Πληθαίνουν οι φωνές που συστήνουν μεγαλύτερη ευελιξία στον ρυθμό μείωσης του δημόσιου χρέους στο πλαίσιο της συζήτησης για την αναμόρφωση των δημοσιονομικών κανόνων.

«Η μείωση του χρέους πρέπει να γίνεται βάσει ενός μακροπρόθεσμου στόχου με μέτριο ρυθμό, προσαρμοσμένο στις συνθήκες κάθε χώρας, ιδίως για τις χώρες με υψηλό χρέος. Ο σημερινός κανόνας ετήσιας μείωσης κατά 1/20 του χρέους είναι εντελώς μη ρεαλιστικός» επισημαίνει ο Νιλς Τίγκεσεν, επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Δημοσιονομικού Συμβουλίου (EFB)στη συνέντευξή του στα «ΝΕΑ».

Ο Νιλς Τίγκεσεν, και το EFB, δεν προτείνει την αλλαγή του ορίου του 60% του ΑΕΠ για το χρέος ούτε του 3% του ελλείμματος.

«Οι κανόνες 3% για το έλλειμμα και 60% για το χρέος μπορεί να παραμείνουν ως έχουν, αλλά να ερμηνευθούν διαφορετικά και ειδικότερα ο κανόνας για το χρέος, ο οποίος ούτως ή άλλως δεν εφαρμόζεται στην πράξη. Δεν θα ήταν χρήσιμο να μπούμε σε προτάσεις που απαιτούν αλλαγή της Συνθήκης. Μπορούμε να συνεχίσουμε με αυτούς υπό την προϋπόθεση ότι καθορίζεται ο σωστός ρυθμός προσαρμογής του χρέους προς το 60% με πιο διαφοροποιημένο και πιο ομαλό τρόπο για τις χώρες με υψηλό χρέος. Προτείνουμε αλλαγή στον κανόνα 1/20 για το χρέος» τονίζει ο έγκριτος οικονομολόγος.

«Ιδανικά, όταν εκλέγεται μια κυβέρνηση σε ένα κράτος – μέλος, να γίνεται μια συζήτηση με τα αρμόδια ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα για την πορεία μείωσης του χρέους τα επόμενα τρία με τέσσερα χρόνια, ώστε το χρέος να μειώνεται προς έναν μακροπρόθεσμο στόχο, αλλά με μέτριο ρυθμό. Αντίστοιχα, ο κανόνας του 3% του ελλείμματος δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται σε ετήσια βάση, αλλά σε πλαίσιο τριών ή τεσσάρων ετών. Το 3% σε ετήσια βάση είναι αυστηρός κανόνας. Πρέπει, βέβαια, να διατηρηθεί ως backstop σε περίπτωση που ένα κράτος – μέλος κατευθύνεται προς μη βιώσιμη οικονομική κατάσταση» επισημαίνει ο Τίγκεσεν.

«Ο καθορισμός αριθμητικών στόχων θα πρέπει να αφορά τρία ή τέσσερα χρόνια» επιμένει ο επικεφαλής του EFB, του αρμόδιου «συμβούλου» σε δημοσιονομικά ζητήματα της Κομισιόν.

Πυξίδα

«Η Ευρώπη χρειάζεται στρατηγική πυξίδα, όχι μόνο για την άμυνα και τις εξωτερικές υποθέσεις, αλλά και όσον αφορά τη βιωσιμότητα των δημοσιονομικών. Η πυξίδα δείχνει προς τον μακρινό ορίζοντα, επιτρέποντας κάποιες αποκλίσεις βραχυπρόθεσμα, αλλά δίνει ένδειξη για την κατεύθυνση» επεξηγεί. Θυμίζει, άλλωστε, ότι όταν αποφασίστηκε η Συνθήκη του Μάαστριχτ και ο κανόνας του 60% στο χρέος, δύο χώρες είχαν ήδη χρέος 120% του ΑΕΠ. «Η ιδέα, τότε, όπως θα πρέπει να είναι και σήμερα, ήταν προσαρμογή σε μακροπρόθεσμο στόχο και διασφάλιση μιας βιώσιμης δυναμικής του χρέους» επεξήγησε.

Τον ρωτάμε τι θα έπρεπε να γίνει ειδικότερα για την Ελλάδα. «Ο καθορισμός ενός ικανοποιητικού ρυθμού μείωσης του χρέους προϋποθέτει προσεκτικές συζητήσεις μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων. Χρειαζόμαστε ρεαλιστικούς στόχους, ένα ανώτατο όριο σε ορίζοντα τριών – τεσσάρων ετών. Η μείωση κατά 1/20 ετησίως θα απαιτούσε πρωτογενή πλεονάσματα πάνω από 5%-6%, που δεν είναι ρεαλιστικά» είπε ο δανός καθηγητής.

