Αντιμέτωπες με αυξανόμενους φόβους μετάδοσης από τις αναταράξεις στην αγορά της ιδιωτικής πίστης βρίσκονται οι αμερικανικές τράπεζες. Ακόμη κι αν αποδειχθούν σχετικά θωρακισμένες απέναντι σε ένα ακραίο σενάριο απωλειών, διατρέχουν τον κίνδυνο να χάσουν σημαντικές επιχειρηματικές ευκαιρίες μέσα σε αυτό το περιβάλλον αβεβαιότητας.
Καθώς πλησιάζει η περίοδος ανακοίνωσης αποτελεσμάτων, οι επενδυτές εξετάζουν ενδελεχώς την έκθεση των τραπεζών σε μη τραπεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (NDFI), και ιδιαίτερα σε ιδιωτικά πιστωτικά κεφάλαια που έχουν εντείνει τη δραστηριότητα εξαγορών. Στο μικροσκόπιο βρίσκονται και δάνεια προς εταιρείες λογισμικού, οι οποίες θεωρούνται ευάλωτες σε ανατροπές λόγω της τεχνητής νοημοσύνης, τονίζει η Wall Street Journal.
Η ανησυχία αυτή αποτυπώνεται και στην πορεία των τραπεζικών μετοχών, οι οποίες υποαποδίδουν σε σχέση με την ευρύτερη αγορά. Ο δείκτης KBW Nasdaq Bank Index έχει υποχωρήσει περίπου 6% από την αρχή του έτους, έναντι πτώσης περίπου 4,5% για τον S&P 500.
Τα τελευταία χρόνια, ο τραπεζικός δανεισμός προς μη τραπεζικά ιδρύματα έχει αυξηθεί σημαντικά, φτάνοντας περίπου τα 1,9 τρισ. δολάρια από 1,1 τρισ. πριν από τρία χρόνια, σύμφωνα με την Truist Securities. Πλέον αντιστοιχεί σε περίπου το 14% του συνόλου των τραπεζικών δανείων, βάσει στοιχείων της Ομοσπονδιακής Τράπεζας.
Η εξέλιξη αυτή έχει τραβήξει την προσοχή των ρυθμιστικών αρχών, οι οποίες ανησυχούν ότι ζημίες που προκύπτουν από κινδύνους των μη τραπεζικών ιδρυμάτων —τα οποία αντλούν κεφάλαια κυρίως από θεσμικούς ή εύπορους επενδυτές— θα μπορούσαν να μεταφερθούν στο τραπεζικό σύστημα, που βασίζεται στις καταθέσεις του κοινού.
Στο πλαίσιο αυτό, οι αμερικανικές αρχές απαιτούν πλέον μεγαλύτερη διαφάνεια για τον δανεισμό προς NDFI. Οι επενδυτές μπορούν να εντοπίσουν ποιες τράπεζες έχουν τη μεγαλύτερη έκθεση σε λεγόμενους «μεσαζόντες επιχειρηματικών πιστώσεων», όπως οι εταιρείες ανάπτυξης επιχειρήσεων (BDC), καθώς και σε μια ευρύτερη κατηγορία που περιλαμβάνει ιδιωτικά πιστωτικά κεφάλαια.

Η έκθεση των μεγάλων τραπεζών των ΗΠΑ
Μεταξύ των μεγάλων τραπεζών των ΗΠΑ, η JPMorgan Chase κατέγραψε το υψηλότερο συνολικό επίπεδο δανεισμού προς NDFIs στο τέταρτο τρίμηνο, κοντά στα 240 δισ. δολάρια. Στην υποκατηγορία των BDC, η Wells Fargo προηγείται με περίπου 71 δισ. δολάρια, ενώ η JPMorgan ανέφερε 27 δισ. δολάρια. Συνολικά, η έκθεση των Wells Fargo, Bank of America και JPMorgan σε αυτές τις κατηγορίες ξεπέρασε τα 90 δισ. δολάρια.
