Σε μια, μάλλον οδυνηρή, επιβεβαίωση μιας πλευράς της μαρξιστικής κριτικής στον καπιταλισμό, σχετικά με τον ελεύθερο χρόνο και τη διαχείρισή του, σύμφωνα με την οποία, η εργασία, από μέσο δημιουργικής έκφρασης και αυτοπραγμάτωσης, μετατρέπεται σε απλό εργαλείο για τη διατήρηση της φυσικής ύπαρξης, η έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ για τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς αποκαλύπτει, ότι τα φτωχότερα στρώματα του πληθυσμού, δαπανούν σχεδόν μηδενικά ποσά για αναψυχή και πολιτισμό.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τη μέση μηνιαία ισοδύναμη δαπάνη (αγορές, τρέχουσες τιμές) για αγαθά και υπηρεσίες κατά κατηγορία πληθυσμού (φτωχός, μη φτωχός), το 20% του φτωχού πληθυσμού, ξοδεύει για αναψυχή και πολιτισμό το 1%, ή, αλλιώς, 4,28 ευρώ, σε 416,70 ευρώ εισοδήματος.

Αντίστοιχα ο τύπος νοικοκυριού που έχει τη μικρότερη μέση μηνιαία δαπάνη για αναψυχή και πολιτισμό είναι τα νοικοκυριά με παιδιά άνω των 16 ετών, γεγονός που δείχνει, εμμέσως, πλην σαφώς, τον «πνιγμό» των οικογενειακών προϋπολογισμών από κλιμακούμενα έξοδα, όπως, π.χ. τα φροντιστήρια.
Αντίθετα, το μερίδιο της μέσης δαπάνης για είδη διατροφής και στέγαση των νοικοκυριών του φτωχότερου 20% του πληθυσμού ανέρχεται στο 54,4% της συνολικής δαπάνης των νοικοκυριών, ενώ το αντίστοιχο μερίδιο του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού ανέρχεται στο 34,5%.
Σε κάθε περίπτωση, το μεγαλύτερο μερίδιο των δαπανών του μέσου προϋπολογισμού των νοικοκυριών, σε τρέχουσες τιμές, αφορά:
- στα είδη διατροφής και μη οινοπνευματώδη ποτά (20,4%),
- στη στέγαση (14,7%) και
- στις μεταφορές (13,6%), ενώ το μικρότερο μερίδιο των δαπανών (2,0%) καταγράφεται στην ασφάλεια
- και τις οικονομικές υπηρεσίες.
Η αναψυχή και ο πολιτισμός στην παραπάνω μέτρηση καλύπτουν το 4,1%.
Ως φτωχό η ΕΛΣΤΑΤ θεωρεί τον πληθυσμό που έχει δαπάνη ίση ή μικρότερη από το κατώφλι της φτώχειας. Το κατώφλι της φτώχειας υπολογίζεται με τη σχετική έννοια και ορίζεται στο 60% της διάμεσης ισοδύναμης δαπάνης από αγορές του νοικοκυριού.
Τον περασμένο Μάρτιο, η ΕΛΣΤΑΤ ανέφερε, ότι με βάση τα στοιχεία της Έρευνας Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών 2025, o πληθυσμός που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό ανέρχεται στο 27,5% του πληθυσμού της Χώρας (2.797 χιλ. άτομα), παρουσιάζοντας αύξηση κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2024.







































