Όπως οι Νομπελίστες οικονομολόγοι Robert Shiller, Abhijit Banerjee και Esther Duflo έχουν περίτεχνα υποστηρίξει στα πρόσφατα βιβλία τους, η πολιτική συζήτηση και η οικονομική πολιτική επηρεάζονται πολύ περισσότερο από τα απλά «αφηγήματα» παρά από πολύπλοκες και λεπτές θεωρίες ή μοντέλα. Αυτό που έχει σημασία είναι οι εύλογες «ιστορίες» που έχουν σημαντική διαισθητική έκκληση και μπορούν να επηρεάσουν την κοινή γνώμη.

Κάτι τέτοιο ισχύει και για την κλιματική πολιτική. Η μοντελοποίηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα που βασίζεται σε «πιθανοτικές» σχέσεις της φύσης και μεγάλους όγκους δεδομένων πουα αφορούν τις φυσικές και ανθρώπινες δραστηριότητες για πολλές δεκαετίες ή αιώνες. Αλλά, τα μηνύματα από τις συζητήσεις για τη χάραξη πολιτικής είναι ξεκάθαρα.

Όταν ξεκίνησαν οι συζητήσεις για την κλιματική πολιτική, το κυρίαρχο αφήγημα ήταν ότι η οικονομική ανάπτυξη θα ερχόταν αντιμέτωπη με έναν νέο περιορισμό υπό τη μορφή προϋπολογισμού άνθρακα (carbon budget), η η υπέρβασή του οποίου θα είχε ως αποτέλεσμα την ανεπιθύμητη αύξηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Ως εκ τούτου, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα έπρεπε να προσπαθήσουν να βρουν μία ισορροπία μεταξύ μίας περισσότερο αποδοτικής οικονομικής πολιτικής βραχυπρόθεσμα και των επιπτώσεων της υπερθέρμανσης του πλανήτη μακροπρόθεσμα.

Όπως ήταν αναμενόμενο, η ακαδημαϊκή συζήτηση, η οποία παρουσιάζεται στο έργο των Nicholas Stern, William Nordhaus και Martin Weitzman, επικεντρώθηκε, σε μεγάλο βαθμό, στη σύγκριση του μετριασμού της κλιματικής αλλαγής στο παρόν και των κερδών που θα προκύψουν από αυτό στο μέλλον. Το λεγόμενο «κοινωνικό προεξοφλητικό επιτόκιο» εξαρτάται από δύο συνιστώσες: ένα ποσοστό «καθαρής χρονικής προτίμησης» που δίνει, γενικότερα, λιγότερη έμφαση στην ευημερία των μελλοντικών γενεών σε σχέση με των σημερινών (αν και ορισμένοι πιστεύουν ότι δεοντολογικά ζητήματα το προτιμούν να είναι ίσο) και ένα ποσοστό που αντικατοπτρίζει τη μειωμένη σημασία που δίνεται στην ευημερία σε σχέση με την κατανάλωση. Ένα υψηλότερο προεξοφλητικό επιτόκιο καθιστά τις φιλόδοξες βραχυπρόθεσμες πολιτικές μετριασμού λιγότερο επιθυμητές.

Μία άλλη διάσταση του αφηγήματος είναι το γεγονός ότι ο μετριασμός της κλιματικής αλλαγής αποτελεί παράδειγμα παγκόσμιου δημόσιου αγαθού. Επειδή η ατμόσφαιρα είναι η ίδια για όλα τα κράτη, οι μειώσεις των εκπομπών οποιασδήποτε χώρας προκαλούν την ίδια μείωση του ατμοσφαιρικού διοξειδίου του άνθρακα και, επομένως, τον ίδιο μετριασμό, από τον οποίο καμία χώρα δεν μπορεί να αποκλειστεί. Αυτό προκαλεί το πρόβλημα του λαθρεπιβάτη: κάθε χώρα επιθυμεί και προσπαθεί οι υπόλοιπες χώρες να αναλάβουν το βάρος του μετριασμού της κλιματικής αλλαγής, ώστε να αποκομίσουν τα οφέλη χωρίς να επιβαρυνθούν με το κόστος.

