς (ΕΒΕΠ), «η αύξηση του κατώτατου μισθού στην Ελλάδα δεν είναι απλώς “λίγα ευρώ παραπάνω”. Έχει πολλαπλές θετικές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις που επηρεάζουν εργαζόμενους, επιχειρήσεις και, συνολικά, την οικονομία. Στην πράξη σημαίνει άμεση αύξηση του καθαρού εισοδήματος για πάνω από 575.000 εργαζόμενους ή το 23% των απασχολούμενων στον ιδιωτικό τομέα που αμείβονται με κατώτατο μισθό. Σημαίνει περισσότερα “χρήματα στην τσέπη” και ενίσχυση των όρων της αγοραστικής δύναμης PPS, ιδίως στα χαμηλά εισοδήματα, σε συνδυασμό και με τη μειωμένη φορολογία».

Ο ίδιος τονίζει ότι συμπαρασύρει όλο το μισθολογικό σύστημα και την αγορά μισθών, αφού η αύξηση δεν μένει μόνο στον κατώτατο, αλλά ανεβάζει όλους τους μισθούς που επηρεάζονται από τριετίες, επιδόματα και υπερωρίες.

Η αύξηση των 22 επιδομάτων και, κυρίως, των βασικών, που αφορούν στους περισσότερους εργαζόμενους, όπως άδειας, γάμου, μητρότητας, κοινωνικών παροχών, καθώς ανεργίας και προγραμμάτων της ΔΥΠΑ, υπολογίζονται με βάση τον κατώτατο μισθό, εξηγεί. Παράλληλα, έχει έμμεσο αντίκτυπο και στο Δημόσιο, όπου ο κατώτατος λειτουργεί ως βάση για τον εισαγωγικό μισθό. Εκτιμάται ότι περίπου 600.000 δημόσιοι υπάλληλοι θα δουν μηνιαία αύξηση, με διαφοροποιήσεις ανάλογα με τα μισθολογικά κλιμάκια.

«Ωστόσο», υπογραμμίζει ο κ. Κορκίδης, «χρειάζεται ισορροπία για να μη χαθεί η ανταγωνιστικότητα». Σε αυτή την κατεύθυνση, σημειώνει ότι «οι προτάσεις των κοινωνικών εταίρων πρέπει να κινούνται με γνώμονα το κόστος εργασίας για τις επιχειρήσεις και, ιδιαίτερα, τις μικρές, καθώς και τους κλάδους χαμηλής παραγωγικότητας προς αποφυγή των αρνητικών επιπτώσεων από την αύξηση του “μοναδιαίου κόστους εργασίας” και των πληθωριστικών πιέσεων. Ο στρατηγικός στόχος της διετίας 2026-2027, παρά τις αντίξοες συνθήκες που αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική επιχειρηματικότητα, είναι η σταδιακή σύγκλιση με τα ευρωπαϊκά επίπεδα.

Σύμφωνα με το ΕΒΕΠ, η αύξηση του κατώτατου μισθού προσθέτει ετησίως πάνω από μισό δισ. ευρώ στη μισθοδοσία του ιδιωτικού τομέα. Επισημαίνεται, μάλιστα, ότι, από την 1η Απριλίου 2026, που θα τεθεί σε ισχύ ο νέος αυξημένος κατώτατος μισθός των 920 ευρώ, η αύξηση του 4,5% θα φανεί πρώτα στο Δώρο Πάσχα, το οποίο θα πρέπει να αναπροσαρμοσθεί και να καταβληθεί έως τη Μεγάλη Τετάρτη, 8 Απριλίου.

Ο Βασίλης Κορκίδης, τονίζει πως ουσιαστικά, παρά το μεγαλύτερο κόστος για τις επιχειρήσεις, η αύξηση του κατώτατου μισθού σημαίνει μεγαλύτερο διαθέσιμο εισόδημα για εργαζόμενους, μείωση των ανισοτήτων αμοιβών, τόνωση της κατανάλωσης, στήριξη της ανάπτυξης και συνολικά της οικονομίας.

Στο διά ταύτα «η αύξηση του κατώτατου μισθού σημαίνει άμεσα, περισσότερα χρήματα από τις επιχειρήσεις στους εργαζομένους τους και έμμεσα, σημαίνει “αυτοχρηματοδότηση” της αγοράς», καταλήγει.

