Παρότι έχουν περάσει αρκετές εβδομάδες από την ανακοίνωση των βραβείων Ig Nobel*, τα συγχαρητήρια προς τους φετινούς νικητές εξακολουθούν να είναι απολύτως επίκαιρα.
Ο λόγος για τους Paul Piff, Daniel Stancato, Stéphane Côté, Rodolfo Mendoza-Denton και Dacher Keltner, οι οποίοι διαπίστωσαν μέσα από την έρευνά τους ότι τα άτομα που ανήκουν στις ανώτερες κοινωνικές τάξεις έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να κλέβουν καραμέλες από παιδιά.
Η ερευνητική τους συμβολή τούς χάρισε επάξια το Βραβείο Ig Nobel Οικονομικών για το 2026.
Τα Βραβεία Ig Nobel αποτελούν την ανατρεπτική και σατιρική εκδοχή των βραβείων Νόμπελ, τιμώντας επιστημονικά επιτεύγματα που συνδυάζουν το παράδοξο με το ευφάνταστο.
Στις φετινές διακρίσεις περιλαμβάνονταν έρευνες για την κατασκευή ουρητηρίων που δεν πιτσιλούν, η ταφή και η μεταγενέστερη εκταφή 1.000 ζευγαριών εσωρούχων με σκοπό την αξιολόγηση της υγείας του εδάφους σε διάφορες χώρες, καθώς και η διαπίστωση ότι τα μωρά έχουν ευχάριστη μυρωδιά για τους γονείς τους, σε αντίθεση με τους εφήβους.
Με τον τρόπο αυτό, τα Ig Nobel φωτίζουν πτυχές της επιστημονικής έρευνας που συνήθως μένουν έξω από το πεδίο ενδιαφέροντος των παραδοσιακών βραβείων Νόμπελ. Ειδικά στον χώρο των οικονομικών, όπου το αναμνηστικό Νόμπελ έχει ασφαλώς τη δική του βαρύτητα, τα Ig Nobel προσφέρουν έναν διαφορετικό και συχνά πιο αποκαλυπτικό τρόπο κατανόησης των κινήτρων και της συμπεριφοράς των οικονομολόγων.
Η εξαπάτηση, άλλωστε, αποτελεί ένα ιδιαίτερα πρόσφορο πεδίο έρευνας για τους οικονομολόγους, αλλά και για τα ίδια τα Ig Nobel, όπως λένε οι Financial Times, σταχυολογώντας μερικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις.
Οι τζαμπατζήδες των κουλουριών
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του 2015, όταν το βραβείο απονεμήθηκε στη Μητροπολιτική Αστυνομία της Μπανγκόκ, επειδή προσέφερε στους αστυνομικούς πρόσθετη χρηματική αμοιβή υπό την προϋπόθεση ότι θα αρνούνταν να δεχθούν δωροδοκίες.
Μια μάλλον ειρωνική, αλλά αξιοσημείωτη, αναγνώριση της συμβολής των οργάνων της τάξης στην προαγωγή της ανθρώπινης γνώσης.
Είναι, ωστόσο, προφανές ότι η επιτροπή των Ig Nobel δεν μπορεί να τιμήσει όλους όσοι θα άξιζαν μια τέτοια διάκριση. Ανάμεσά τους θα μπορούσε να βρίσκεται και ο Steven Levitt, συν-συγγραφέας του ευπώλητου βιβλίου Freakonomics (2005), ο οποίος είχε τιμηθεί το 2003 με το μετάλλιο John Bates Clark.
Η απουσία ενός Ig Nobel από τη συλλογή των διακρίσεών του συνιστά, θα έλεγε κανείς, μια μικρή αδικία.
Μία από τις ερευνητικές και δημοσιογραφικές συνεισφορές του Levitt που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν μια τέτοια διάκριση ήταν το άρθρο «What the Bagel Man Saw», το οποίο δημοσίευσε το 2004 μαζί με τον συνεργάτη του στο Freakonomics, Stephen Dubner, στο περιοδικό The New York Times Magazine.