Αναφερόμενος στους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης που προβλέπει η Κομισιόν για την Ελλάδα και για άλλες χώρες της ευρωζώνης φέτος και του χρόνου, εξέλιξη που δίνει το επιχείρημα στα αυστηρά δημοσιονομικώς κράτη – μέλη ότι οι στόχοι του υφιστάμενου Συμφώνου είναι επιτεύξιμοι, ο Νιλς Τίγκεσεν απαντά: «Θα πρέπει να βλέπουμε τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών σε μακρύτερο ορίζοντα, και όταν η ΕΚΤ θα ακολουθήσει πιο «κανονική» νομισματική πολιτική. Οι κανόνες δεν είναι μόνο για το 2022 ή το 2023. Πρέπει να υπάρχει ανθεκτικό και εφικτό πλαίσιο, το οποίο να αναθεωρείται συχνά. Δεν θα είναι ρεαλιστική η στάση να μην υπάρξουν αλλαγές. Πρέπει να πειστούν όλοι ότι οι στόχοι των υφιστάμενων κανόνων δεν θα είναι ρεαλιστικοί μετά το 2022-23 παρά την ανάκαμψη».

Η πρόταση του EFB για την αναθεώρηση του ΣΣΑ περιλαμβάνει, εκτός από την ιδέα της βιώσιμης δυναμικής του χρέους, «ένα σημείο αναφοράς (benchmark) δαπανών και ρήτρα διαφυγής που θα χρησιμοποιηθεί βάσει ανεξάρτητης οικονομικής ανάλυσης». Οπως επεξηγεί ο Τίγκεσεν, «στο σημείο αναφοράς των δαπανών θα υπάγονται όλες οι δημόσιες δαπάνες και οι δημόσιες επενδύσεις». Γιατί θεωρεί ότι το «κριτήριο» αυτό είναι πιο κατάλληλο από τους υπολογισμούς σε σχέση με το διαρθρωτικό έλλειμμα; «Το να δίνουμε έμφαση στο διαρθρωτικό έλλειμμα έχει γίνει πιο αβέβαιο από παλαιότερα. Δίνει παραπλανητική πληροφόρηση σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Πρέπει να το βάλουμε στην άκρη. Εχει περισσότερο νόημα το σημείο αναφοράς για δημόσιες δαπάνες» λέει, αναγνωρίζοντας πάντως ότι η αλλαγή του αποτελεί δύσκολη διαδικασία. «Η Κομισιόν έχει προσπαθήσει να προχωρήσει προς την κατεύθυνση αυτή, αλλά ορισμένες κυβερνήσεις επέμεναν στο διαρθρωτικό έλλειμμα. Αναφορές στο διαρθρωτικό έλλειμμα περιλαμβάνονται στους συμπληρωματικούς κανόνες της Κομισιόν του 2013, οι Γερμανοί το περιλαμβάνουν στο φρένο του κρατικού χρέους. Είναι πολύπλοκη η αλλαγή, αλλά θεωρούμε ότι μπορεί να γίνει» τονίζει.

Ο Νιλς Τίγκεσεν δίνει επίσης έμφαση στην ανάγκη ενός προϋπολογισμού, που ονομάζει κεντρικό δημοσιονομικό εργαλείο για τη σταθεροποίηση και την προώθηση δημόσιων επενδύσεων μετά τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης (RRF). «Το RRF διασφαλίζει ότι οι επενδύσεις προστατεύονται μέχρι το 2026. Αλλά το 2026 θα πρέπει να υπάρχει μηχανισμός για τη συνέχεια των προσπαθειών αυτών. Μπορούμε τότε να έχουμε ένα εργαλείο κοινής χρηματοδότησης, στο πρότυπο του SURE, με άντληση πόρων από κοινού, οι οποίοι θα δοθούν στα κράτη – μέλη ως δάνεια, για να αντιμετωπίσουμε πιθανή επιβράδυνση των επενδύσεων. Είναι άκρως αμφιλεγόμενο, αλλά μπορεί να προχωρήσει λόγω της ανάγκης πράσινων επενδύσεων. Ενα κεντρικό εργαλείο είναι καλύτερο, αντί να υπάρχουν ειδικές εξαιρέσεις στους εθνικούς προϋπολογισμούς. Δεν είναι μόνιμη μεταφορά πόρων, αλλά ένα απόθεμα (buffer)».

Ακολουθήστε τον ot.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στον ot.gr

Latest News

Πρόσφατα Άρθρα Plus
Παραλλαγή «Όμικρον» – Τι γνωρίζουμε και τι όχι για το νέο στέλεχος
Plus |

Παραλλαγή «Όμικρον» - Τι γνωρίζουμε και τι όχι για το νέο στέλεχος

Οι Ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, Πάνος Μαλανδράκης, Γιάννης Ντάνασης και Θάνος Δημόπουλος (Πρύτανης ΕΚΠΑ) συνοψίζουν τα δεδομένα που υπάρχουν ως τώρα για το νέο στέλεχος.