Παράλληλα, οι μετοχές και των τριών τραπεζών έχουν υποαποδώσει φέτος, με τη Wells Fargo να καταγράφει πτώση σχεδόν 15%, τη Bank of America περίπου 11% και τη JPMorgan περίπου 9%.
Ωστόσο, τα συνολικά μεγέθη δανεισμού δεν αρκούν για να αποτυπώσουν τον πραγματικό κίνδυνο. Η κατηγορία των «μεσαζόντων επιχειρηματικών πιστώσεων» περιλαμβάνει διαφορετικούς τύπους χρηματοδότησης, από CLOs έως εταιρείες leasing και διαδικτυακούς δανειστές.
Επιπλέον, η δομή των δανείων παρέχει σε πολλές περιπτώσεις προστασία. Τα δάνεια προς BDC συχνά είναι εξασφαλισμένα με τα ίδια τα δάνεια των κεφαλαίων και διαρθρώνονται μέσω ειδικών οχημάτων, με τις τράπεζες να χρηματοδοτούν μόνο μέρος της αξίας των εγγυήσεων. Συχνά διαθέτουν επίσης δικαιώματα έγκρισης και αναπροσαρμογής της αξίας των εξασφαλίσεων, περιορίζοντας τον κίνδυνο σε ακραία σενάρια ταχείας επιδείνωσης.
Ενδεικτικά, η Wells Fargo έχει δηλώσει ότι αξιολογεί ξεχωριστά κάθε ένα από τα χιλιάδες δάνεια που σχετίζονται με ιδιωτικά πιστωτικά κεφάλαια, ενώ και άλλες μεγάλες τράπεζες τονίζουν ότι διατηρούν ισχυρούς μηχανισμούς ελέγχου.

Περιορισμένες επιπτώσεις στα κέρδη
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Evercore ISI, ακόμη και σε ένα αρνητικό σενάριο, οι επιπτώσεις στα κέρδη των τραπεζών των ΗΠΑ θα ήταν σχετικά περιορισμένες — περίπου 2% ετησίως.
Ωστόσο, παραμένουν δυσκολότερα μετρήσιμοι κίνδυνοι, όπως η πιθανότητα διπλής ενεχυρίασης εξασφαλίσεων ή η μετάδοση πιέσεων από πρόσφατες αποτυχίες δανειοληπτών.
Πέρα από τις άμεσες πιστωτικές ζημίες, υπάρχει και μια σημαντική έμμεση απειλή: η επιβράδυνση της δραστηριότητας στην αγορά ιδιωτικής πίστης. Η χρηματοδότηση κεφαλαίων και οι εξαγορές που βασίζονται σε ιδιωτικό χρέος αποτελούν βασική πηγή εσόδων για τις τράπεζες μέσω προμηθειών και συμβουλευτικών υπηρεσιών. Αν τα κεφάλαια περιορίσουν τη δραστηριότητά τους ή αναγκαστούν να πουλήσουν δάνεια με ζημίες, το κόστος δανεισμού θα αυξηθεί και η αγορά θα επιβραδυνθεί.
Στην επερχόμενη περίοδο αποτελεσμάτων, οι τράπεζες αναμένεται να προσπαθήσουν να καθησυχάσουν τους επενδυτές, παρέχοντας περισσότερες λεπτομέρειες για την ποιότητα των χαρτοφυλακίων τους. Ωστόσο, ακόμη και αυξημένη διαφάνεια ίσως δεν αρκεί για να διαλύσει πλήρως τις ανησυχίες.
Τελικά, οι τράπεζες των ΗΠΑ βρίσκονται σε ένα δύσκολο δίλημμα: κινδυνεύουν να επικριθούν είτε επειδή έχουν έκθεση στην ιδιωτική πίστη είτε επειδή δεν συμμετέχουν σε αυτήν.