ΕΕΑ: Σωστή η αύξηση, αλλά να στηριχθεί η επιχειρηματικότητα

Υπέρ της νέας αύξησης του κατώτατου μισθού και κάθε ενίσχυσης του εισοδήματος των εργαζομένων δηλώνει ο πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, Γιάννης Χατζηθεοδοσίου. Κάνει λόγο για «σωστή κίνηση από την πλευρά της κυβέρνησης καθώς για να μπορέσουν οι πολίτες να ανταπεξέλθουν στις αυξημένες υποχρεώσεις τους αλλά και για να κινηθεί η αγορά, απαιτείται να έχουν διαθέσιμο εισόδημα. Στόχος πρέπει να είναι το εισόδημα των Ελλήνων εργαζομένων να προσεγγίζει αυτό των Ευρωπαίων. Οι εργαζόμενοι είναι και καταναλωτές, κάτι που δεν πρέπει να ξεχνάμε».

Ομως, προσθέτει, την ίδια στιγμή αυτή η αύξηση αποτελεί «μια εξέλιξη που επιβαρύνει εκ νέου τις επιχειρήσεις». Υπό αυτό το πρίσμα «πρέπει να προστεθούν μέτρα για την τόνωση της επιχειρηματικότητας -κυρίως της μεσαίας- έτσι ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν και οι επιχειρήσεις στη νέα πραγματικότητα», τονίζει ο ίδιος.

Οπως αναφέρει χαρακτηριστικά, «όταν παραμένουν υποχρεώσεις όπως η προκαταβολή φόρου, το τέλος επιτηδεύματος, το υψηλό μη μισθολογικό κόστος, οι συνεχείς αυξήσεις στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου, τα ακριβά ενοίκια, χρειάζεται ένα αντιστάθμισμα για να συνεχίσουν απρόσκοπτα τη λειτουργία τους οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις της χώρας. Δεν είναι δυνατόν να υπάρχει συνεχής επιβάρυνση των μικρομεσαίων, ειδικά σε μία χρονική στιγμή που οι οικονομικές συνέπειες του πολέμου στη Μέση Ανατολή πλήττουν βάναυσα το εισόδημα των νοικοκυριών και μειώνουν την κατανάλωση».

Προσθέτει ότι «θέλω να πιστεύω ότι η κυβέρνηση έχει υπολογίσει αυτόν τον παράγοντα και αναμένω να ληφθούν στοχευμένα μέτρα για την ενίσχυση του επιχειρείν και τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων»

Τέλος, σημειώνει πως η όποια μεταβολή στον κατώτατο μισθό και γενικά στις αποδοχές των εργαζομένων θα πρέπει να είναι αποτέλεσμα του διαλόγου μεταξύ των εργοδοτικών οργανώσεων και των συνδικαλιστικών εκπροσώπων, χωρίς να εμπλέκεται η κυβέρνηση. «Έχουμε αποδείξει και στο παρελθόν ότι με καλή θέληση μπορεί να βρεθεί κοινός τόπος, χωρίς ενδιάμεσους», καταλήγει.

ΕΣΕΕ: Οι επιχειρήσεις χρειάζονται αντιστάθμιση

Στο ίδιο πνεύμα και ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ, Σταύρος Καφούνης, επισημαίνει στο πρώτο σχόλιό του μετά τις κυβερνητικές ανακοινώσεις ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού κινείται στη σωστή κατεύθυνση. «Ομως», προσθέτει με έμφαση,  «χρειάζονται ρυθμίσεις για μείωση του μη μισθολογικού κόστους των επιχειρήσεων υπό την παρούσα δύσκολη συγκυρία».

Συγκεκριμένα, όπως δήλωσε ο κ. Καφούνης, «η κυβερνητική απόφαση για αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ κινείται στη σωστή κατεύθυνση, καθώς καλύπτει πραγματικές ανάγκες των εργαζομένων και μέρος της αναμένεται να κατευθυνθεί στην εγχώρια κατανάλωση. Για την αντιστάθμιση όμως της νέας επιβάρυνσης σε μία δύσκολη όπως εξελίσσεται χρονιά, οι επιχειρήσεις αναμένουν ρυθμίσεις για περαιτέρω μείωση του μη μισθολογικού κόστους, ελαφρύνσεις φορολογικών και ασφαλιστικών βαρών αλλά και αποσύνδεση του εμπορίου, του πλέον διασυνδεδεμένου με τη φορολογική διοίκηση κλάδου, από τον τεκμαρτό τρόπο φορολόγησης.».