Εκτός από το προεξοφλητικό επιτόκιο, επομένως, μεγάλο μέρος της συζήτησης για το κλίμα επικεντρώθηκε στον τρόπο αντιμετώπισης του προβλήματος του λαθρεπιβάτη, προσπαθώντας,για παράδειγμα, να διαπραγματευτεί μία διεθνή συμφωνία, η οποία δεσμεύει τις ανταμοιβές και τις κυρώσεις για την απόδοση μετριασμού. Το συμπέρασμα της συζήτησης ήταν ότι ο περιορισμός της κλιματικής αλλαγής είναι μείζονος σημασίας, αλλά, απαιτεί ένα προκαταβολικό κόστος το οποίο, έστω για λίγο, θα έχει ως αποτέλεσμα χαμηλότερα ποσοστά οικονομικής μεγέθυνσης.

Το συμπέρασμα αυτό, ωστόσο, έρχεται σε αντίθεση με την πρώτη πρόταση «κλειδί» του συμπεράσματος του Stern στην πρόσφατη αναφορά του για την επερχόμενη Σύνοδο G7 στο Ηνωμένο Βασίλειο, ότι δηλαδή, «Η μετάβαση σε μηδενικές εκπομπές και σε έναν κόσμο ανθεκτικό στην κλιματική αλλαγή προσφέρει τεράστιες οικονομικές, επιχειρηματικές και εμπορικές ευκαιρίες στην εποχή μας», Αυτό αποτελεί ένα αισιόδοξο και εμψυχωτικό αφήγημα για την «πράσινη αλλαγή», καθώς δεν αναφέρεται σε κόστη και βάρη που θα πρέπει να επωμιστούν τα κράτη.

Αυτό το πλαίσιο αντανακλά τον ραγδαίο ρυθμό τεχνολογικής αλλαγής, τον οποίο το παλιό αφήγημα θεωρούσε συνεχή και εξωγενή. Πλέον, η πράσινη καινοτομία δεν είναι μόνο συνεχής, αλλά και ενδογενής. Το κόστος παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας από την ηλιακή και την αιολική και της συσσώρευσης, για την επίλυση του προβλήματος διαλείπουσας ενέργειας, έχει ήδη μειωθεί σημαντικά.

Αυτή η πρόοδος, καθώς και η στροφή προς τις πράσινες μεταφορές και τον αστικό σχεδιασμό, αποτελεί, εν μέρει, απάντηση στις πολιτικές που ενθαρρύνουν τις οικονομικές δραστηριότητες εξοικονόμησης άνθρακα και αποθαρρύνουν τις δραστηριότητες έντασής του. Αυτές οι πολιτικές δικαιολογούνται από το γεγονός ότι οι έλεγχοι εκπομπών αποτελούν δημόσιο αγαθό, τα κοινωνικά οφέλη του οποίου υπερβαίνουν τα ιδιωτικά οφέλη.

Το νέο, αισιόδοξο αφήγημα μπορεί να υλοποιηθεί πλήρως μόνο με τέτοιες πολιτικές, οι οποίες έχουν τώρα πολύ περισσότερες πιθανότητες να υιοθετηθούν ευρέως. Εξάλλου, οι πολιτικοί προτιμούν να υποστηρίζουν τα μέτρα για το κλίμα, τα οποία ενσωματώνονται σε ένα όραμα παγκόσμιας ανάπτυξης και ένα τεχνολογικό κύμα που ενισχύει το κέρδος, ώστε να προσπαθήσουν να πείσουν τους πολίτες τους ότι η μείωση της ανάπτυξης τώρα γίνεται για το καλό των μελλοντικών γενεών.

Πολλές χώρες αναπτύσσουν ήδη αυτές τις πράσινες τεχνολογίες, αλλά η συνεχής καινοτομία (και συνεπώς η μείωση του κόστους) εξαρτάται καθοριστικά από όλο και ισχυρότερα πολιτικά κίνητρα. Οι πρόσφατες σημαντικές δεσμεύσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας να έχουν ουδέτερο ισοζύγιο άνθρακα έως το 2050 και το 2060, αντίστοιχα, υπόσχονται και παρέχουν σταθερά αυτά τα κίνητρα. Και αυτές οι δεσμεύσεις γίνονται όλο και πιο αξιόπιστες, καθώς περισσότερες χώρες αρχίζουν να τις παρέχουν με βραχυπρόθεσμες δεσμεύσεις που περιέχονται σε σχέδια δράσης 10-15 ετών.

