Mια χαρισματική μορφή της διαφήμισης και του design, ο πρωτοπόρος Ελληνοαμερικανός Τζορτζ Λόις, υπεύθυνος, μεταξύ άλλων, για μερικές από τις πιο τολμηρές και δυνατές εικόνες που δημοσιεύθηκαν σε αμερικανικά περιοδικά της δεκαετίας του ’60, αλλά και για εμβληματικά διαφημιστικά συνθήματα, όπως το «I Want My MTV!», πέθανε σε ηλικία 91 ετών, στο σπίτι του, στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης, όπως ανακοίνωσε ο γιος του, φωτογράφος Λουκ Λόις.

Ο επονομαζόμενος «Χρυσός Ελληνας», αλλά και «Ο αυθεντικός Mad Man» (φράση που παρέπεμπε στην τηλεοπτική σειρά «Mad Men» και με την οποία ο ίδιος διαφωνούσε) ήταν ένας από τους διαφημιστές που ευθύνονται για τη «Δημιουργική Επανάσταση» του αμερικανικού περιοδικού Τύπου στα τέλη των 50s και καθ’ όλη τη δεκαετία του 1960.

Η πορεία του

Από τον χιμπατζή που αναδεικνύει την απλότητα ενός εκτυπωτή Xerox και τον Μικ Τζάγκερ και άλλους ροκ σταρ να απαιτούν «Θέλω το MTV μου!», μέχρι τον Μοχάμεντ Άλι που υποδύεται τον Άγιο Σεμπάστιαν και τον Άντι Γουόρχολ που «πνίγεται» στο ντοματόζουμο Campbell, ο Λόις επανεφηύρε, με προκλητικές, ευφάνταστες καμπάνιες, την τέχνη της διαφήμισης, κόντρα στη συμβατικότητα και τον πουριτανισμό της εποχής.

Παρουσίασε τον μαύρο μποξέρ και κατάδικο Σόνι Λίστον σαν Άγιο Βασίλη, αποδομώντας την ψυχαναγκαστική ευτυχία των γιορτών, εμφάνισε τον πρόεδρο Νίξον καλυμμένο με πούδρα και κραγιόν, κυκλοφόρησε κατάμαυρο εξώφυλλο, από την άγρια ζούγκλα του Βιετνάμ με μόνη τη φράση ενός φαντάρου («Oh my Gog, we hit a girl!») την ώρα που σκότωνε ένα ανήλικο κορίτσι.

Με καταγωγή από την ορεινή Ναυπακτία, ο Λόις ίδρυσε στην τεράστια καριέρα του των έξι δεκαετιών, και ηγήθηκε πολλών διαφημιστικών πρακτορείων, έγραψε βιβλία, δημιούργησε καμπάνιες, από σαπούνια μέχρι αεροπορικές εταιρείες, που βραβεύτηκαν, κι αναγνωρίστηκε από συναδέλφους και μη ως ένας από τους πιο δημιουργικούς και επιδραστικούς εκπροσώπους της τέχνης του.

Γεννήθηκε στο Μανχάταν στις 26 Ιουνίου του 1931 και ήταν ένα από τα τρία παιδιά των μεταναστών Χάρη Λόη και της Βασιλικής Θανασούλη. Ο Τζορτζ και οι αδερφές του, Παρασκευή και Χαρίκλεια, μεγάλωσαν στο Μπρονξ. Όπως έλεγε πάντα ο ίδιος, ο ρατσισμός που βίωσε στη συνοικία Ιρλανδών όπου μεγάλωσε, έγινε διαχρονικά το κίνητρο «για να αφυπνίσω, να ενοχλήσω, να διαμαρτυρηθώ».

Ξεκίνησε τη διαφημιστική καριέρα του το 1956 ως καλλιτεχνικός διευθυντής στη Sudler & Hennessey, μετακομίζοντας δύο χρόνια μετά στην ίδια θέση στην Doyle Dane Bernbach – εταιρεία που, υπό την διεύθυνση του ιδιοκτήτη της, Γουίλιαμ Μπερνμπαχ, απελευθέρωσε τους καλλιτέχνες και τους κειμενογράφους, με συχνά brainstorming, ανταλλαγές ιδεών και πίστη στην έμπνευσή τους.

Πολλά από τα εξώφυλλα που σχεδίασε μεταξύ 1962 – 1972 για το Esquire -και τα οποία εκτίθενται πλέον σε μόνιμη συλλογή στο ΜοΜΑ- αποτέλεσαν μια εύγλωττη, πλην χωρίς λέξεις, κριτική για την κοινωνία, τη φυλή, την πολιτική, τον πόλεμο.

Παντρεύτηκε τη Ρόσμαρι Λεβαντόφσκι το 1951 και μαζί απέκτησαν δύο γιους, τον Χάρι -που πέθανε το 1978- και τον Λιουκ.

Πηγή: in.gr

Ακολουθήστε τον ot.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στον ot.gr

Latest News

Πρόσφατα Άρθρα Plus