Οι ανισότητες στη στέγαση διευρύνονται σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς οι τιμές, τα ενοίκια και το συνολικό κόστος κατοικίας επιβαρύνουν ολοένα και περισσότερο τα νοικοκυριά, με τις διαφορές μεταξύ χωρών και περιφερειών να γίνονται εντονότερες.
Μεγάλες διαφορές εντοπίζονται σε επιμέρους πτυχές της στέγασης – μέγεθος, είδος και ποιότητα κατοικιών, ιδιοκατοίκηση ή ενοικίαση
Τα νέα στοιχεία της Eurostat για το 2025 επιβεβαιώνουν την αυξανόμενη πίεση που ασκείται κυρίως στα νοικοκυριά των πόλεων και, ιδίως, στα ευάλωτα. Όπως δήλωσε ο αρμόδιος επίτροπος Νταν Γιόργκενσεν εν αναμονή του ευρωπαϊκού σχεδίου για προσιτή κατοικία, «η κρίση έχει φτάσει σε σημείο όπου άνθρωποι με φυσιολογικές δουλειές και εισοδήματα δεν μπορούν πλέον να ζουν σε πολλές πόλεις διότι είναι υπερβολικά ακριβό».
Πέρα από τη διαρκή άνοδο των τιμών των ακινήτων στην Ευρώπη, τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν μεγάλες διαφορές σε επιμέρους πτυχές της στέγασης – το μέγεθος, το είδος και την ποιότητα των κατοικιών καθώς και το αν είναι κάποιος ιδιοκτήτης ή ενοικιαστής. Επίσης, καταγράφεται απόκλιση μεταξύ των χωρών της ΕΕ όσον αφορά στην εξέλιξη των τιμών αγοράς και ενοικίων.

Στέγαση: Τύποι ακινήτων
Η κατανομή του πληθυσμού ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς διαφέρει σημαντικά μεταξύ των χωρών της ΕΕ. Το 2024, το 68% του πληθυσμού ήταν ιδιοκτήτες της κατοικίας τους, ενώ το 32% ζούσε σε ενοίκιο.
Τα υψηλότερα ποσοστά ιδιοκατοίκησης καταγράφει η Ρουμανία (94%), η Σλοβακία (93%), η Ουγγαρία (92%) και η Κροατία (91%). Η Ελλάδα βρίσκεται κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο, όπως δείχνει το αντίστοιχο γράφημα. Η ιδιοκατοίκηση ήταν πιο συχνή σε όλες τις χώρες της ΕΕ, με εξαίρεση τη Γερμανία όπου το ενοίκιο ήταν πιο συνηθισμένο (53%). Ακολουθούν η Αυστρία (46%) και η Δανία (39%).
Διαφορές καταγράφονται και ανά τύπο κατοικίας (π.χ. μονοκατοικία ή διαμέρισμα). Σε μονοκατοικία ζουν περισσότεροι από τους μισούς Ευρωπαίους. Επίσης, παρατηρούνται αποκλίσεις ανάλογα με το αν κάποιος ζει σε πόλη, κωμόπολη/προάστιο ή αγροτική περιοχή.

