Η ανασφάλεια, η αβεβαιότητα και η ανησυχία που προκαλεί η σύρραξη στη Μέση Ανατολή αναμφίβολα ρίχνουν βαριά τη σκιά τους σε αγορά και καταναλωτές που παρακολουθούν μουδιασμένοι τις εξελίξεις, δεδομένου ότι δεν μπορεί να προβλεφθεί το εύρος των επιπτώσεων καθώς η σταθερή κατακλείδα όλων – και ο κρισιμότερος παράγοντας – είναι ότι όλα θα εξαρτηθούν από τη διάρκεια της κρίσης. Ακόμη και σε ένα σενάριο άμεσης λήξης του πολέμου θα πάρει χρόνο για να αποκατασταθεί μία κάποια κανονικότητα.
‘Οσο παρατείνεται η σύρραξη, τόσο έρχεται κι αλλάζει η ψυχολογία όλων των εμπλεκομένων στην αγορά. Όπως χαρακτηριστικά είχε πει πρόσφατα ο Γεώργιος Μπάλτας, καθηγητής Τμήματος Μάρκετινγκ & Επικοινωνίας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, ο ρόλος του ψυχολογικού παράγοντα «είναι στην πράξη περισσότερο πρωταγωνιστικός από όσο συνήθως νομίζουμε» και «προκαλεί διάφορες παρενέργειες».
Μπορεί για παράδειγμα να οδηγήσει τους καταναλωτές σε μία περισσότερο επιφυλακτική συμπεριφορά που αποσκοπεί στην προστασία των διαθέσιμων πόρων και στη μείωση των δαπανών σε μία προσπάθεια διατήρησης ενός κάποιου ελέγχου.
Ούτως ή άλλως και πριν την έναρξη του πολέμου μία τέτοια πτυχή είχε «φωτισθεί». Ενεργειακό κόστος, ενοίκια και ακρίβεια ήρθαν να ψαλιδίσουν την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών με ένα περίπου 60% να δηλώνει σταθερά ότι μετά βίας τα βγάζει πέρα, να είναι τα πιο απαισιόδοξα στην Ευρώπη και να περικόπτουν απ’ όπου μπορούν δαπάνες με πρώτες αυτές που αφορούν ψυχαγωγία – διασκέδαση, αλλά και ένδυση υπόδηση.
Στη μεν εστίαση, όπου το κόστος έχει αυξηθεί κατά 40% την τελευταία διετία και οι αυξήσεις που προχώρησαν οι επαγγελματίες να ανέρχονται σε 15%, η μείωση του τζίρου για το πρώτο εξάμηνο του 2025 ανήλθε σε 6,5%, με τις εκτιμήσεις να μιλούν ότι η τάση αγγίζει και το 2026.
Στο δε λιανικό εμπόριο, με εξίσου υψηλές επιβαρύνσεις κόστους, καμία από τις παραδοσιακές περίοδοι «τόνωσης» του τζίρου (π.χ. εκπτώσεις και γιορτές) δεν κινήθηκε σύμφωνα με τις προσδοκίες να ισοφαριστεί κάπως η κατάσταση.
Κοινό χαρακτηριστικό και των δύο τομέων είναι ότι οι επιχειρήσεις που «φιλοξενούν» είναι στην πλειονότητά τους οικογενειακές και μικρομεσαίες, με περιορισμένα περιθώρια αντίδρασης σε σχέση με τους μεγάλους του κλάδου.
Οι φορείς της αγοράς ζητούσαν επιμόνως τη λήψη μέτρων για να μετριαστούν οι επιπτώσεις. Ματαίως…
Και μετά ήρθε ο πόλεμος…Kαι ήδη έχει αρχίσει να σφίγγει ασφυκτικά ο «ενεργειακός κλοιός» – σε πρώτη φάση – νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Η αγορά ζητά επιτακτικά μέτρα ενίσχυσης ειδικά της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας και κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για επιτάχυνση των διαδικασιών συγκέντρωσης της και ενίσχυσης της θέσης των ισχυροτέρων παικτών.
Μένει να φανεί τι θα βγει (και πότε) για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (κι όχι μόνο) από το καπέλο του μάγου. Για τα νοικοκυριά πάντως αυτό που επεφύλασσε ήταν «ασπιρίνες»…




































