Ενα παλιό και εξαιρετικά πετυχημένο τηλεοπτικό σατιρικό σκετς έδειχνε έναν νεαρό Θεσσαλονικιό να σπάει ένα αυτοκίνητο επειδή αυτό είχε αθηναϊκές πινακίδες. Ο δημοσιογράφος του σκετς τον ρωτούσε επίμονα, γιατί το κάνει. Η απάντηση ήταν σταθερά η ίδια: επειδή είναι αθηναϊκές. Το σκετς μου ήρθε στο μυαλό με την επανεμφάνιση της αφισοκόλλησης σε κεντρικούς δρόμους της Αθήνας με αφορμή την απεργιακή κινητοποίηση. Είμαι σχεδόν σίγουρος ότι στην αντίστοιχη ερώτηση γιατί κολλάτε αφίσες, η απάντηση θα ήταν παρόμοια: Γιατί έχει απεργιακή κινητοποίηση. Στο μυαλό κρίσιμων για τη δημοκρατία μας θεσμών, οι κινητοποιήσεις πάνε πάντα μαζί με τις αφισοκολλήσεις. Οπως οι αθηναϊκές πινακίδες ήταν, καθ’ υπερβολή στο σκετς, αενάως και χωρίς εξήγηση αντικείμενο εχθρότητας ενός νεαρού από τη Θεσσαλονίκη. Αγνωστο γιατί.

Προφανώς για να σπάσεις ένα στερεότυπο δεν είναι εύκολο. Αλλά να επιλέγεις ως πομπός ενός μηνύματος, κάτι εξόφθαλμα παράνομο, που τυγχάνει κοινωνικής αποδοκιμασίας, είναι περιβαλλοντικά προβληματικό, ενώ δεν μεταδίδει και το μήνυμα στον δέκτη, είναι σίγουρα λάθος. Κι όμως φορείς και κόμματα, που δηλώνουν προοδευτικά και φιλοπεριβαλλοντικά, που λένε ότι νοιάζονται για την κοινωνία και τις ανάγκες της και θέλουν να «συνομιλήσουν» με ένα δυναμικό νεανικό κοινό, επιλέγουν το χαρτί για την επικοινωνία των μηνυμάτων τους. Στην ηλεκτρονική εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και του Ιντερνετ, αυτοί επιλέγουν για τη διακίνηση των ιδεών τους τον «αραμπά».

Ολα αυτά γίνονται σε μια εποχή που τα πάντα αλλάζουν γρήγορα, μαζί τους και εμείς. Βλέπουμε ταινίες της δεκαετίας του ’90 και γελάμε με τα περίεργα κουρέματα και τα ντεμοντέ ρούχα. Πόσο μάλλον με τις πρακτικές και τις μορφές κινητοποίησης, που επιλέγονται, όταν αυτές απευθύνονται στη σύγχρονη Ελλάδα, με όρους περασμένων δεκαετιών.

Αραγε σε ποιους απευθύνονται. Σίγουρα όχι σε αυτούς που στοχεύουν. Ποιος νέος εργαζόμενος, πολιτικά ενεργός, θα κάτσει στο φανάρι θα δει την αφίσα και θα πει: «Αυτό είναι, με καλούν σε συσπείρωση και αγώνα για τα δικαιώματά μου, συστρατεύομαι και καλώ και τους φίλους μου». Πόσο παρωχημένη είναι όλη αυτή η τακτική. Πόσο αποξενώνει αντί να κινητοποιεί.

Πόσο διευκολύνει την όποια εξουσία να αναπαράγεται. Ανενόχλητη να υλοποιεί τους σχεδιασμούς της.

Ισως ο υπουργός Εργασίας Κ. Χατζηδάκης πρέπει να προσθέσει μερικά ακόμα άρθρα στο νομοσχέδιό του, υποχρεώνοντας συνδικαλιστικές παρατάξεις και κόμματα να εκσυγχρονιστούν. Να γίνει υποχρεωτική η εκμάθηση οργάνωσης καμπάνιας μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Να αντιληφθούν πώς πρέπει να επικοινωνούν με τα μέλη τους. Με τους ανθρώπους που οι ίδιοι θέλουν να υπερασπιστούν, αλλά δεν μπορούν να τους βρουν γιατί τους ψάχνουν σε λάθος μέρη. Στην ανάγκη να επανιδρυθούν και να στοχεύσουν να γίνουν ξανά μαζικοί, απευθυνόμενοι εκεί που βρίσκονται οι πολλοί. Να βγουν από τα «κουτάκια» που έχουν στο μυαλό τους και να αναζητήσουν νέους δρόμους επικοινωνίας, διαλόγου, σύνθεσης και διαμαρτυρίας. Ολα είναι μέσα στο παιχνίδι και το τελευταίο. Πρωτίστως ίσως το τελευταίο.

Latest News

Πρόσφατα Άρθρα Opinion