Στην ΕΕ το 2024, το 51% του πληθυσμού ζούσε σε μονοκατοικία, ενώ το 48% σε διαμέρισμα. Το 1% αναφέρεται σε άλλες μορφές στέγασης, όπως πλωτές κατοικίες ή αυτοκινούμενα οχήματα. Η διαβίωση σε μονοκατοικίες ήταν πιο συχνή στα δύο τρίτα των χωρών της ΕΕ. Η Ιρλανδία κατέγραψε το υψηλότερο ποσοστό πληθυσμού που ζούσε σε μονοκατοικία (90%), ακολουθούμενη από την Ολλανδία και το Βέλγιο (αμφότερες 77%) καθώς και την Κροατία (76%).
Τα υψηλότερα ποσοστά διαβίωσης σε διαμερίσματα καταγράφηκαν στην Ισπανία (65%), τη Λετονία (64%) και τη Μάλτα (63%). Στις πόλεις, το 73% του πληθυσμού της ΕΕ ζούσε σε διαμέρισμα και το 27% σε μονοκατοικία. Στις κωμοπόλεις και τα προάστια, τα ποσοστά ήταν 57% σε μονοκατοικία και 43% σε διαμέρισμα, ενώ στις αγροτικές περιοχές το 83% του πληθυσμού ζούσε σε μονοκατοικία και μόνο το 16% σε διαμέρισμα.
Μέγεθος κατοικίας
Το μέγεθος της κατοικίας μπορεί να μετρηθεί ως ο μέσος αριθμός δωματίων ανά άτομο: Το 2024 στην ΕΕ αντιστοιχούσαν κατά μέσο όρο 1,7 δωμάτια/άτομο. Μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ, ο μεγαλύτερος αριθμός καταγράφηκε στη Μάλτα (2,2) και ακολουθούν το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και η Ολλανδία (2,1).
Στον αντίποδα, βρίσκονταν η Σλοβακία και η Ρουμανία (1,1), καθώς και η Πολωνία και η Λετονία (1,2).

Ένας άλλος δείκτης είναι ο αριθμός ατόμων ανά νοικοκυριό. Το 2024 στην ΕΕ υπήρχαν κατά μέσο όρο 2,3 άτομα ανά νοικοκυριό. Ο αριθμός αυτός κυμαινόταν από 3,1 στη Σλοβακία, 2,9 στην Πολωνία, 2,7 στην Κροατία και την Ιρλανδία, έως 2 στη Γερμανία, τη Δανία και τη Σουηδία, και 1,9 άτομα στη Φινλανδία και τη Λιθουανία.
Ποιότητα κατοικίας
Περίπου το 17% του πληθυσμού της ΕΕ ζει σε σπίτι με περισσότερα άτομα από αυτά που αντιστοιχούν στη χωρητικότητά του. Το 2024, το 17% του ευρωπαϊκού πληθυσμού ζούσε σε τέτοια κατοικία, μειωμένο από 19% που είχε καταγραφεί το 2010.
Το 2024, τα υψηλότερα ποσοστά υπερπληθυσμού στην κατοικία καταγράφηκαν στη Ρουμανία (41%), τη Λετονία (39%) και τη Βουλγαρία (34%), ενώ τα χαμηλότερα στην Κύπρο (2%), στη Μάλτα (4%) και στην Ολλανδία (5%).
Στον αντίποδα, βρίσκεται ένα 33% στην ΕΕ (σχετικά σταθερό από το 2010) που κατοικεί σε υπερβολικά μεγάλο σπίτι για τις ανάγκες του νοικοκυριού. Κλασική αιτία «υποκατοίκησης» είναι όταν παραμένουν σε μια οικία οι ηλικιωμένοι ενώ τα παιδιά μεγαλώνουν και φεύγουν.
Το 2024, τα υψηλότερα ποσοστά αυτής της κατηγορίας καταγράφηκαν στην Κύπρο (70%), την Ιρλανδία (67%) και τη Μάλτα (64%), ενώ τα χαμηλότερα στη Ρουμανία (7%), τη Λετονία (10%) και την Ελλάδα (13%).

