Στην παγκόσμια «σκακιέρα» της ενέργειας, η Βενεζουέλα παραμένει ένα από τα πιο δύσκολα και πολιτικά φορτισμένα πεδία.
Για την ιταλική Eni και την ισπανική Repsol, η παρουσία στη χώρα μετατρέπεται πλέον σε οικονομικό γρίφο: πώς διεκδικείς δισεκατομμύρια δολάρια όταν οι κυρώσεις, η γεωπολιτική και το «America First» μπλοκάρουν κάθε διαδρομή πληρωμής;
Βενεζουέλα: Δισεκατομμύρια στον αέρα για τις ευρωπαϊκές πετρελαϊκές
Η Eni και η Repsol βρίσκονται αντιμέτωπες με ανεξόφλητες οφειλές που φθάνουν συνολικά τα 6 δισ. δολάρια από τη Βενεζουέλα. Τα ποσά αυτά προέρχονται κυρίως από πολυετείς προμήθειες φυσικού αερίου και νάφθας, ενός κρίσιμου προϊόντος για την αραίωση του βαρέος πετρελαίου που διαθέτει η Βενεζουέλα, ώστε να μπορεί να μεταφερθεί πιο εύκολα.
Οι δύο εταιρείες κατέχουν από κοινού το κοίτασμα φυσικού αερίου Perla στα ανοικτά των ακτών της Βενεζουέλας, το οποίο παρέχει περίπου το ένα τρίτο του φυσικού αερίου που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στη χώρα, όπως ισχυρίζεται και η Repsol.
Μέχρι τις αρχές του 2024, οι δύο ευρωπαϊκές εταιρείες πληρώνονταν σε είδος, λαμβάνοντας αργό πετρέλαιο από τις κρατικές αρχές της χώρας. Ωστόσο, η αυστηροποίηση της αμερικανικής πολιτικής έναντι του Καράκας ανέτρεψε αυτή τη διευθέτηση.
Οι κυρώσεις αλλάζουν τους κανόνες
Τον Μάρτιο, η Ουάσιγκτον απέσυρε ειδικές άδειες λειτουργίας για ξένες εταιρείες στη Βενεζουέλα, διακόπτοντας ουσιαστικά τις πληρωμές σε πετρέλαιο. Μοναδική εξαίρεση αποτέλεσε η αμερικανική Chevron, γεγονός που ενίσχυσε τις ενστάσεις των Ευρωπαίων για άνιση μεταχείριση.
Έκτοτε, Eni και Repsol συνεχίζουν να τροφοδοτούν την εγχώρια αγορά φυσικού αερίου χωρίς να λαμβάνουν ούτε μετρητά ούτε αργό, συσσωρεύοντας απλώς υποσχέσεις πληρωμής (IOUs). Παρά τις έντονες επαφές και το παρασκήνιο πιέσεων, λύση δεν έχει βρεθεί.
Το βάρος του «America First»
Πηγές με γνώση των συζητήσεων σημειώνουν στους Financial Times ότι η πολιτική «America First» επηρεάζει άμεσα τις ευρωπαϊκές εταιρείες, οι οποίες διαπιστώνουν έλλειψη επείγοντος ενδιαφέροντος από τον Λευκό Οίκο.
Αναλυτές υπενθυμίζουν ότι ήδη από το 2019, η πρώτη κυβέρνηση Τραμπ είχε θεσπίσει εξαιρέσεις υπέρ αμερικανικών εταιρειών που δραστηριοποιούνταν στη Βενεζουέλα.
Κρίσιμα assets και ενεργειακή εξάρτηση
Η παρουσία της Repsol στη Βενεζουέλα είναι στρατηγικής σημασίας. Η χώρα αποτέλεσε το 2024 τη δεύτερη μεγαλύτερη αγορά της εταιρείας σε όρους παραγωγής, ισόβαθμη με το Τρινιντάντ και Τομπάγκο. Η Repsol παρήγαγε 24 εκατ. βαρέλια ισοδυνάμου πετρελαίου, εκ των οποίων το 85% ήταν φυσικό αέριο.
Παράλληλα, τα αποδεδειγμένα αποθέματα που διατηρεί στη χώρα ανέρχονται σε 256 εκατ. βαρέλια ισοδυνάμου πετρελαίου, αντιπροσωπεύοντας το 15% των συνολικών αποθεμάτων της. Κομβικό ρόλο διαδραματίζει και το υπεράκτιο κοίτασμα Perla.
Αβέβαιο μέλλον, ανοιχτοί λογαριασμοί
Παρότι αναλυτές εκτιμούν ότι οι ευρωπαϊκοί όμιλοι θα ενδιαφέρονταν μελλοντικά για νέες επενδύσεις στη βενεζουελάνικη ενέργεια, οι ίδιες οι εταιρείες αποφεύγουν να σχολιάσουν τόσο τις προοπτικές όσο και το ύψος των οφειλών. Στο μεταξύ, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών, αρμόδιο για τις ειδικές άδειες, δεν έχει δώσει σαφείς απαντήσεις.
Για την Eni και τη Repsol, η εξίσωση παραμένει άλυτη: ενεργειακή παρουσία χωρίς πληρωμή, επενδύσεις χωρίς πολιτική κάλυψη και δισεκατομμύρια που παραμένουν εγκλωβισμένα στη γεωπολιτική σκακιέρα.































