Η καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής αποτελεί κρίσιμη πρόκληση για την ελληνική οικονομία, αφενός λόγω της αποδεδειγμένης ευαλωτότητας της χώρας σε καιρικά φαινόμενα που σύντομα θα πάψουν να θεωρούνται «ακραία», και αφετέρου λόγω της ανάγκης διατήρησης της δημοσιονομικής σταθερότητας και τήρησης των δημοσιονομικών στόχων. Στο πλαίσιο αυτό, η βελτίωση της κλιματικής χρηματοδότησης που μέχρι σήμερα αφορά κυρίως την ενεργειακή μετάβαση γίνεται επιτακτική και απαιτεί «ένα βήμα προς τα επάνω» (step up) των διαφόρων εμπλεκόμενων φορέων, της κυβέρνησης, των χρηματοπιστωτικών θεσμών, των επιχειρήσεων, και του πολίτη.

Το κανονιστικό πλαίσιο, όπως προκύπτει από την Εθνική Στρατηγική για την Προσαρμογή στην Κλιματική Αλλαγή (που εξειδικεύεται σε περιφερειακό επίπεδο με τα Περιφερειακά Σχέδια), τον Εθνικό Κλιματικό Νόμο, καθώς και άλλους συναφείς νόμους αδειοδοτήσεων δημόσιων και ιδιωτικών έργων, αποτελεί εδώ το σημείο αφετηρίας. Οι ποσοτικοί στόχοι για την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας μέχρι το έτος 2050 είναι σαφείς, το πολυσύνθετο σύστημα διακυβέρνησης καταγεγραμμένο, το ίδιο και κάποιες- μη αμελητέες- αδυναμίες. Η εμπέδωση και βέλτιστη λειτουργία του είναι αυτή που θα κινητοποιήσει το ιδιωτικό κεφάλαιο και θα μειώσει το κόστος προσαρμογής που θα κληθεί να πληρώσει ο δημόσιος τομέας.

Η κυβέρνηση έχει την ευθύνη να δημιουργήσει ένα σοβαρό απόθεμα εμπιστοσύνης ως προς τη διαφάνεια και την αποδοτικότητα του πλαισίου. Ο δημόσιος τομέας καλείται να καθιερώσει μία αρχιτεκτονική αξιόπιστης πληροφόρησης για το κλίμα, και να διασφαλίσει την ακεραιότητα των παρεχόμενων στοιχείων ώστε οι εν δυνάμει επενδυτές να ενσωματώνουν την κοστολόγηση κινδύνων (risk pricing) στις αποφάσεις τους. Καλείται επίσης να επιμείνει στη συμμόρφωση με κοινά αποδεκτές ταξινομίες και πρότυπα γνωστοποίησης σχετικά με το κλίμα, ώστε να αποφεύγεται η προβολή ψευδοοικολογικής ταυτότητας (greenwashing). Τέλος, αν το επιτρέπουν οι δημοσιονομικές συνθήκες και το Υπουργείο Οικονομικών εξασφαλίσει το δημοσιονομικό χώρο, να εξειδικεύσει ένα ελκυστικό πακέτο οικονομικών κινήτρων που θα κατευθύνουν τις χρηματοοικονομικές ροές προς την κατεύθυνση της ανθεκτικής προσαρμογής (τα κίνητρα που προβλέπονται στον Εθνικό Κλιματικό Νόμο αφορούν στο μετριασμό της κλιματικής αλλαγής).

Ο ρόλος των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων είναι σύνθετος-η αγορά πιέζει για τη γρήγορη εσωτερική προσαρμογή τους στις απαιτήσεις της πράσινης ανάπτυξης- αλλά κρίσιμος. Στην Ελλάδα, η κακοκαιρία Daniel έδειξε ότι, για να είναι βιώσιμα και ανθεκτικά μεσοπρόθεσμα, πρέπει να εξειδικεύσουν τους κινδύνους που δημιουργεί η κλιματική κρίση, όπως η καταστροφή ενεχύρων, ή οι απώλειες λόγω μείωσης του πρωτογενούς τομέα. Πρέπει, επίσης, να προσδιορίσουν τα κανάλια μετάδοσης των κινδύνων αυτών, ώστε να μειώσουν το πιστωτικό ρίσκο και όχι μόνο. Τα κλιματικά στρες τεστ που διενεργεί η ΕΚΤ αποτελούν, από την άποψη αυτή, έναν «εξωτερικό καταναγκασμό». Η εξαγωγή μετρήσιμων στοιχείων βέβαια δεν είναι πάντα εφικτή, καθώς η έλλειψη των απαραίτητων δεδομένων από τις εταιρείες συχνά οδηγεί σε αναγωγή στη βάση μεταβλητών. Ωστόσο, η επικέντρωση στη συλλογή, αξιολόγηση, και διαφάνεια των δεδομένων -ως κεντρική επιλογή τραπεζικής πολιτικής- θα οδηγήσει σε αυξημένη δυνατότητα διαχείρισης και αντιμετώπισης των κινδύνων που συνδέονται με το κλίμα, είτε άμεσων (επιπτώσεις ανά κλάδο, πχ. τουρισμό, ενέργεια, γεωργία) είτε έμμεσων (πχ. μεταβολές στη ζήτηση για προϊόντα/υπηρεσίες). Στη βάση αυτή, δύναται η ανάπτυξη εξειδικευμένων προϊόντων και υπηρεσιών, βελτιώνοντας μετρήσιμα, και ως προς το απόλυτο μέγεθος και ως προς τις αποδόσεις, την κλιματική χρηματοδότηση. Τα κριτήρια ESG και η διαδικασία συμπερίληψης τους στις πρακτικές δανεισμού και τις επενδυτικές αποφάσεις δεν επαρκεί.