Πρωταγωνιστής του άρθρου ήταν ο Paul Feldman, ένας οικονομολόγος που είχε δημιουργήσει μια ιδιαίτερα επιτυχημένη επιχείρηση διανομής κουλουριών σε περισσότερα από 100 γραφεία στην ευρύτερη περιοχή της Ουάσιγκτον. Η επιχείρησή του βασιζόταν σε ένα απλό σύστημα αυτοεξυπηρέτησης: τα κουλούρια παραδίδονταν στα γραφεία και οι πελάτες κατέβαλλαν το αντίτιμο αφήνοντας τα χρήματα σε ένα κουτί, χωρίς να υπάρχει κάποιος να ελέγχει αν πλήρωναν όλοι.
Ο Feldman παρακολουθούσε συστηματικά το ποσοστό των πελατών που εξοφλούσαν τις αγορές τους και κατέληξε σε ορισμένα ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Η συνέπεια στις πληρωμές ήταν μεγαλύτερη στα μικρότερα γραφεία, σε εκείνα όπου ο προϊστάμενος έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης, κατά τις περιόδους οικονομικής ύφεσης, αλλά και μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου.
Αντίθετα, τα γραφεία στα οποία οι εργαζόμενοι χρειάζονταν ειδική άδεια ασφαλείας για να εργαστούν δεν αποδείχθηκαν περισσότερο έντιμα από τα υπόλοιπα, γεγονός που προκάλεσε την έκπληξή του.
Δεν συνέβη, ωστόσο, το ίδιο με την παρατήρηση ότι τα κουλούρια που παραδίδονταν στον όροφο των ανώτατων διοικητικών στελεχών είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα να κάνουν φτερά.
Οι τζαμπατζήδες του παρκαρίσματος
Στον κατάλογο των ερευνητών που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν ένα Ig Nobel για τη μελέτη της εξαπάτησης συγκαταλέγονται και οι Raymond Fisman και Edward Miguel.
Οι δύο οικονομολόγοι προσέγγισαν το φαινόμενο της διαφθοράς μέσα από ένα μάλλον ασυνήθιστο ερευνητικό πεδίο: τη συσσώρευση απλήρωτων κλήσεων παράνομης στάθμευσης από διπλωματικούς υπαλλήλους του ΟΗΕ στο Μανχάταν.
Η έρευνά τους ήταν ιδιαίτερα ευρηματική.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και στις αρχές της δεκαετίας του 2000, οι αξιωματούχοι του ΟΗΕ που διέθεταν διπλωματικές πινακίδες μπορούσαν να σταθμεύουν σχεδόν όπου ήθελαν, χωρίς να αντιμετωπίζουν οικονομικές συνέπειες.
Οι κλήσεις για παράνομη στάθμευση εκδίδονταν κανονικά, αλλά η εξόφλησή τους αποτελούσε ζήτημα προσωπικής συνείδησης και όχι συμμόρφωσης υπό τον φόβο κάποιας ποινής.
Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον της περίπτωσης ήταν ότι όλοι οι αξιωματούχοι, ανεξαρτήτως εθνικότητας, βρίσκονταν αντιμέτωποι με τις ίδιες συνθήκες – τους αφιλόξενους δρόμους του Μανχάταν – και τα ίδια κίνητρα. Το ερώτημα ήταν ποιοι θα υπέκυπταν τελικά στον πειρασμό.
Τα ευρήματα των δύο ερευνητών έδειξαν ότι η ανέντιμη συμπεριφορά είχε σαφή πολιτισμική διάσταση.
Ο αριθμός των απλήρωτων κλήσεων που συσσώρευε κάθε προξενείο παρουσίαζε ισχυρή συσχέτιση με τη γενικότερη αντίληψη για το επίπεδο διαφθοράς στη χώρα προέλευσής του. Στις πρώτες θέσεις της σχετικής κατάταξης βρίσκονταν το Κουβέιτ, η Αίγυπτος, το Τσαντ, το Σουδάν και η Βουλγαρία.