Κλείνοντας, τόνισε: «Στόχος της ΕΣΕΕ και σταθερή επιδίωξη του εμπορικού κόσμου είναι ένα πλαίσιο αναπτυξιακών κινήτρων για μια ισχυρή, παραγωγική οικονομία που θα μπορεί να αμείβει σωστά τους εργαζόμενους της και να δημιουργεί νέες ποιοτικές θέσεις εργασίας».

ΒΕΑ: «Ναι» στην αύξηση εισοδήματος, αλλά ταυτόχρονη στήριξη στις ΜμΕ

Υπέρ της νέας αύξησης του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ από την 1η Απριλίου τάσσεται και το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας, καθώς ενισχύει το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων και στηρίζει την αγοραστική δύναμη, σε μια περίοδο έντονων πληθωριστικών πιέσεων.

«Η ενίσχυση των κατώτερων αποδοχών, αποτελεί μια αναγκαία παρέμβαση για εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους, οι οποίοι εξακολουθούν να δοκιμάζονται από τη συνεχιζόμενη αύξηση του κόστους ζωής, την ενεργειακή επιβάρυνση και το νέο κύμα ανατιμήσεων, που προκαλεί η γεωπολιτική αστάθεια και ο πόλεμος που βρίσκεται σε εξέλιξη», αναφέρεται στην ανακοίνωση του ΒΕΑ.

«Ωστόσο», επισημαίνει, «για ακόμη μία φορά, η προσαρμογή αυτή στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στις επιχειρήσεις, χωρίς να έχουν υλοποιηθεί στον ίδιο βαθμό τα αναγκαία μέτρα στήριξης που θα εξισορροπήσουν το αυξημένο μισθολογικό κόστος».

Οπως εξηγεί, «οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, καλούνται να απορροφήσουν μια νέα αύξηση δαπανών σε ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από διαρκή άνοδο του ενεργειακού κόστους, ακριβότερες πρώτες ύλες και περιορισμένη κατανάλωση. Η συσσώρευση αυτών των πιέσεων δημιουργεί ασφυκτικές συνθήκες για τη βιωσιμότητά τους, ιδίως για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας.

»Παράλληλα, η υψηλή φορολογική επιβάρυνση και το αυξημένο μη μισθολογικό κόστος εξακολουθούν να λειτουργούν ως «τροχοπέδη» για την ανάπτυξη και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Σημαντικό ποσοστό επιχειρήσεων, εξακολουθεί να δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, ενώ η νέα αύξηση του κατώτατου μισθού εντείνει περαιτέρω τις πιέσεις.

»Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι οι διεθνείς εξελίξεις ενισχύουν το κύμα ακρίβειας, περιορίζοντας το πραγματικό όφελος για τους εργαζόμενους και ταυτόχρονα διογκώνοντας το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων».

Ισορροπία μεταξύ κοινωνικής πολιτικής και οικονομικής βιωσιμότητας

Με αυτά τα δεδομένα, το ΒΕΑ υπογραμμίζει ότι «η ενίσχυση των εισοδημάτων θα πρέπει να συνοδεύεται από ουσιαστικά και άμεσα μέτρα στήριξης της επιχειρηματικότητας, ώστε να διασφαλιστεί η ισορροπία μεταξύ κοινωνικής πολιτικής και οικονομικής βιωσιμότητας».

Σε αυτό το πλαίσιο, ζητά «επίσπευση της μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών, η οποία δεν μπορεί να μετατίθεται για το 2027, αλλά πρέπει να εφαρμοστεί άμεσα, προκειμένου να αντισταθμιστεί το αυξημένο μισθολογικό κόστος και να ενισχυθεί η απασχόληση».