Προφανώς, η ενεργοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων και η συνεισφορά του ιδιωτικού τομέα στη χρηματοδότηση της προσαρμογής δεν αποτελεί απλή υπόθεση, ούτε στην Ελλάδα, ούτε στις άλλες αναπτυγμένες οικονομίες. Στη γειτονιά μας, ακόμα και η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία με το πλαίσιο «ασφαλείας» που αυτή δημιουργεί-ταξινομία, κριτήρια αναφοράς κλπ.- δεν έχει καταφέρει να κινητοποιήσει τις αγορές ή να ανακατευθύνει τα επενδυτικά κεφάλαια στο βαθμό που απαιτεί η έγκαιρη μετάβαση προς μία οικονομία βιώσιμης ανάπτυξης. Οι λόγοι είναι λίγο πολύ γνωστοί και αφορούν μακροοικονομικά και μικροοικονομικά εμπόδια, δυσκολίες κοστολόγησης των κινδύνων και εφαρμογής της ταξινομίας, απουσία μακροπρόθεσμου επενδυτικού ορίζοντα, μη ελκυστικό προφίλ κινδύνου/απόδοσης, περιορισμένη ανάπτυξη συναφών και χρηματοδοτούμενων έργων (pipeline).

Η Ελλάδα ωστόσο μπορεί να φτάσει σε μία κρίσιμη μάζα χρηματοδοτήσεων που θα λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά, κινητοποιώντας νέα και μεγαλύτερα κεφάλαια, και προσεγγίζοντας νέους επενδυτές. Κατ’ αρχάς, οι πόροι που προέρχονται από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, καθώς και η χρηματοδοτική υποστήριξη στο πλαίσιο του REPowerEU, αποτελούν σημαντικά εργαλεία για την μείωση του κόστους υλοποίησης επενδύσεων. Η δρομολόγηση έργων με χαρακτήρα επίδειξης (demonstration effect) ενισχύει την εμπιστοσύνη και το ενδιαφέρον των επενδυτών, ενώ δυναμώνει και τη διαχειριστική ικανότητα των κυβερνητικών φορέων. Ταυτόχρονα, οι πόροι αυτοί μπορούν να κατευθυνθούν σε Συμπράξεις Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) που επιμερίζουν τους κινδύνους, και επιτυγχάνουν ελκυστικότερα ποσοστά μόχλευσης, επιτρέποντας έτσι να εισρέουν ιδιωτικά κεφάλαια σε αναγκαίες, πράσινες, υποδομές. Εφόσον δε οι σχετικοί όροι σύμπραξης είναι ισορροπημένοι, ώστε να μην «κοινωνικοποιούνται οι κίνδυνοι και ιδιωτικοποιούνται τα κέρδη», έχουν μεγάλη δυνατότητα διάδοσης/επαναληψιμότητας και κλιμακωσιμότητας.

Παράλληλα, ένας νέος γύρος έκδοσης πράσινων ομολόγων και ομολόγων με ρήτρα αειφορίας μπορεί να καταστεί εφικτός, ακόμα και στο σημερινό σύνθετο περιβάλλον υψηλών επιτοκίων, και υψηλού δομικού πληθωρισμού. Παρά το πρόσφατο sell-off στις παγκόσμιες αγορές ομολόγων, η αγορά πράσινων, κοινωνικών, βιωσιμότητας και συνδεδεμένων με τη βιωσιμότητα ομολόγων (GSSSB) σημείωσε ρεκόρ εκδόσεων το πρώτο μισό του 2023 και δεν έχει δείξει σημάδια κόπωσης. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα έχει να επιδείξει ανθεκτικότητα στις πολύ-κρίσεις, ενώ η οικονομία ανάκτησε την επενδυτική βαθμίδα, πιο πρόσφατα από τη Standard and Poor’s. Το αυξανόμενο ενδιαφέρον από το εξωτερικό για επενδύσεις περιβαλλοντικού και κοινωνικού αποτυπώματος (impact investment) αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω μετά και την ψήφιση σε νόμο του Ευρωπαϊκού Πρότυπου Πράσινων Ομολόγων. Προφανώς, απαραίτητη προϋπόθεση για την όποια έκδοση είναι να βρεθούν «πράσινα» έργα, με καθαρό πρόσημο προσαρμογής. Η έκδοση πράσινου ομολόγου από το Ελληνικό Δημόσιο, όταν αυτή καταστεί σύμφωνη με τις δανειακές ανάγκες της χώρας, θα δώσει σήμα στήριξης στη συγκεκριμένη αγορά, παρέχοντας επιπλέον ένα «ασφαλές» ρευστό διαθέσιμο και ενισχύοντας την επενδυτική βάση της χώρας. Σε επόμενη φάση, μπορεί τότε να ανοίξει και το παράθυρο έκδοσης δημοτικών ομολόγων.