To νέο αφήγημα, από το οποίο όλοι αποκομίζουν οφέλη, εφόσον αντέξει στον χρόνο, συνεπάγεται λιγότερη ανάγκη για μία δεσμευτική διεθνή συνθήκη για το κλίμα, επειδή τα εθνικά και εμπορικά κέρδη μπορούν τώρα να συμβάλλουν στην πρόοδο. Ενώ η πράσινη τεχνολογία θα συνεχίσει να παράγει θετικούς εξωτερικούς παράγοντες, θα υπάρξουν και πολλά ιδιωτικά κέρδη, ακόμη και χωρίς τα πρόσθετα κοινωνικά οφέλη. Η «μέθοδος του Παρισιού» (Parias method), που βασίζεται σε εθνικά καθορισμένες συνεισφορές με ενισχυτικά αποτελέσματα κλίμακας φαίνεται εφαρμόσιμη, εάν περιλαμβάνει ισχυρές πολιτικές δεσμεύσεις.

Υπάρχουν άλλα τρία στοιχεία που πρέπει να ληφθούν υπόψη. Πρώτον, όπως όλα τα κύματα τεχνολογικής αλλαγής, η πράσινη μεταρρύθμιση θα έχει και νικητές αλλά και ηττημένους. Οι κυβερνήσεις θα πρέπει να αποζημιώσουν τους ηττημένους, χωρίς δισταγμούς, για να εξασφαλίσουν ότι τα προγράμματά τους για τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής είναι καταρχήν πολιτικά βιώσιμα. Περισσότερο σημαντική από όλα είναι, ίσως, ότι η έμφαση στη δημόσια πολιτική, που προσανατολίζεται στην απασχόληση και όχι στα κίνητρα για κεφαλαιακή ένταση, μπορεί να επηρεάσει, σε κάποιο βαθμό, τον ρυθμό με τον οποίο οι οικονομίες δημιουργούν νέες αξιοπρεπείς θέσεις εργασίας, όπως τόνισαν οι Daron Acemoglu και Dani Rodrik.

Δεύτερον, πολλές από τις προσαρμογές θα απαιτήσουν μεγάλες προκαταβολικές επενδύσεις κεφαλαίου που είναι δύσκολο να γίνουν για τις αναπτυσσόμενες οικονομίες. Αυτό θα τους θέσει σε μειονεκτική θέση σε ό,τι αφορά τον ανταγωνισμό, δίνοντας έμφαση και επικαλύπτοντας το ήδη απειλητικό ψηφιακό χάσμα. Ένας μεγάλος όγκος μακροπρόθεσμης χρηματοδότησης για την ανάπτυξη είναι απαραίτητος, όχι μόνο για λόγους δικαιοσύνης, αλλά και επειδή αυτές οι χώρες από κοινού αντιπροσωπεύουν σχεδόν το ένα τρίτο των παγκόσμιων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.

Τέλος, η άγνοια του παρελθόντος, η άρνηση και, εν συνεχεία, η πολύ αργή πρόοδος σημαίνει ότι ο αγώνας της ανθρωπότητας ενάντια σε δυνητικά καταστροφικές κλιματικές αλλαγές θα είναι σκληρός, ακόμη και υπό τα πιο αισιόδοξα σενάρια. Συνεπώς, περαιτέρω πολιτικές, οι οποίες θα ενθαρρύνουν τις πράσινες τεχνολογίες καθίστανται αναγκαίες.

Αλλά το νέο, περισσότερο θετικό αφήγημα για το κλίμα θα πρέπει να καταστήσει εφικτή την ταχεία πρόοδο προς την πράσινη μετάβαση. Αυτό που παλαιότερα φάνταζε πολιτική αποστολή αυτοκτονίας θα μπορούσε, σήμερα, να αποφέρει σημαντικά οφέλη για όσους κατέχουν τα ηνία.

Ο Kemal Dervis, πρώην Υπουργός Οικονομικών της Τουρκίας και διαχειριστής του προγράμματος ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών, είναι υψηλόβαθμος εταίρος στο Ίδρυμα Μπρούκινγκς.

Latest News

Πρόσφατα Άρθρα Experts