Στις κάλπες προσέρχονται στις 29 Νοεμβρίου οι Ισπανοί, μετά την απόφαση του πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ να προκηρύξει πρόωρες βουλευτικές εκλογές, σε μια περίοδο κατά την οποία η οικονομία της χώρας εμφανίζει ισχυρές επιδόσεις, αλλά η πολιτική αβεβαιότητα δημιουργεί νέα ερωτήματα για τη δημοσιονομική πολιτική.
Το ενδιαφέρον των αγορών επικεντρώνεται στη σύνθεση της επόμενης κυβέρνησης, στη δυνατότητα σχηματισμού σταθερής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και στη συνέχιση της προσπάθειας μείωσης του δημόσιου χρέους.
Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις καταγράφουν προβάδισμα του κεντροδεξιού Λαϊκού Κόμματος (PP) του Αλμπέρτο Νούνιεθ Φεϊχόο έναντι του Σοσιαλιστικού Κόμματος (PSOE) του Σάντσεθ, ενώ ενισχυμένη εμφανίζεται η ακροδεξιά Vox του Σαντιάγο Αμπασκάλ.
Σύμφωνα με τον μέσο όρο των δημοσκοπήσεων, το PP συγκεντρώνει περίπου 31,6%, το PSOE 26,8% και η Vox 18,7%.
Σε επίπεδο κοινοβουλευτικών εδρών, οι ίδιες μετρήσεις δίνουν 135 έδρες στο PP, 106 στους Σοσιαλιστές και 65 στη Vox.
Με δεδομένο ότι για την απόλυτη πλειοψηφία απαιτούνται 176 από τις συνολικά 350 έδρες, η συνεργασία PP και Vox αποτελεί ένα από τα βασικά μετεκλογικά σενάρια που εξετάζονται.
Οι πολιτικές διαπραγματεύσεις, οι όροι μιας ενδεχόμενης συνεργασίας και οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των κομμάτων θα καθορίσουν τη δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης.
Η πρόωρη προσφυγή στις κάλπες ακολουθεί μια παρατεταμένη περίοδο κοινοβουλευτικού κατακερματισμού, κατά την οποία η κυβέρνηση Σάντσεθ δυσκολεύτηκε να εξασφαλίσει την απαραίτητη στήριξη για την ψήφιση προϋπολογισμών και την προώθηση μεταρρυθμίσεων.
Η εξέλιξη έχει ήδη προκαλέσει προβληματισμό στους οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης, οι οποίοι εξετάζουν κατά πόσο η πολιτική αστάθεια μπορεί να επηρεάσει τη δημοσιονομική προσαρμογή.
Κι έτσι, αναγνωρίζεται ότι η Ισπανία εισέρχεται στην εκλογική περίοδο από σχετικά ισχυρή οικονομική θέση. Να σημειωθεί ότι η Ισπανία κατέχει υψηλή βαθμίδα, λ.χ. στο A+, με σταθερές προοπτικές από τον Scope, επικαλούμενος την ανθεκτικότητα της οικονομίας και τις ευνοϊκές μεσοπρόθεσμες προοπτικές.
Η ισπανική οικονομία έχει καταφέρει από το 2024 να αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, με τη στήριξη της εγχώριας ζήτησης, της μετανάστευσης και των επενδύσεων που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης. Για την περίοδο 2026–2031, προβλέπεται μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης 2%, επίδοση που προσφέρει σημαντική στήριξη στα δημόσια έσοδα και στη διαδικασία αποκλιμάκωσης του χρέους.
Στο βασικό σενάριο, προβλέπεται ότι το συνολικό δημοσιονομικό έλλειμμα θα μειωθεί στο 2,26% του ΑΕΠ το 2027, από 3,23% το 2024, ενώ το πρωτογενές ισοζύγιο θα εμφανίσει μικρό πλεόνασμα 0,24%. Παράλληλα, ο λόγος δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει στο 96,7% το 2027, έναντι 101,6% το 2024.
Η υλοποίηση αυτών των προβλέψεων προϋποθέτει διατήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και επαρκή κοινοβουλευτική στήριξη. Μια παρατεταμένη διαδικασία σχηματισμού κυβέρνησης θα μπορούσε να καθυστερήσει την έγκριση του προϋπολογισμού του 2027, επαναλαμβάνοντας τις δυσκολίες των προηγούμενων ετών. Οι περιορισμοί αυτοί θα επηρέαζαν τη δυνατότητα ανακατανομής δαπανών, τη χρηματοδότηση δημόσιων επενδύσεων και την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων.
Ανεξάρτητα από την τελική σύνθεση της κυβέρνησης, οι δημοσιονομικές πιέσεις αναμένεται να αυξηθούν. Η στεγαστική κρίση, η γήρανση του πληθυσμού, οι συντάξεις, οι δαπάνες υγείας και οι αυξανόμενες αμυντικές υποχρεώσεις δημιουργούν σημαντικές ανάγκες χρηματοδότησης. Επιπλέον, η σταδιακή αναχρηματοδότηση του δημόσιου χρέους με υψηλότερα επιτόκια θα επιβαρύνει το κόστος εξυπηρέτησης, το οποίο εκτιμάται ότι θα αυξηθεί κατά μέσο όρο στο 2,6% του ΑΕΠ την περίοδο 2026–2031, από 2,2% το 2025.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η εκκρεμής μεταρρύθμιση του συστήματος χρηματοδότησης των αυτόνομων περιφερειών. Με βάση την υπό συζήτηση πρόταση, τα έσοδά τους θα μπορούσαν να αυξηθούν κατά περίπου 21 δισ. ευρώ, περιορίζοντας αντίστοιχα τα περιθώρια της κεντρικής κυβέρνησης εφόσον δεν υπάρξουν αντισταθμιστικές παρεμβάσεις.
Για τις αγορές, η κρίσιμη παράμετρος θα είναι η οικονομική πολιτική που θα διαμορφωθεί μετά τις εκλογές. Διαφορετικοί κυβερνητικοί συνασπισμοί ενδέχεται να επιλέξουν διαφορετικό μείγμα φορολογικών μέτρων και δημόσιων δαπανών, με κοινή πρόκληση τη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής και τη σταδιακή μείωση του ελλείμματος.
Η ισχυρή ανάπτυξη προσφέρει στην Ισπανία ένα σημαντικό περιθώριο αντοχής απέναντι στην πολιτική αβεβαιότητα. Η επόμενη κυβέρνηση θα κληθεί να μετατρέψει αυτή την ευνοϊκή συγκυρία σε διατηρήσιμη δημοσιονομική βελτίωση, διασφαλίζοντας παράλληλα τη συνέχιση των επενδύσεων μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης. Από την αποτελεσματικότητα αυτών των επιλογών θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό η πορεία του δημόσιου χρέους και η εμπιστοσύνη των επενδυτών τα επόμενα χρόνια.


















![Ενοίκια: Πού και πόσο αυξήθηκαν οι τιμές [πίνακες]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/07/ot_enoikia24-1024x600-1.png)





![Τακτοποίησης Φορολογικών Υποχρεώσεων που προκύπτουν από την απώλεια ζωής [Μέρος Ε]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/06/akin.jpg)