Διακρίσεις στην εύρεση σπιτιού
Προβληματισμό προκαλούν και τα στοιχεία για το ποσοστό των Ευρωπαίων που δηλώνουν ότι υφίστανται διακρίσεις όταν αναζητούν κατοικία. Το 2024, σχεδόν 6% όσων αναζητούσαν σπίτι τα τελευταία πέντε χρόνια ανέφεραν ότι ένιωσαν τουλάχιστον μία φορά να αντιμετωπίζονται με αυτόν τον τρόπο.
Η Ισπανία και η Σλοβενία (αμφότερες 9%) κατέγραψαν το υψηλότερο ποσοστό, ενώ η Κροατία, η Ουγγαρία, η Ιταλία και η Ρουμανία (όλες κάτω από 1%) τα χαμηλότερα. Σε επίπεδο ΕΕ, το ποσοστό όσων ένιωσαν διακρίσεις ήταν διπλάσιο για όσους βρίσκονταν σε κίνδυνο φτώχειας (10%) σε σύγκριση με όσους δεν βρίσκονταν σε κίνδυνο (5%).
Εκτός από τη Μάλτα, την Ελλάδα, την Κροατία και τη Λιθουανία, σε όλες τις άλλες χώρες της ΕΕ το ποσοστό όσων δηλώνουν ότι υφίστανται διακρίσεις είναι υψηλότερο στην κατηγορία «σε κίνδυνο φτώχειας». Οι μεγαλύτερες διαφορές σημειώθηκαν στην Κύπρο (17% έναντι 2%), στο Βέλγιο (17% έναντι 6%) και στην Τσεχία (11% έναντι 2%).

Είναι προσιτή η στέγαση;
Με τις τιμές κατοικιών και τα ενοίκια να αυξάνονται, το κόστος στέγασης μπορεί να αποτελεί σημαντικό βάρος, το οποίο θεωρείται υπερβολικό όταν υπερβαίνει το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος.
Στην ΕΕ το 2024, σχεδόν 10% του πληθυσμού στις πόλεις ζούσε σε τέτοιο νοικοκυριό, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στις αγροτικές περιοχές ήταν 6%. Τα υψηλότερα ποσοστά υπερβολικού βάρους κόστους στέγασης στις πόλεις καταγράφηκαν στην Ελλάδα (29%) και τη Δανία (23%), ενώ τα χαμηλότερα στην Κύπρο και την Κροατία (αμφότερες 3%). Στις αγροτικές περιοχές, τα υψηλότερα ποσοστά παρατηρήθηκαν στην Ελλάδα (28%) και τη Γερμανία (11%), ενώ το χαμηλότερο στην Κύπρο (1%).
Ο εν λόγω δείκτης ήταν υψηλότερος στις πόλεις από ό,τι στις αγροτικές περιοχές σε 23 χώρες της ΕΕ. Οι μεγαλύτερες διαφορές καταγράφηκαν στη Δανία και στη Λιθουανία.
Κατά μέσο όρο το 2024, τα νοικοκυριά στην ΕΕ δαπανούσαν το 19% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στέγαση. Το ποσοστό αυτό διέφερε μεταξύ των χωρών της ΕΕ: τα υψηλότερα καταγράφηκαν στην Ελλάδα (36%), τη Δανία (26%), τη Σουηδία και τη Γερμανία (αμφότερες 25%), ενώ το χαμηλότερο στην Κύπρο (11%).
Για όσους διαθέτουν εισόδημα κάτω από το 60% του εθνικού διάμεσου εισοδήματος – μπορούν να θεωρηθούν σε κίνδυνο φτώχειας – το ποσοστό του κόστους στέγασης στο διαθέσιμο εισόδημα ήταν 37% κατά μέσο όρο στην ΕΕ. Αντίθετα, για όσους διαθέτουν εισόδημα άνω του 60% του διάμεσου εισοδήματος, το ποσοστό ήταν 16%.
Τα στοιχεία της Eurostat αναφέρονται και στον κατασκευαστικό τομέα. Ενδεικτικά, το 2024 η συμβολή του στο σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας της ΕΕ διαμορφώθηκε στο 5,5%, με τα υψηλότερα ποσοστά σε Ρουμανία (8,8%), Σλοβακία (8,6%) και Κροατία (7,7%) και τα χαμηλότερα σε Ελλάδα (2,2%), Ιρλανδία (2,7%) και Μάλτα (3,8%). Οι επενδύσεις στη στέγαση έφτασαν το 5,3% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ, με τα υψηλότερα ποσοστά να καταγράφονται στην Κύπρο (8,0%) και τα χαμηλότερα στην Ελλάδα (2,6%), στη Λετονία (2,5%) και στην Πολωνία (2,2%).
Πηγή: in.gr


