Στον αντίποδα, τα προξενεία της Δανίας, της Νορβηγίας και της Σουηδίας δεν συγκέντρωσαν ούτε μία απλήρωτη κλήση συνολικά κατά τη διάρκεια των έξι ετών που εξετάστηκαν. Η αντίθεση ήταν εντυπωσιακή: ένας και μόνο Κουβεϊτιανός διπλωμάτης είχε καταφέρει να συσσωρεύσει απλήρωτες κλήσεις που αντιστοιχούσαν σε δύο παραβάσεις για κάθε εργάσιμη ημέρα επί έναν ολόκληρο χρόνο.
Η εικόνα άλλαξε δραστικά το 2002, όταν μεταβλήθηκαν οι όροι και τα κίνητρα. Η Νέα Υόρκη, με την υποστήριξη του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ, ανακάλεσε σχεδόν 200 διπλωματικές πινακίδες κυκλοφορίας, ενώ προειδοποίησε ότι θα ακολουθούσαν και περαιτέρω μέτρα. Το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό: οι παραβάσεις στάθμευσης μειώθηκαν κατά 95% σχεδόν μέσα σε μία νύχτα.
Το συμπέρασμα των ερευνητών ήταν σαφές: η κουλτούρα επηρεάζει τη συμπεριφορά, αλλά εξίσου καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν και οι κανόνες.
Προσοχή που βάζεις την υπογραφή σου
Η συζήτηση για την εξαπάτηση οδηγεί αναπόφευκτα και σε ένα ακόμη παράδοξο επιστημονικό εύρημα, το οποίο θα μπορούσε κάλλιστα να έχει τιμηθεί με ένα Ig Nobel.
Πρόκειται για την ερευνητική εργασία του 2012 με τίτλο «Η υπογραφή στην αρχή του εντύπου καθιστά εντονότερη την επίγνωση της ηθικής διάστασης και περιορίζει τις ανακριβείς δηλώσεις σε σύγκριση με την υπογραφή στο τέλος».
Η μελέτη, την οποία συνυπέγραφαν αρκετοί ερευνητές, παρουσίαζε τα αποτελέσματα μιας σειράς πειραμάτων σύμφωνα με τα οποία οι άνθρωποι εμφανίζονταν περισσότερο ειλικρινείς κατά τη συμπλήρωση ενός εντύπου, όταν καλούνταν να υπογράψουν στην αρχή του μια δήλωση δέσμευσης για ειλικρίνεια, αντί να υπογράψουν μια αντίστοιχη δήλωση στο τέλος.
Το εύρημα είχε προκαλέσει αίσθηση κατά την παρουσίασή του, ωστόσο η μετέπειτα εξέλιξη της υπόθεσης τού προσέδωσε εντελώς διαφορετική φήμη. Οι Uri Simonsohn, Leif Nelson και Joe Simmons, ερευνητές που ειδικεύονται στον εντοπισμό προβληματικών επιστημονικών δεδομένων και είναι γνωστοί συλλογικά ως «Data Colada», υποστήριξαν ότι δύο από τις μελέτες που στήριζαν το συγκεκριμένο συμπέρασμα περιείχαν δεδομένα τα οποία είχαν παραποιηθεί, ώστε να ευνοούν την ερευνητική υπόθεση.
Η επιστημονική εργασία αποσύρθηκε έκτοτε.
Η διαπίστωση της ομάδας Data Colada ήταν ιδιαιτέρως αποκαλυπτική: δύο διαφορετικά πρόσωπα είχαν παραποιήσει, ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, τα δεδομένα δύο διαφορετικών μελετών που περιλαμβάνονταν σε μια εργασία αφιερωμένη ακριβώς στη μελέτη της ανεντιμότητας. Πρόκειται αναμφίβολα για ένα ιδιότυπο «επίτευγμα», το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει ιδανική περίπτωση για ένα Βραβείο Ig Nobel.
Άλλωστε, δεν θα ήταν η πρώτη φορά που ένα τέτοιο βραβείο θα απονεμόταν σε πρόσωπα με αμφιλεγόμενη σχέση με την οικονομική δεοντολογία. Το 1995, το Βραβείο Ig Nobel Οικονομικών είχε απονεμηθεί από κοινού σε μια ολόκληρη ομάδα προσώπων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν ο Nick Leeson και οι ανώτεροί του στην τράπεζα Barings.