Ακόμη, κάνει λόγο για ανάγκη στοχευμένων παρεμβάσεων, όπως η μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης, η επανεξέταση του τεκμαρτού εισοδήματος, η μείωση του ενεργειακού κόστους και η ενεργοποίηση νέας ρύθμισης οφειλών σε έως 120 δόσεις, ώστε να δοθεί πραγματική «ανάσα» στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Όπως επισημαίνει ο Πρόεδρος του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθήνας, Κωνσταντίνος Δαμίγος, «Η αύξηση του κατώτατου μισθού, κινείται στη σωστή κατεύθυνση για την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, όμως δεν μπορεί να είναι μονομερής. Χωρίς άμεση μείωση του μη μισθολογικού κόστους και ουσιαστική στήριξη των επιχειρήσεων, ο κίνδυνος να περιοριστεί η απασχόληση και να ενταθούν οι πιέσεις στην αγορά, είναι υπαρκτός».

Το ΒΕΑ καταλήγει ότι «η τρέχουσα συγκυρία, με τη διεθνή αβεβαιότητα να εντείνεται και την ακρίβεια να παραμένει, επιβάλλει άμεσες και συντονισμένες παρεμβάσεις, ώστε η αύξηση των μισθών να μεταφραστεί σε πραγματική ενίσχυση της οικονομίας και όχι σε περαιτέρω επιβάρυνση της παραγωγικής βάσης της χώρας».

ΓΣΕΒΕΕ: Να λαμβάνονται υπόψη και οι αντοχές των μικρών επιχειρήσεων

Θετικό και αναγκαίο μέτρο, χαρακτηρίζει η ΓΣΕΒΕΕ την αύξηση του κατώτατου μισθού, καθώς όπως αναφέρει στο σχόλιό της, «η ενίσχυση των αποδοχών των μισθωτών αποτελεί ζητούμενο για την κοινωνία και την οικονομία, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος διαβίωσης εξακολουθεί να ασκεί σημαντικές πιέσεις στα νοικοκυριά».

Οπως και οι άλλοι φορείς των εργοδοτών, προσθέτει ότι «ωστόσο, η διαμόρφωση του κατώτατου μισθού οφείλει να λαμβάνει υπόψη τόσο τις ανάγκες των εργαζομένων όσο και τις αντοχές των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας».

«Στο σημερινό περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων, καθίσταται αναγκαία η λήψη επαρκών μέτρων στήριξης της οικονομίας και της κοινωνίας. Χωρίς τέτοιες παρεμβάσεις, υπάρχει ορατός κίνδυνος οι αυξήσεις στους μισθούς να εξανεμιστούν από τις πληθωριστικές πιέσεις, ενώ παράλληλα οι επιχειρήσεις να βρεθούν αντιμέτωπες με περαιτέρω αύξηση του λειτουργικού τους κόστους», τονίζεται στην ανακοίνωση της ΓΣΕΒΕΕ.

Σε αυτό το πλαίσιο, χαρακτηρίζει αναγκαία «τη μείωση των φορολογικών και άλλων βαρών, την κατάργηση της τεκμαρτής φορολόγησης, αλλά και όποιων κεφαλικών φόρων είναι σε ισχύ, τον αποτελεσματικός έλεγχος των τιμών, αλλά και ουσιαστικές παρεμβάσεις για την συγκράτηση των τιμών καυσίμων και ενέργειας».

Παράλληλα, η ΓΣΕΒΕΕ επαναλαμβάνει τη σταθερή της θέση ότι ο καθορισμός του κατώτατου μισθού θα πρέπει να επανέλθει στο πεδίο της ελεύθερης συλλογικής διαπραγμάτευσης, μέσω της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας. «Η ενίσχυση του ρόλου των κοινωνικών εταίρων στη διαδικασία αυτή αποτελεί κρίσιμο στοιχείο επαναφοράς στην θεσμική κανονικότητα», καταλήγει.

OT Originals
Περισσότερα από Εργασιακά – Ασφαλιστικά

ot.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθυντής Σύνταξης: Χρήστος Κολώνας

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ΟΝΕ DIGITAL SERVICES MONOΠΡΟΣΩΠΗ ΑΕ

Μέτοχος: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 801010853, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: ot@alteregomedia.org, Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

Μέλος

ened
ΜΗΤ

Aριθμός Πιστοποίησης
Μ.Η.Τ.232433

Απόρρητο