Ποιοι δανείζουν τη Γαλλία και πόσο διαφέρει το χρέος της από εκείνο της Ελλάδας πριν από τα μνημόνια;
Η μεγάλη παρουσία ξένων επενδυτών, η χρηματοδότηση μέσω ομολόγων και η μέση διάρκεια αποπληρωμής κοντά στα οκτώ χρόνια προσφέρουν ορισμένες ομοιότητες.
Η σύνθεση όμως των πιστωτών, η κλίμακα της αγοράς και οι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί στήριξης αναδεικνύουν τις διαφορές.
Στα τέλη του 2009, το χρέος της ελληνικής Κεντρικής Διοίκησης ανερχόταν σε 298,5 δισ. ευρώ. Τα ομόλογα και οι τιτλοποιήσεις αντιστοιχούσαν σε 272 δισ., οι βραχυπρόθεσμοι τίτλοι σε 10,9 δισ. και τα δάνεια σε 15,6 δισ. Σχεδόν το 95% είχε τη μορφή τίτλων. Τα δάνεια του μηχανισμού στήριξης ήταν ακόμη μηδενικά.
Η Γαλλία στηρίζεται επίσης στην αγορά τίτλων. Στο τέλος Σεπτεμβρίου 2026, το διαπραγματεύσιμο κρατικό χρέος της έφτανε τα 2,896 τρισ. Ευρώ.Τα 2,679 τρισ. σε μεσομακροπρόθεσμους τίτλους και 217,7 δισ. σε βραχυπρόθεσμους. Το μέγεθος της γαλλικής αγοράς αποτελεί, ωστόσο, αυτοτελή διαφορά.
Η ρευστότητά της στηρίζεται σε μεγάλους όγκους συναλλαγών τόσο στους ίδιους τους τίτλους όσο και στις αγορές repos και συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης. Η υποδομή αυτή διευκολύνει τις μεγάλες τοποθετήσεις και τη διαχείριση κινδύνου από θεσμικούς επενδυτές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ποιοι βρίσκονται στην άλλη πλευρά των εκδόσεων. Τον Μάιο του 2010, το ΔΝΤ εκτιμούσε ότι περίπου το 80% του ελληνικού δημόσιου χρέους του 2009 οφειλόταν σε πιστωτές του εξωτερικού. Μελέτη του ΟΟΣΑ, κατέγραφε τότε έκθεση στο ελληνικό κρατικό χρέος 18,7 δισ. ευρώ για τις γερμανικές τράπεζες και 11,6 δισ. για τις γαλλικές. Ακολουθούσαν οι κυπριακές με 4,8 δισ., οι βελγικές με 4,7 δισ., οι βρετανικές με 4,1 δισ. και οι ολλανδικές με 3,2 δισ.
Στο ίδιο δείγμα, οι έξι ελληνικές τράπεζες εμφάνιζαν συνολική έκθεση 56,1 δισ. ευρώ, αντίστοιχη του 226% των βασικών εποπτικών κεφαλαίων τους.
Στη Γαλλία, η κατανομή δημοσιεύεται ανά κατηγορία κατόχων. Στο δεύτερο τρίμηνο του 2026, οι επενδυτές εκτός χώρας κατείχαν το 59,7% των εμπορεύσιμων κρατικών τίτλων. Οι γαλλικές τράπεζες κατείχαν το 10,5%, οι ασφαλιστικές το 9,2%, τα αμοιβαία κεφάλαια το 2% και οι λοιποί εγχώριοι κάτοχοι το 18,7%. Σχετικά κοντά βρίσκονται οι μέσες διάρκειες.
Περίπου 7,9 χρόνια για το ελληνικό χρέος της Κεντρικής Διοίκησης το 2009 και οκτώ χρόνια και 158 ημέρες για το γαλλικό διαπραγματεύσιμο χρέος τον Σεπτέμβριο του 2026.
Η σαφέστερη θεσμική διαφορά βρίσκεται στην ευρωζώνη. Ο μόνιμος Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας άρχισε να λειτουργεί το 2012. Η ΕΚΤ διαθέτει επίσης από το 2022 , εργαλείο αντιμετώπισης αδικαιολόγητων, άτακτων εξελίξεων στις αγορές που απειλούν τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής. Η ενεργοποίησή του υπόκειται σε αξιολόγηση και προϋποθέσεις.
Η εξάρτηση από τις αγορές και τους ξένους επενδυτές αποτελεί το κοινό νήμα. Η πολύ μεγαλύτερη γαλλική αγορά, η σύνθεση των τραπεζικών χαρτοφυλακίων και τα διαθέσιμα εργαλεία παρέμβασης καθορίζουν τις διαφορές.







