Το ερώτημα, βεβαίως, παραμένει: ποιος θα έπρεπε να παραλάβει ένα τέτοιο βραβείο; Η απάντηση δεν είναι καθόλου απλή. Τη μία από τις επίμαχες μελέτες επέβλεπε ο Dan Ariely, συγγραφέας, μεταξύ άλλων, του βιβλίου The Honest Truth About Dishonesty (2012), ενώ την άλλη η Francesca Gino, συγγραφέας του Rebel Talent: Why It Pays to Break the Rules at Work and in Life (2018).
Η ομάδα Data Colada έχει παρουσιάσει στοιχεία που εγείρουν υποψίες για παραποίηση δεδομένων και σε μία ακόμη μελέτη υπό την επίβλεψη του Ariely, καθώς και σε αρκετές μελέτες της Gino.
Ο Ariely αρνείται ότι προέβη σε παραποίηση δεδομένων και υποστηρίζει ότι τα επίμαχα στοιχεία είχαν ήδη αλλοιωθεί όταν περιήλθαν στην κατοχή του από τρίτο πρόσωπο. Από την πλευρά της, η Gino υποστηρίζει ότι έχει κατηγορηθεί αδίκως για ερευνητική παρατυπία και ότι οι φαινομενικές ανωμαλίες στα δεδομένα μπορούν να εξηγηθούν με αθώο τρόπο.
Οι απόψεις για το ποιος, εάν υπάρχει κάποιος, ευθύνεται για την παραποίηση των δεδομένων στις συγκεκριμένες ακαδημαϊκές μελέτες αναμένεται να παραμείνουν διχασμένες. Ωστόσο, η ίδια η υπόθεση δύσκολα στερείται μιας σκοτεινής, σχεδόν κωμικής διάστασης. Άλλωστε, τα Ig Nobel είναι βραβεία που δεν στερούνται χιούμορ και η συγκεκριμένη ιστορία μοιάζει να συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία μιας ιδιότυπης μαύρης κωμωδίας.
Η φιλοσοφία των βραβείων Ig Nobel συνοψίζεται στην ιδέα ότι ένα επιστημονικό επίτευγμα πρέπει πρώτα να προκαλεί γέλιο και στη συνέχεια να γεννά προβληματισμό.
Και πράγματι, η υπόθεση αυτή έχει δώσει στην ερευνητική κοινότητα αρκετούς λόγους για σκέψη.
Αναδεικνύει πόσο εύκολα μπορούν να περάσουν απαρατήρητες, ακόμη και στους πλέον έγκριτους ακαδημαϊκούς κύκλους, πρακτικές επιστημονικής προχειρότητας ή ακόμη και σοβαρότερες παρατυπίες.
Ίσως, επομένως, να έχει έρθει η ώρα να περιοριστεί η εμπιστοσύνη στο σύστημα της αυτοβούλως δηλούμενης εντιμότητας και να υπάρξει μεγαλύτερη διάθεση για ανάκληση των «διπλωματικών πινακίδων» όσων παραβιάζουν τους κανόνες.
Το τελευταίο ερώτημα αφορά, βεβαίως, την ίδια την ερευνητική κοινότητα: αντιμετώπισε την υπόθεση με χιούμορ; Ενδεχομένως. Γιατί, σε ορισμένες περιπτώσεις, όταν η πραγματικότητα ξεπερνά κάθε όριο παραλόγου, απομένουν μόνο δύο επιλογές: γέλιο ή κλάμα.
*Τα Βραβεία Ig Nobel είναι ετήσιες σατιρικές διακρίσεις που απονέμονται σε ασυνήθιστα, ευφάνταστα ή παράδοξα επιστημονικά επιτεύγματα. Το όνομά τους αποτελεί λογοπαίγνιο ανάμεσα στο Nobel και στην αγγλική λέξη ignoble, που σημαίνει ανάξιος, ευτελής ή ποταπός. Θεσπίστηκαν το 1991 από τον Αμερικανό μαθηματικό Marc Abrahams και το σατιρικό περιοδικό επιστημονικής έρευνας Annals of Improbable Research.

