Συμπερασματικά, υιοθετώντας μία σταθερή προοπτική για την ελληνική οικονομία, η χώρα έχει δύο από τα τρία προαπαιτούμενα για τη βελτίωση της κλιματικής χρηματοδότησης της προσαρμογής: Κανονιστικό πλαίσιο και εργαλεία. Χρειάζεται, ωστόσο, πέραν της Εθνικής Στρατηγικής για την Προσαρμογή, μία στοχευμένη στρατηγική κλιματικής χρηματοδότησης. Αυτή θα απαιτήσει από την κυβέρνηση να χαράξει τις βασικές κατευθύνσεις, συμπεριλαμβανομένης της ισορροπίας ανάμεσα στην προσαρμογή και τη δημοσιονομική πειθαρχία, και να καλέσει τους δρώντες στην οικονομία να βρουν τα «σημεία» προστιθέμενης αξίας. Υπάρχουν σίγουρα χρηματοδοτικά εργαλεία που δεν έχουν ξεκλειδώσει ακόμα-τα μεγέθη του venture capital που εισρέουν στο κλίμα, για παράδειγμα, είναι χαμηλά σε σχέση με τις δυνατότητες της χώρας. Οι πολυμερείς αναπτυξιακές τράπεζες μπορούν να λειτουργήσουν ως τεχνικοί σύμβουλοι ή συν-επενδυτές, με εργαλεία που δεν έχουν ακόμα χρησιμοποιηθεί σε μεγάλη κλίμακα, όπως οι εγγυήσεις επί του πρώτου τμήματος ζημιών (first-loss guarantees) ή οι ενισχύσεις πιστώσεων (credit enhancements).

Έργα-«πρότυπα» που έχουν προσελκύσει σοβαρά ελληνικά και διεθνή επενδυτικά κεφάλαια μπορούν να λειτουργήσουν ως νησίδες μεταφοράς γνώσεων ή να αποτελέσουν τη βάση για τη δημιουργία πλατφόρμας για την παρουσίαση διαφορετικών και καινοτόμων μέσων χρηματοδότησης. Σε κάθε περίπτωση, το βάθος της χρηματοδότησης είναι αυτό που, αν επιτευχθεί, θα καθορίσει τη συντεταγμένη και δίκαιη προσαρμογή.

Η Δρ. Ελένη Παναγιωταρέα είναι Εκπρόσωπος της Ελλάδας, στην Παγκόσμια Τράπεζα. Οι απόψεις που παρουσιάζονται είναι προσωπικές και δεν απηχούν τις απόψεις ή τις πολιτικές της Παγκόσμιας Τράπεζας.

Ακολουθήστε τον ot.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στον ot.gr

Latest News

Πρόσφατα Άρθρα Experts
Το «Ελληνικό Σήμα» διατηρεί το «Made in Greece» στο «Made in EU» των τροφίμων
Experts |

Το «Ελληνικό Σήμα» διατηρεί το «Made in Greece» στο «Made in EU» των τροφίμων

Στις βασικές διεκδικήσεις τους οι ευρωπαίοι αγρότες και κτηνοτρόφοι αναφέρουν ότι δεν θα πρέπει να εξαλειφθεί η εθνική προέλευση στα προϊόντα τους και να αντικατασταθεί από την ένδειξη «Made in EU»

Η Γερμανία σε ύφεση
Experts |

Η Γερμανία σε ύφεση

Μετά από δεκαετίες ανάπτυξης η γερμανική οικονομία καταγράφει ύφεση. Το 2023 είναι μόλις η 9η χρονιά από το 1951 που συμβαίνει κάτι τέτοιο. Οι βασικοί οικονομικοί δείκτες στο τέλος του 2023 είναι απογοητευτικοί. Η ανάπτυξη έκλεισε στο – 0,3%, το ΑΕΠ στο -0,5%, η παραγωγή στο -0.7%, ο πληθωρισμός στο 5,9%, η ανεργία στο 5,8%, η […]